ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΗΡΘΕΣ ΕΣΥ ΑΠΟ ΤΟ «ΠΟΥΘΕΝΑ» ΚΙ ΗΤΑΝ ΕΔΩ ΤΟ «ΠΟΥΘΕΝΑ» ΙΣΑΜΕ ΝΑ ’ΡΘΕΙΣ:

Κατάρτι μεσιανό ταιριάζει το μολύβι μου και το χαρτί λευκό πανί που κυματίζει. Κι είναι το πέλαο βαθύ κι ατέλειωτο που σιωπηλά από τα μάτια μου αναβρύζει. Πώς τόσο φως ξεχύθηκε με μιας, πώς ένα γύρω μες στο μυαλό μου γιορτινή η μέρα απλώθηκε! Κατάλευκη, αγνή, περιστεράκι του ουρανού στο παραθύρι της καρδιάς, ήλιος χρυσός σηκώθηκε. Και το τραγούδι μαζί μου συλλαβίζει…
τις νύχτες που οι μικρές στιγμές φυλλορροούσαν στους λιωμένους δείκτες ανεπαίσθητα, στους απέραντους τοίχους που σωριάζονταν αθόρυβα για να μπει το φεγγάρι, είχε το όνειρο ζωή, σάρκα και όνομα, μπούκλες και φρύδια από ουρανό, μάτια από θάλασσα. Είχε όπως πάντα το δικό σου όνομα, τα δικά σου μάτια! [πέμπτο ποίημα από τα 36 άτιτλα μέρη σπονδυλωτού ποιήματος του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ. Με τον ίδιο τίτλο κυκλοφορεί και η ποιητική του συλλογή από τις εκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ 1996 (1η έκδοση) που στο δεύτερο μέρος περιέχει έξι ανεξάρτητα ποιήματα με το γενικό τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ. Οι Μικρές Στιγμές από αυτή την ενότητα συμπλήρωσαν το 5ο απόσπασμα – στη συνέχεια ανθολογούνται αντιπροσωπευτικά δείγματα κι από τις δυο ενότητεςART by GOLDILOCKSUK]




ΑΝΑΛΑΦΡΕΣ, ΑΕΡΙΝΕΣ ΘΑΡΡΕΙΣ ΑΝΟΙΓΟΥΝΕ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
λευκές σαν χιόνι, απαλές, φτερούγες προς τον ήλιο
ψηλώνουν, χάνονται στροβιλιστά κύματα-κύματα
στο φως, τ’ αλλόκοτα πουλιά των ονείρων
[ΙΙΙ μέρος από την Μικρή Περιήγηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου]

ΟΛΑ ΕΝΑ ΓΥΡΩ ΟΠΤΑΣΙΑ ΕΞΑΙΣΙΑ
Όλα ένα γύρω καμωμένα από κρύσταλλο.
Διάφανο δροσερό νερό που απ’ τις αισθήσεις μέσα αναβρύζει.
Κι απάνωθε του δρόμοι ατέλειωτοι υδάτινοι
κανάλια που χαράζονται βαθιά κι έπειτα κλείνουν
πίσω απ’ την πρύμνη μ’ ένα φλοίσβο απαλό
μ’ ένα μουρμούρισμα σαν το τραγούδι των Σειρήνων.
Άπλετο φως, χρυσάφι του ήλιου που ιριδίζει
ανοίγουνε να πιουν όσο προφτάσουν οι σταγόνες της θάλασσας.
Και τα καράβια απαλό ανοίγουνε πανί στον άνεμο
μέχρις εκεί που φαίνεται του ορίζοντα η άκρη.
Λευκό, χρυσό, γαλάζιο, ασημί
το ρούχο της ημέρας που γιορτάζει.
Κι είναι το τραγούδι του ναύτη ανάκατο
με τη φωνή του γλάρου που βουτάει στην αλμύρα.
«Ηλιοκαμένα πρόσωπα κι αλάτι στα σχοινιά
κι η πίσσα στο κατάστρωμα που λιώνει σε μεθάει.
Θέλω στην άκρη του ορίζοντα να βγω
στην αμμουδιά κι απάνεμο να βρω λιμάνι.
Κι ασ’ τον αέρα να χτυπάει στο μεσιανό
κι ασ’ τον αέρα να γυρίσει να σκαντζάρει.
Πέρα απ’ την άκρη τ’ ουρανού το δειλινό
μπρος στο κατώφλι το χρυσό του αφέντη ήλιου»
[VII μέρος από την Μικρή Περιήγηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου]

ΠΟΙΟΣ ΤΟΥ ’ΧΕΙ ΔΩΣΕΙ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΪΝΗΣ ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑΣ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΗΣ ΜΠΗΚΕ ΜΕΣ ΣΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΗ ΜΑΣ;
Ποια νύχτα κράτησε στην αγκαλιά της
τη μισητή μορφή και τα βήματά της
στις πλάκες του ιερού, βύθισε στη σιγή;
Αυτός δεν είναι σαν κι εμάς, δεν του αξίζουν
δαφνοστεφάνια κι αγριλιές που ολόλαμπρα
των ποιητών τα μέτωπα στολίζουν.
Κι αν πάτησε και βρέθηκε στο πρώτο το σκαλί
και ποιητής λογίζεται,
αρμόζει με πάταγο φρικτό να γκρεμιστεί

Νωχελικά αναδιπλώθηκε στη γη
αυτάρεσκη η ματιά του στο φθαρμένο πανωφόρι
πλανήθηκε. Θαρρώ πως πήγε μια στιγμή
να σηκωθεί, μα δεν κρατήθηκε.
Θα το ’δατε κι εσείς που το ’να πόδι
ξύλινο είναι, ένα κοινό ασήμαντο μολύβι.
Κι αυτοί που είχαν μαζωχτεί δεν τον ακούσανε
παρά μονάχα λίγες χούφτες κέρματα του ’ριξαν.
Κι ένα μικρό παιδί γέρνοντας του ψιθύρισε
να ζωγραφίσουνε μαζί μια κόκκινη καρδιά
μια θάλασσα κι ένα πορτοκαλί
στρογγυλοπρόσωπο φεγγάρι.

Τ’ ανέμου έδωκα να πιει μέσα απ’ τις χούφτες μου.
Του ανέμου σκόρπισα τ’ απομεινάρια
τούτης εδώ της ατελέσφορης γραφής.
Κι αφού στις στάχτες πάνω συλλογίστηκα
πως είναι ανώφελο να γεννηθεί
-αν ίσως μπόραγε- ένας καινούριος ποιητής,
στης ροδαυγής το τρίστρατο να βγω ξεκίνησα.
Να συναντήσω στις πλαγιές π’ ανθίζουνε
μέσα από το χρυσάφι π’ ανατέλλει
τ’ όνειρο που μισό και ρημαγμένο απόμεινε.
Έτσι καθώς να γείρει βιάστηκε στη δύση
τ’ ολόγιομο χλωμό, φτωχό φεγγάρι μου.

Το ποίημα ήταν εκεί, ίσκιος αχνός
κάτω απ’ τα βλέφαρα μια πολιτεία.
Με δρόμους ανοιχτούς στο πρώτο φως
με διάπλατα παράθυρα στον ήλιο.
Ήταν εκεί σε χίλια χρώματα στις παπαρούνες
στ’ ώριμο στάρι και τα πράσινα νερά
που κυλούσαν αμέριμνα
που κυλούσαν τον ίσκιο τους.
…………………………..
Ήταν παντού στις αισθήσεις στο μούδιασμα
και τα μάτια μισόκλειστα στους καθρέφτες της θάλασσας
στο γυαλί των ονείρων.
……………………………….
(Όμως το χέρι ήταν μετέωρο.
Έμοιαζε ξένο, ξένου που γέρασε
κάποιο πρωί μόνος κι απόμακρος
με νεκρούς ήχους στο προσκεφάλι του
σαν παραμύθι που κομματιάστηκε
λέξη τη λέξη στον γλυκό ύπνο)
 [XIV, XV, XVI και XVII μέρη από την Μικρή Περιήγηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου]

ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΗ… ΑΣΗΜΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
Μες στου χειμώνα την πνοή, Μικρή μου Άνοιξη
γέλα ξανά, όπως εσύ μονάχα ξέρεις
με τα χεράκια σου ανοιχτά, με τ’ ανθισμένα μάγουλα.
Με τα φεγγάρια των ονείρων μου στα μάτια

Άνοιξη, πε μου, δε με γέλασες ποτέ
με τ’ απαλό, το νιόβγαλτο χορτάρι μες στα χέρια
κι αυτόν τον ήλιο στ’ αψηλά παραθυρόφυλλα
κι αυτό τον ήλιο στων ονείρων μου το δρόμο.
Μ’ ένα μπουκέτο φως στην αγκαλιά
ήρθες και μου ’γνεψες τρελή, ήρθες και μου ’πες
για πασχαλιές που τρεμανοίγουν την αυγή
για γιασεμιά που τραγουδούνε στο φεγγάρι
κάτω απ’ τις λεύκες που βυθίζονται βαθιά
μέσα στ’ ασήμι τ’ ουρανού λεύγες και λεύγες
 [δυο μικρά ποιήματα ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ, δεύτερη ενότητα της συλλογής ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου]

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Εδώ κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου αντιγραφή και επικόλληση από τη συλλογή ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ, εκδ.ΕΝΤΥΠΟΙΣ 1996     
Δεσμώτης στον Ίλιγγο Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα -  κ ART ά SOS  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις