ΚΥΡΙΕ, ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ και τα ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΗΚΑ ΣΕ ΚΥΝΗΓΟΥΣ ΟΝΕΙΡΩΝ:

«Βρεγμένη μέρα Κυριακή μου άνοιξες να σου μιλήσω. Φορούσα μαύρα από μικρή, πάνω στα χέρια μου λόφους με περιστέρια ανηφόριζα. Έβγαινε άσπρος ουρανός και με νανούριζε μια άνοιξη ορμούσε στο φουστάνι μου μάτι σχισμένο της ντροπής εβύθιζε το μεσημέρι. Ίδρωναν ώρες δίσεκτες με μια φουρκέτα η γιαγιά ξεφλούδιζε το καλοκαίρι, περνούσε η σιωπή σαν άνεμος και μάζευε τους μήνες, τις μέρες τις Κυριακές που ξέχασα. Τα χρόνια που έχω να σε δω»!.. [Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ, τελευταίο ποίημα από τη συλλογή με τον ίδιο τίτλο της Ελένης Μαρινάκη) Εξαιρετικό ποίημα, σύμφωνα με την κριτική του Δημήτρη Αγγελή, ο οποίος σχολιάζοντάς το γράφει:  Μια βρεγμένη δακρυσμένη Κυριακή κάποιος που καταλαβαίνουμε στη συνέχεια ότι είναι εξαφανισμένος ή καλύτερα πεθαμένος, υποδέχεται την ηρωίδα… Οι θετικές εικόνες που ακολουθούν κρύβουν μια εφηβική ορμή («πάνω στα χέρια μου λόφους με περιστέρια ανηφόριζα»…  «μια άνοιξη ορμούσε στο φουστάνι μου»), η οποία όμως σταδιακά βυθίζεται όπως το μεσημέρι και οδηγείται σε πλήρη διάψευση: οι ώρες ιδρώνουν δίσεκτες, η γιαγιά ξεφλουδίζει με μια φουρκέτα το καλοκαίρι, περνά η σιωπή σαν άνεμος σαρώνοντας μήνες, μέρες και Κυριακές και τελικά (δραματικό φινάλε): «τα χρόνια που έχω να σε δω». Το ποίημα, όπως και όλα τα άλλα του βιβλίου κινείται στον χώρο των πικρών αποτιμήσεων, κλείνει λογαριασμούς με μια εποχή. Από την άλλη όμως αναρωτιόμαστε: είναι χαμένος ο χρόνος τότε; Το ίδιο το ποίημα θα έλεγα πως απαντά στο παρελθόν που είναι συνάμα και παρόν ότι αυτός που χάνει απ’ την οδύνη επιστρέφει στην αθωότητα, το κέρδος του πόνου ή της διάψευσης είναι τελικά ένας ανανεωτικός εξαγνισμός. Το ήθος του ποιήματος λειτουργεί λυτρωτικά. Έτσι κι ο Χρόνος τότε, το βιβλίο ποιημάτων της Ελένης Μαρινάκη, είναι αναμφισβήτητα ένας κερδισμένος αναγνωστικά χρόνος τώρα!.. [ ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχοι από την Απρόσεκτη Πεταλούδα που μαζί με άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή ανθολογούνται παρακάτω στη φωτογραφία οι λέξεις του εν λόγω ποιήματος "εγκιβωτισμένες σ' ένα έργο του Lucy Campbell]



ΑΠΡΟΣΕΚΤΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Κύριε, δώσε μου
τα φτερά που έχασα στους κήπους
τα πέπλα που ξήλωνα τις νύχτες
τη σκόνη που σκόρπισα εδώ κι εκεί.

Τα χρώματα δώσε μου πάλι
που εμπιστεύτηκα
σε τοκογλύφους κυνηγούς ονείρων

Γύμνωσα την ψυχή μου
και κρυώνω

ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΟΣ
Δύσκολο πέταγμα η ποίηση
κι εγώ δεν άφηνα ν’ ανοίξουν τα φτερά μου
Κρατούσα σκορπισμένα φύλλα
λαγούς μικρούς μες το σαλόνι μου

Έπαιζε μόνη της η μπάντα,
στις επετείους άνοιγα δειλά τα μάτια
χωράφια με ελιές σκίαζαν το καπέλο μου
μια κούνια με παρέδιδε στο χάος.

Έτσι, με ψίχουλα μεγάλωνα
κάνοντας ακροβατικά
κέρδιζα το ψωμί μου.
Γι’ αυτό φοβάμαι από τότε τις ευθείες
το τέλος του ορίζοντα
το γρήγορο ξεθώριασμα του άσπρου.

Τώρα, σε γέφυρες κουρνιάζω
σε ξεραμένους ποταμούς.

Να ’χω κι εγώ
ένα δικό μου τίποτα.

ΒΥΘΙΣΜΑ
Έρχεται κάποτε τις νύχτες
μικρό παιδί ο θάνατος.
Θέλεις, μου λέει, να πετάξουμε;
Και στέκεται με γυάλινα φτερά
ψάρι ταιριάζει τον αέρα.

Ο ουρανός, φόντο λευκό
όλο και κατεβαίνει μέσα μου.

ΑΠΟΥΣΙΑ
Έχεις μια χαραμάδα έγχρωμη, μου είπες
και μαύρισε η θάλασσα.

Τι να την κάνω τώρα αυτή τη χαραμάδα
το άνοιγμα της μέσα μου ζωής
αφού δεν ξέρω να μιλώ.

Έκλεισα όλα τα παράθυρα
κοιμήθηκα στο περιθώριο της μνήμης
στο άσπρο που αφήνουν οι πληγές
στερέωσα τις μέρες μου

Και πέρασε η άνοιξη

ΑΠΟΡΙΑ
Μου φόρεσες τα ράκη σου
και συλλαβίζω από τότε
λέξεις που σχίζονται
κλωστές που ξήλωσε αέρας.
Πώς να σε ταξιδέψω τώρα
μ’ ένα καράβι φάντασμα
να πνίγει όλα μου τα λόγια
βράγχια ψαριών να κοκκινίζει
το απόγευμα.
Και το φεγγάρι, αγκίστρι
να τραβά τη νύχτα
άγονη γραμμή
τυφλή γοργόνα να σπαρταρά αιώνες
μ’ αυτό το μάταιο ερώτημα:
Ζει ή δεν ζει
κάποιος Αλέξανδρος

Ο Χρόνος τότε. Ο τίτλος δηλώνει ευθύς εξαρχής,  μια σπουδή πάνω στο θέμα της μνήμης, αναδρομή σ’ ένα τότε που οπωσδήποτε μοιάζει καλύτερο από το νυν… Στην ποίηση της Μαρινάκη κυριαρχεί ένα αποστασιοποιημένο και συγχρόνως ενοχικό εγώ που αντιδιαστέλλεται σ’ ένα μονίμως φευγάτο εσύ (το οποίο μοιάζει να σβήνει σ’ ένα ανοίκειο αλλού), ενώ στο παρόν επικρατεί η σιωπή, η ματαιότητα και κυρίως η διάψευση… Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής αντιλαμβάνεσαι ότι κάποιες λέξεις κάθε λίγο επαναλαμβάνονται, αποτελώντας τρόπον τινά βασικά μοτίβα… Οι πιο συνηθισμένες είναι ένα ζεύγος αντιθέτων το άσπρο/λευκό χρώμα και το σκοτάδι/σκότος σκιά, τα οποία όμως στην ποίηση της Μαρινάκη δεν έχουν πάντοτε νόημα αντιθέτου, αφού και το λευκό μπορεί να καταπλακώνει ή να δηλώνει το κενό. Τον κενό χώρο δηλώνει άλλη μια πολυσύχναστη λέξη ο αέρας/άνεμος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Οι λέξεις «όνειρα», «εκδρομή», «καλοκαίρι», «ιστορία», «πατρίδα» χρησιμοποιούνται συνήθως για να επιτείνουν το αίσθημα της διάψευσης μιας υπόσχεσης ή μιας ευνοϊκής προοπτικής, ενώ οι λέξεις «σιωπή», «τρύπιο», «μνήμη» φέρουν ειδικό βάρος στενοχώριας, μαζί με τη βροχή που συχνά υπονοεί το δάκρυ... Θα έλεγε κανείς ότι ο ήρωας ή η ηρωίδα των ποιημάτων δεν είναι ένα ενεργών πρόσωπο μες στην ατομική του ιστορία, αλλά ενεργούμενο της θλίψης ή του παρελθόντος του [αποσπάσματα από την κριτική του Δημήτρη Αγγελή]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις