ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΕΡΩΤΑ Μ’ ΕΝΑ ΕΦΗΜΕΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΡΟΥΦΗΧΘΗΚΕΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ ΕΚΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΡΕΛΟΣ ΨΑΧΝΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ ΛΕΙΨΗ…

Η νύχτα πετάχτηκε σαν μαχαίρι από τη θήκη για όφελος δικό μας. Είμαι η κορυφή ενός ουτοπικού βουνού που λάμπει ασφαλώς, ψυχή που πήρε σάρκα και χειρονομεί γύρω απ’ την ανάσα. Είμαι φαλλός σε ηλεκτρικά όνειρα με ποντίκια που τρώνε τα δάχτυλά μου. Ένας άνθρωπος μόνος που τσαλακώνει το μυαλό του για να σταματήσει τον πόνο. Ο κόσμος είναι παρωχημένος και κουρασμένος. Βρίσκω λίγο σκοτάδι όπου μπορώ σκυμμένος να κλάψω και γράφω μόνο για λίγους [Λευτέρης Πούλιος, Ένας άνθρωπος στην Πάτμο του - ακολουθεί το εμβληματικό, σαφώς επηρεασμένο από τη γραφή του Ginsberg, ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ένα από τα αριστουργήματα της ψυχεδελικής κουλτούρας, όπου ο ποιητής περιγράφει μια νυχτερινή κατά φαντασία συνάντησή του με τον Κωστή Παλαμά – βλέπε σχόλια στο τέλος ]


ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω

Στο Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, ο Πούλιος περιγράφει νυχτερινή και κατά φαντασία συνάντηση με τον Κωστή Παλαμά. Η κοινωνία που αντικρίζει αποτελείται από «βιαστικά και ηλίθια πρόσωπα», ενώ είναι ο ίδιος τελικά που γυρεύει «μια πόρνη, έναν φίλο ή την ανάσταση». Η διαχωριστική γραμμή γίνεται εντονότερη στην εικόνα του μπαρ, όταν αναφέρει τα «χάχανα» που ακούει «λόγω των γυναικείων μαλλιών» του, και τους χαφιέδες που κοιτάζουν καχύποπτα… Οι νέοι έβλεπαν στην κοινωνία πολίτες «αγάλματα», νεκρούς από καιρό, και αυτό ακριβώς φαίνεται στον κομψό στίχο «δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα...είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας». Το Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, που βεβαίως είναι επηρεασμένο από τη γραφή του Ginsberg, είναι ένα από τα αριστουργήματα της ψυχεδελικής κουλτούρας. Η αντιδικτατορική του διάθεση δεν ξεπέφτει σε εύκολα στρατευμένα στιχάκια, ούτε περιορίζεται να δει τη σαπίλα μόνο στα πρόσωπα των δικτατόρων. Για τον Πούλιο, η κοινωνία που φοβάται ή ανέχεται , δεν είναι αμέτοχη των ευθυνών, και ίσως να είναι περισσότερο ένοχη από τους πραξικοπηματίες.
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις