ΕΝΑ ΣΩΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΒΑΣΜΟΥ:

Η ΑΦΟΡΜΗ: «γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ». Αυτά τα λόγια έβαλε στο στόμα της ηρωίδας του ο Γιάννης Ρίτσος στο αριστούργημά του τη ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ. Και είναι ο εμπνευσμένος λυρικός του τρόπος να σχολιάσει τους «δουλεμένους και άρτιους από τεχνική και αισθητική άποψη στίχους», τους «γραμμένους σε άμεμπτο μάρμαρο»  που αφορούν όμως μία ποίηση απομακρυσμένη από τη πραγματική ζωή και η αξία έγκειται στο γεγονός ότι είναι το αποτύπωμα «της παρακμής μιας εποχής». Ίσως βέβαια να μην είναι και πολύ ευχάριστο να συλλογίζεται κανείς τον ποιητή ΡΙΤΣΟ, ψυχολογικά ταυτισμένο με μια βαριεστημένη γεροντοκόρη, που έγραφε ποιήματα για «μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι»,  είναι όμως ωραία παράξενο (από κείνα τα παράξενα που συμβαίνουν κάποτε στην «αλχημεία των γραμμάτων») να βλέπει κανείς πώς αυτός ο δογματικός επαναστάτης, έγραψε ένα ωραίο κείμενο-ποίημα αποκαρδίωσης, άγονης αναμονής, και τελικά, φιλοσοφημένης δραματικής υποταγής» δηλαδή ένα ποίημα παρόμοιο με τα ποιήματα της ηρωίδας του!..  ΤΕΧΝΗ για την ΤΕΧΝΗ λοιπόν ή μια τέχνη με σαφή κοινωνικό προσανατολισμό;   Στο ποίημα του ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, που παρατίθεται ολόκληρο παρακάτω, η αντιπαράθεση των δύο διαμετρικά αντίθετων ειδών ποίησης είναι άμεση  και η θέση του ποιητή γέρνει ολοκάθαρα προς την πλευρά της κοινωνικής ποίησης: «Το νου σας σύντροφοι ποιητές, αδέλφια μου, ας κρατάμε τ’ αυτί μας στυλωμένο στο γυαλί της σιωπής – τα βήματα του εχθρού και του φίλου μας μοιάζουν στο θαμπόφωτο του δάσους. Πρέπει να διακρίνουμε. Το νου σας σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας μη και μας εύρει ανέτοιμους η μεγάλη ώρα
ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του. Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ’ τις σκάλες των αιώνων ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά    (ART by  Crispin Korschen and Waldemar Strempler)



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ:
Πολλά ποιήματα είναι ποτάμια.
Άλλα είναι χαμολούλουδα σε βραδινό κάμπο.
Άλλα είναι σαν πέτρες που δεν χτίζουν τίποτα.

Πολλοί στίχοι είναι σα στρατιώτες έτοιμοι για μάχη.
Άλλοι σα λιποτάχτες κρυμμένοι πίσω απ’ τ’ ανθισμένα δένδρα.
Άλλοι σαν άγνωστοι στρατιώτες που δεν έχουν πρόσωπο.

Πολλά ποιήματα φωνάζουν δυνατά χωρίς ν’ ακούγονται.
Άλλα σωπαίνουνε με σταυρωμένα χέρια
άλλα σταυρώνονται και μιλούν σταυρωμένα.

Πολλοί στίχοι είναι σαν εργαλεία,
εργαλεία σκουριασμένα, ριγμένα στο χώμα
κι άλλα καινούργια που δουλεύουν το χώμα.

Πολλά ποιήματα είναι σαν όπλα
όπλα πεταμένα στο χώμα
κι όπλα στραμμένα στην καρδιά του εχθρού.

Πολλοί στίχοι στέκονται πίσω απ’ τη σιωπή
σαν τα χλωμά παιδιά πίσω απ’ τα τζάμια ενός ορφανοτροφείου –
κοιτάζουν μακριά μες στη βροχή – δεν ξέρουν τι να κάνουν, που να πάνε.

Πολλά ποιήματα είναι σα δένδρα
άλλα σαν κυπαρίσσια σ’ ένα λιόγερμα θλίψης
άλλα σα δένδρα οπωροφόρα σ’ ένα κολχόζ.

Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες –
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

Υπάρχουν ποιήματα που καλπάζουν μες στο χρόνο.
σαν το κόκκινο ιππικό του Σμύρνεσκη
ποιήματα καβαλάρηδες που αφήνουν τα γκέμια και πιάνουν την αξίνα.

Πολλά ποιήματα γονατίζουν στη μέση του δρόμου,
πολλά ποιήματα άνεργα μ’ αδούλευτα χέρια
πολλά ποιήματα εργάτες που ξεπερνούν χίλιες φορές τη νόρμα τους.

Υπάρχουν στίχοι σα δαντέλες στο λαιμό των κοριτσιών
ή σα δαχτυλιδόπετρες με μικρές μυστικές παραστάσεις
κι άλλοι που πλαταγίζουν ψηλά σα ρωμαλέες σημαίες.

Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα στην ερημιά
βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα των στίχων τους σ’ ένα ρυάκι,
ύστερα χάνονται ονειροπαρμένα μες στο δάσος και πια δεν επιστρέφουν.

Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές
δεμένες στα καμπανάκια των άστρων –
αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα.

Πολλά ποιήματα βουλιάζουν μες την ίδια τους τη λάμψη,
περήφανα ποιήματα, δεν καταδέχονται τίποτα να πουν.
Ξέρω πολλά ποιήματα που πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι της σελήνης.

Ένα σωστό ποίημα ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά του ρεμβασμού.
Είναι πάντα στην ώρα του σαν το συνειδητό, πρόθυμο εργάτη
είναι ένας έτοιμος στρατιώτης που λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

Κάποτε οι ποιητές μοιάζουν με πουλιά στο δάσος του χρόνου,
οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια του Πόε,
κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι ή σαν αητοί ψηλά σ’ απόκρημνα ιδανικά.

Υπάρχουν και ποιήματα όμορφα σαν τα πουλιά Γκλουχάρ –
το Μάη και τον Απρίλη πνίγονται μες στο ίδιο τους ερωτικό τραγούδι
πνίγονται μες στη μελωδία τους κουφαίνονται.

Το Μάη και τον Απρίλη
μες στην κρυστάλλινη δροσιά του δάσους
βγαίνουν οι κυνηγοί με τα ντουφέκια τους και τα γκλουχάρ δεν τους ακούνε.

Το νου σας σύντροφοι ποιητές, αδέλφια μου,
ας κρατάμε τ’ αυτί μας στυλωμένο στο γυαλί της σιωπής –
τα βήματα του εχθρού και του φίλου μας μοιάζουν στο θαμπόφωτο του δάσους.
Πρέπει να διακρίνουμε.

Το νου σας σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας
μη και μας εύρει ανέτοιμους η μεγάλη ώρα
ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ’ τις σκάλες των αιώνων
ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά σαν τα γκλουχάρ εκείνα
τα γαλαζόμαυρα μες στους βασιλικούς διαδρόμους της Μπίστριτζας.

Σαν τα γκλουχάρ εκείνα με τα δυο φτερά τα σταυρωμένα,
σιωπηλά πένθιμα ταριχευμένα – διακόσμηση ξένων παλατιών –
με τα μάτια δυο μάταιες στρογγυλές απορίες κάτω απ’ τα κόκκινα φρύδια τους.

Το νου σας σύντροφοι ποιητές, - ένας ποιητής
είναι ένας εργάτης στο πόστο του,
ένας στρατιώτης στη βάρδια του,
ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του.

[Γιάννης Ρίτσος, Το Χρέος των Ποιητών: ζωτικός χώρος για το ΡΙΤΣΟ είναι ολόκληρος ο κόσμος. Μέσα εκεί θα πρέπει να μεταφέρεται πάντοτε και το εργαστήριο του ποιητή. Θα πρέπει δηλαδή ο ποιητής να βρίσκεται μέσα στο κοινό που τον ακούει. Τα παράθυρα, οι καθρέπτες, οι έννοιες της διαύγειας και της διαφάνειας που περισσεύουν μέσα στην ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ανοίγουν και φέγγουν το δρόμο του ποιητή προς τον κοινωνικό χώρο ή μάλλον αφήνουν το εργαστήριο του ποιητή περίβλεπτο, στο κέντρο της κοινωνικής συνείδησης]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις