ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΦΤΑΝΕΙ Ν’ ΑΝΘΙΖΕΙ ΜΟΝΟ

Υπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας άνθρωπος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμη κανείς: Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου  να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.  Το ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του άνεμου  είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς, κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερικοκιάς θ' ανεβείς στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων  και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι… [κι άλλα αποσπάσματα από την ΑΜΟΡΓΟ του Νίκου Γκάτσου με ΚΛΙΚ στα κυκλάμινα που φιλιούνται ενάντια στη φθορά του χρόνου]   



Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του 



Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχθη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει. 

Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή
με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο 

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη... 

Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι
μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης
μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί
ενάντια στη φθορά και στο χρόνο
αυτό το αγγελικό τραγούδι
θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες
τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά
θα κελαηδήσει ο άνεμος
τα χελιδόνια θ' αναστηθούν
οι λυγαριές θα ριγήσουν
κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα
όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους
θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν
και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια
τους.
Γιατί τότε κανείς δε θ' αστειεύεται πια
το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει
τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά
το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους
στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα.

[αποσπάσματα από την ΑΜΟΡΓΟ του Νίκου Γκάτσου]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις