ΔΥΟ ΧΟΡΔΕΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ: ΕΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΒΑΤΩ ΚΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΛΙΚΝΙΖΟΜΑΙ

Δάκρυσα στον ύπνο των κυμάτων. Στέγνωσαν τα κύματα απ’ τους βοριάδες που χτυπάνε τις νύχτες μας… Ανήφορος στον ουρανό. Οι αέρηδες εξανέμισαν το χώμα της γης που πατούσες… Γρήγορα στα πανιά. Οι θάλασσες δεν περιμένουν, στερεύουν αν δεν τις ταξιδέψεις… Στις στέγες των πουλιών φωλιές σημαδεμένες από σφενδόνες που δεν στοχεύουνε ποτέ… Φτερό ο χρόνος που αν δεν τον σημαδέψεις πάντοτε θα σου φεύγει… Σήμανε η ώρα να ημερέψεις τους δείκτες σου με τη σοφία της περασμένης σου ζωής. Τα φύλλα των δένδρων σου διδάσκουν τον άνεμο που πέρασε και δεν τον πρόσεξες… Αν αγκαλιάσεις τον κορμό, θα αισθανθείς το αίμα της γης να κυλάει μέσα σου ποτάμι… Αν έγραψες το όνομά μου με νερό θαλασσινό, θα δεις σε λίγο να κρατάω μικρό πολύχρωμο γιούσουρι… Να σου στολίσω τα μαλλιά ή να ταξιδέψω στους βυθούς για να βρω την κατοικία μου;  (επιλογές από τα ΑΚΑΡΙΑΙΑ της Ξανθίππης Ζαχοπούλου, μικρά τρίστιχα ποιήματα από τη συλλογή ΜΑΡΕΡΜΑ, εκδόσεις Πηγή 2016 Ο τίτλος Μάρερμα είναι συμφυρμός από τη λέξη mare (Θάλασσα) και τη λέξη αρμύρα. Σημαίνει λοιπόν ΑΡΜΥΡΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ,  δηλαδή, κάλεσμα της ποιήτριας στο πανηγύρι γεύσεων της θάλασσας, πρόσκληση για το ταξίδι στα κύματά της με το ιστιοφόρο της Ποίησης. Γιατί η Ποίηση, γνήσια, δυναμική, είναι ορμητικό ποτάμι που εκβάλει στη θάλασσα ενός  κόσμου όπου τα πάντα είναι παρθένα, ανέγγιχτα, πρωτόγνωρα, διάφανα, καμωμένα από φως. Παρακάτω κι άλλα ΑΚΑΡΙΑΙΑ μαζί με άλλες μικρές αποφθεγματικές στροφές από την ίδια συλλογή)



ΑΚΟΜΑ ΜΕΤΡΑΣ ΤΟΥΣ ΚΟΚΚΟΥΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΣΟΥ; ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΟΥ ΖΗΤΑ ΟΑΣΕΙΣ
Μέσα στα νερά συμφιλιώθηκα με τον ουρανό
Γιατί πάντα προς τα κεί
είναι στραμμένο το βλέμμα τους

Πάνω στο σκοινί ένα ουράνιο τόξο
δίχως τον ουρανό του
Ισορροπεί ψάχνοντας ουρανό

Εκεί που ψάχνεις ουρανό
έρχεται η γη και σε διεκδικεί
Πώς να φιλιώσεις αυτά τα δυο;

Στα δίχτυα των καιρών οι ονειροβασίες μας
Θα τα σπάσουν
ή θα σπαρταρήσουν τη ζωή τους;

Το φεγγάρι κινείται στην ακινησία του
Σαν τους Κούρους
με το ένα πόδι μπροστά

Δεν θέλω να χάσω αυτό το μαβί της θάλασσας
Είναι σαν να έπεσαν
τα κυκλάμινα από τον ουρανό

Πού μας πάει η βάρκα;
Εκεί που γυρέψαμε
ή εκεί που μας πάει η ζωή;

Να γυρέψετε και η ζωή θα σας πάει
Εκτός αν δε μετρήσατε σωστά
το βάθος του νερού

ΩΣ ΠΟΤΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΘΑ ΑΝΑΒΕΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΒΗΝΕΙ ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ;
Ζεστό αεράκι
Καλοκαιρινό άγγιγμα
Αφύπνιση ζωής

Ως πότε η θάλασσα θα ντύνει τους βράχους
για να τους απογυμνώνει ο γυρισμός;

Ανέραστα

Ζεστό κορμί
Άμμος στην έρημο
Κλεψύδρα έρωτα

Ως πότε ο χρόνος θα ανάβει έρωτες
και τα τους σβήνει δίχως να καίγεται;

Ανέλπιστα

Ζεστό φεγγάρι
Χλωμό φωτοστέφανο
αγίου που λύγισε

Ως πότε το κρίμα θα κλείνει τις πόρτες
σε χίλιους ουρανούς;

Αλλήλους


Ο ΕΡΩΤΑΣ
Ο Έρωτας
Μικρό κοχύλι ψημένο από την άρμη
Κλεψύδρα που της κλέψανε το χρόνο
Κόκκοι που καθρεπτίζουν την οικουμένη
Ηχώ που λησμονάει τον εαυτό της

Ο Έρωτας
Λιοπύρι από παρθενικά τζιτζίκια
Τραγούδι από μήτρα ξεχασμένη
Πορφύρα από ξυπνημένο αίμα
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης

ΕΝΩΣΗ
Ό,τι αντέχει στη σιωπή κρατάει αιώνια
Ό,τι φοβάται τη ζωή μαραίνεται σαν φύλλο

Ό,τι ανοίγει σαν φτερό κερδίζει ουρανούς
Ό,τι τη γη αγαπάει σαν δένδρο μεγαλώνει

Ανοίγεις τη ζωή σου διάπλατα
άμμος αμέτρητη στα δάχτυλα η αγάπη

Αρχίζει ο χρόνος στην παλάμη σου να τρέχει
σαν δυο σταγόνες που ενώθηκαν σε μία

ΥΦΟΣ ΠΡΩΙΝΟΥ
Τα νερά σου με ταξιδεύουν
και η έρημος μου βουλιάζει

Κοίτα!.. Μια στιγμή σταματημένη
στον τοίχο που κοίταζες

Θα ’ναι κείνος ο πίνακας
που με κοιτούσες κατάματα

(Τα ποτάμια σου πλημμυρίσανε
την απότιστη γη μου)

Ο ουρανός σου μου βρέχει αστέρια
Αύριο θα λάμπω!..

Το χρώμα της ζωής σου είναι γαλάζιο
Με ταξιδεύει

Φωτογραφίες στο πάτωμα
Θα ’ναι ζωή που σκόρπισε

Μην σκορπάς τις πικρές ώρες
Είναι αυτές που σε γέννησαν

Στο συρτάρι κρυμμένα φιλιά
Χείλη που δεν βρεθήκανε

Πέταλα που τα ξέχασε ο καιρός
Γι’ αυτό δεν μαράθηκαν

Μην ξεχνάς τις άνοιξες
Περιμένουν την εφηβεία σου

Άνοιξη άνοιξη θ’ ανθίσει
το εφηβικό κορμί μου

Άγαλμα ξεχασμένο
στην ακρογιαλιά του ονείρου σου

Σμιλεύεις την πέτρα μου
για να φανερωθεί η μορφή σου

Τόσος χρόνος! Θα αγγίξεις, άραγε,
ποτέ το πρόσωπό μου;

Βαθιά μυστικά. Τα είπα μόνο στα αστέρια
να γεμίσουν φως

Αργά έβρεξε αστέρια
Τα μυστικά που έγιναν ευχές

Έτσι λάμνουν στις θάλασσες
αναζητώντας στις στεριές σου.

Μη ρίχνεις τη ζωή σου σε θύελλες
Ούριος άνεμος

Γιατί φίλησες τον άνεμο;
Σου έσχισε το πουκάμισο

Πώς θα βγεις με το στήθος γυμνό
αν φοβάσαι τα κύματα;

Οι νύχτες αναβοσβήνουν σαν φάροι
επάνω στους βράχους

Ίσως και να είναι τα γκρέμια
της περασμένης σου ζωής

Κίτρινες υποσχέσεις
Κάποτε ήταν σε λευκό χαρτί

Άσπρο σεντόνι πάνω στους πόθους μου
Τώρα κοιμήθηκαν

Θα ξυπνήσει το κορμί στην αμμουδιά
Κλεψύδρα έρωτα

Θα τρέχουν οι ώρες να πιάσουν το χρόνο
Καυτή άμμος

Στα χέρια σου χαρακτήκανε
οι γραμμές των οριζόντων

Οι δρόμοι μου τρέχουνε
να συναντήσουν τους δρόμους σου

Γυναίκα γυμνή
Κοιμάται στα δάχτυλά μου η ελπίδα

Να ζωγραφίσει σε άσπρο τελάρο
Τη ζωή που ήθελα

Ζωή με σένα
Σε απριλιάτικα πέταλα να χαράζει

Ποίηση: ποιώ, φτιάχνω το ψηφιδωτό που συνθέτει την αλήθεια. Κάθε ψηφίδα βαλμένη με υπομονή και πόνο. Από το χέρι του αιώνιου. Μέσα από εποχές παγετώνων, καυσώνων, σεισμών, κατακλυσμών. Όταν το γάργαρο νερό διατρέχει τις φλέβες της γης ανασκουμπώνοντας τη φύση στο έργο της αλήθειας. Το πέταγμα του γλάρου, το θρόισμα των φύλλων, οι πρασινωπές πέτρες στην όχθη του ποταμού, ο παφλασμός της θάλασσας, η κίνηση του αέρα ανάμεσα στα πέταλα. Όλα υποτεγμένα με αγάπη στην τελείωση. Η Ποίηση αγγίζει το θαύμα. Μικρές εκλάμψεις αλήθειας διατρέχουν με την ταχύτητα του φωτός την ψυχή. Και τότε το θαύμα αρχίζει. Ο ουρανός αποκτά το πρώτο του χρώμα, η γη ανοίγει τα μυστικά της, η ιστορία των φύλλων ψιθυρίζεται στ’ αυτιά σου, το κύμα ξεπλένει και γιατρεύει τις πληγές με την αρμύρα του. Τα πουλιά σε μαθαίνουν να ίπτασαι. Ένα ταξίδι πάνω από τη γη. Να δεις τις ακατοίκητες κρυψώνες της. Μια πτήση στο όνειρο. Που τώρα ακόμα κατοικεί στις καρδιές. Για να διασώζει την αθωότητα. Η Ποίηση διασώζει την αθωότητα. Που ζει υπομονετικά στα πέταλα των λουλουδιών και στο ελαφρύ πέταγμα της μέλισσας. Στις κόρες των ματιών των ελαφιών και στο ελαφρύ πάτημα του ζαρκαδιού. Στα χαμηλωμένα βλέμματα των κοριτσιών που πρώτη φορά αντικρίζουν τον έρωτα. Στα μεγάλα μάτια των παιδιών που γνωρίζουν τον κόσμο. Η Ποίηση διαλύει τα σκοτάδια. Σαν το πρώτο χάραμα της μέρας που θα χαρίσει και πάλι το άπλετο φως της. Για να φωτιστούν τα πάντα. Μέσα κι έξω. Για να ελευθερώσουν όλα το κρυμμένο τους φως. Το αήθινό φως. Που είναι πιο λαμπρό του ήλιου!... ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ από τη συλλογή  της Ξανθίππης Ζαχοπούλου ΜΑΡΕΡΜΑ, εκδόσεις Πηγή 2016…   
Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις