ΠΙΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΠΟΝΔΥΛΟ ΑΠ’ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ

Δε νοιώθω περισσότερο, γιατί αγαπώ! Δεν καταλαβαίνω περισσότερο, γιατί σκέφτομαι… Μα πού είναι, λοιπόν, τα τόξα που μας ξέσκισαν το νου; Δεν υπάρχουν ξίφη γι’ άλλες πληγές; Που πήγαν, λοιπόν, οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσανε τα κυανά όνειρα των φτερών τους που στο μέτωπό μας δεν διακρίνεται ούτε το πτώμα μιας αστραπής;
Μόνο εσύ, ω Ποίηση, έμεινε να φέγγεις μέσα από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο…
 Αγαπημένη, άφησε να βυθίσω το ράμφος μου στη σάρκα σου που ασπαίρει από ψυχές γήινων μετάλλων, για να πνίξω το βόγγο του ωκεανού που κλαίει εντός μου το λείψανο μιας επιθυμίας…
… Άλλο απ’ το παραλήρημα δεν σου ’μεινε φυσίγγι, δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο… [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή του Έκτορα  Κακναβάτου ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ – Art by ben goossens metamorphosis]


Σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει
Πόσα να πω όταν προέκταση ναυάγιου εντός μου η νύχτα ταξιδεύει,  όταν σαν έλασμα φεγγοβολά στα ύφαλα του ονείρου η αρμύρα; 
Περάσανε, λοιπόν, άνθρωποι από δω; 
Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει, ένα σήμα κινδύνου μ’ ακούς σα φράγμα που έσπασε και τα νερά κατεβαίνουν,  σαν είδηση με σκέφτεσαι που λιώνει τα νεφρά σαν κοπετός μέσα στο αίμα… 
Μ’ άγγιξες μ’ ένα λυγμό απ’ τον αιγόκερω όπως ένας όλεθρος από ατρείδες πώς, λοιπόν, μπορεί να μην είσαι φως; 
Τα όσα φεγγάρια σε ομηρία κράτησες και το γλυκάνισο του δειλινού που μέθυσες, να στάζει ο ουρανός από τα μάτια του λιγνός όπως κλωστή μενεξελιά όπως ανεμοδείχτης τώρα που έγινες ένας βυθός και μόνο λογισμός απόμεινες μια πέστροφα η ψυχή σου ασπαίρει…
(Αν αυτό που ακόμη ανθίσταται ανυποχώρητο προεκταθεί ως την αγέρωχη σιωπή, αν μείνει κατάμονο σ’ αυτή την ερημιά της γνώσης, αν πιεί τον ίσκιο του από έξαρση ή στον αγέρα αφανιστεί από αυτάρκεια…)
[αποσπάσματα από την ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ του Έκτορα Κακναβάτου]  


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις