ΕΙΔΑ ΤΗ Βεατρίκη μου ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, κι ευθύς ο δρόμος έγινε ΔΡΟΜΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ.

Αντιπαρήλθα πλάι της σα διαβάτης, και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη. Χαθήκαμε κι οι δυο στην κίνηση της πόλης, αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας με την εικόνα του άλλου ζωντανή, και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα.
Στο πλάι μου, Φύλακες Αγγέλοι, αιωρούμενα τα βλέμματα της αγάπης.  Άστρα εξαιρετικά στ’ ολόμαυρο Στερέωμα του γύρω μου κενού, έρημου χώρου. Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο που καλύπτει την ψυχή του πλησίον. Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου, πρόσωπο προς πρόσωπο. Η κοινότατη γένηκε με μιας ζωή, για μας, θαύμα ονείρου. Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πριν ανόητη φωτοχυσία.

Με μεγαλοπρέπειαν ανάτειλε για μας ο φλογερός ο Ήλιος των Μεσονυχτίων, που συγκρατεί στην αγκαλιά του όλα τα πλήθη των Αστερισμών του Στερεώματος, και ουδέποτε αναζήτησε τον όλεθρό τους στη γαλανή εξαφάνιση. Μας εσυγκάλυψαν με μιας τα πυκνά νυχτερινά σύννεφα.
Επερπατήσαμε νυχτερινά σε δασώδη βουνά, σε συννεφιές μουντές, σαν θεοί· χανόνταν οι συνομιλίες μας σε αιώνιες εκτάσεις, κινούσαμε το ενδιαφέρον όλης της πλάσης, αγαπημένοι καθώς διαβαίναμε. Σκοπός κανένας ή επιθυμία δε μας οδηγούσε σ’ αυτούς τους περιπάτους. Ήταν η ξενοιασιά κι’ η αμεριμνησία των σκοτεινών κόσμων. Η ευτυχία του μυστηρίου, που κρατώντας μας απ’ το χέρι, μας οδηγούσε.
Δεν μας ετάρασσε η συνάντηση των ρυακιών, των πουλιών τα πετάγματα, ούτε το φύσημα των ανέμων, ούτε ο θόλος της υγρασίας. Όλα ήταν γοητεία, τα δώρα ουράνια, και ανάπαυση πάρα πολλή. Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, με τους μεταλλικούς τούς ήχους, που, αυτοί, περνούνε αλάθητα, σα σφαίρες, τα διαστήματα και φθάνουν ως εμάς.
 Ήρθαν τα ρόδινα σύννεφα της Αυγής. Ήρθεν ο Ήλιος. Να βγαίνει από τη θάλασσα και να φωτίζει. Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας. Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση, περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες. Μόνος προς την Ανάμνηση ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά, να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη τις στιγμές των ονείρων, τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα, οι τέτοιες απέραντες νύχτες!

Το ποίημα αυτό είναι το «Beata Beatrix» του Τάκη Παπατσώνη, ενός από τους λίγους ποιητές που ο Άγρας ανθολόγησε, στην περίφημη ανθολογία του, με ένα μόνο ποίημα. Μέσα στο πυκνό, απολιθωμένο σήμερα, δάσος της ανθολογίας, και ανάμεσα στα ευάριθμα ζωντανά ποιήματα που υπήρχαν σ’ αυτήν, το ποίημα αυτό εμφανίζεται σαν ένα ξέφωτο, που ξαφνιάζει με την απροσδόκητη παρουσία του. Το απροσδόκητο έγκειται στη μοναδικότητά του, γιατί το ποίημα αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα ποιήματα της ανθολογίας, τα οποία ­ παρά τις προσωδιακές αναζητήσεις ορισμένων ­ κινούνται όλα στον χώρο εκείνης της ποίησης που για λόγους ευκολίας ονομάζουμε παραδοσιακή. Γραμμένο σε πραγματικόν ελεύθερο στίχο, με γλώσσα που αψηφά τις επιταγές του ορθόδοξου και μαχητικού εκείνα τα χρόνια δημοτικισμού, με έκφραση ασύμβατη προς την ισχύουσα τεχνοτροπία, το «Beata Beatrix», που γράφεται το 1920, αποτυπώνει το αίσθημα μιας νέας για την ποίησή μας εποχής, της νεοτερικής εποχής, της οποίας σημαδεύει την έναρξη αποτελώντας το πρώτο της φανέρωμα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις