ΝΑ Σ’ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ, ΘΑΛΑΣΣΑ, ΝΑ ΜΗ ΧΟΡΤΑΙΝΩ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΛΟΥΤΑΙΝΩ ΑΠ’ ΤΑ ΜΑΛΑΜΑΤΑ ΣΟΥ ΤΑ ΠΟΛΛΑ:

«Θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου, με μάτια να σε χαίρομαι θολά  και να ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου, πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά…   Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ, στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους και να με πας πολύ μακριά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση, μακριά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους  [απόσπασμα από τον ΠΡΟΛΟΓΟ στο μεγάλο συνθετικό έργο του Κώστα Βάρναλη με το συμβολικό τίτλο ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ] Με «Το Φως που καίει» ο ποιητής αρματώνεται το στίχο και μαζί μ’ όλες τις Μούσες (όπως λέει σ’ άλλο του ποίημα) βυθίζεται στα νερά της Αρνησιάς «το μέγα Ναι να βγάλει της ζωής του!.. Είναι το ξεκίνημα της επαναστατικής περιόδου στην ποίηση και τη ζωή του. Δεν μπορεί πλέον να είναι ο απαθής θεατής του κόσμου, γιατί οραματίζεται ένα ΦΩΣ, που φωτίζει το δρόμο του λαού στον επαναστατικό αγώνα για κοινωνική αλλαγή και μια ΦΩΤΙΑ που καίει και στο διάβα της «γκρεμίζει» το εποικοδόμημα του αντιδραστικού κοινωνικού καθεστώτος. H απεραντοσύνη και η ομορφιά της θάλασσας είναι η πηγή της έμπνευσής του. Πλουταίνει μέσα του απ ’τα μαλάματά της τα πολλά. Mε λυρισμό και δυνατές εικόνες εκφράζει τη χαρά του. H θάλασσα ως σύμβολο είναι η νέα κοινωνία που οραματίζεται. Tα μελλούμενα είναι μπροστά σαν την απλωσιά της θάλασσας και πίσω βρίσκονται τα περασμένα βάσανα του κόσμου, η μαύρη κόλαση και οι μαύροι κολασμένοι. O ποιητής θέλει να φύγει μακριά από την κόλαση αυτή, θέλει να τον πάρει η θάλασσα στους ανθισμένους κόρφους της, εκεί που είναι το χαρούμενο μέλλον της ανθρωπότητας. Ως πρόλογος μας εισάγει στο περιεχόμενο του έργου.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ (στο Φως που καίει):
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.


Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.


Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.


Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι’ ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.


Κι’ αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα-κι’ αυτά μες στ’ όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.


Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι’ αλάργα βάσανα πολλά.


Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους 

[από τον πρόλογο της ποιητικής συλλογής του Κώστα Βάρναλη ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ - στο συνημμένο βίντεο απαγγελία της Θάλασσας από τον ίδιο τον ποιητή]
http://youtu.be/Gezdsl9oEkE

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις