ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΔΙΚΟ ΒΟΛΙ

 Άκου πώς καίγονται οι ψυχούλες στη λάμπα που ανάβεις κάθε βράδυ. Λένε πως είναι νηστικές επιθυμίες νεκρών που επισκέπτονται το φωτεινό μαστό για το μοναδικό ακαριαίο χάδι. Άκου η στιγμή που «τώρα» γίνεται όταν τη ζούμε ζει δίπλα στο νυσταγμένο σου το βλέμμα. Άκου βοή φτερά που καψαλίζονται γαλαζοπράσινα δεμένα με κλωστίτσες όνειρα αλογατάκια φτερωτά σείονται για λίγο λάμπουν αρπάζουνε φωτιά τσιρίζουν τσουρουφλίζονται με την αιθάλη τους τυλίγουνε τον θόρυβο του νοήματος που απέρχεται κι απόψε ύστερα πλαφ νυκτωδία από ενδορφίνες μουσκεύει τους αδένες. Μυρίζει ζάχαρη καμένη από χαμένα παιδικά τραγούδια ή σα να καίνε πτώμα πανσέληνο στον Γάγγη. Με σάλιο από το χαμόγελό σου μουσκεύει ο φόβος τα μπαμπάκια του στο μαξιλάρι. Γύρνα στο άλλο πλευρό. Οι μητερούλες του αιθέρα το θρόισμα του πατέρα του σκοταδιού το χνούδι στο χάδι το καυτό καήκανε. Για σένα δεν υπάρχει ακαριαίο μόνο τα έντομα έχουν τη χάρη. Για σένα τρυπημένο αυγό το σήμερα ξαναβαπτισμένο αύριο να το ρουφήξεις. Να δυναμώσει η κρούστα στην πατούσα σε αναμμένα κάρβουνα να ξαναπερπατήσεις με κόρες διεσταλμένες με τα εικονίσματα στα χέρια. Αληθνό φαινόμενο ακαϊας. Σβήσε το φως. Τόσες ψυχούλες καήκανε απόψε και μύρισε καμένο. Κρέας ανθρώπινο  [ΜΥΡΙΖΕΙ ΚΑΜΕΝΟ από τη συλλογή της Μαρίας Λαγγουρέλη ΝΕΡΟ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2005]



ΤΟ ΓΑΛΑ
Τον πλησιάζει αθόρυβα
ξοδεμένη μέσα στα τούλια
μυρίζοντας λιβάνι η ανάσα της
φυσάει στο πρόσωπό του
λέξεις μακρόσυρτες κυματιστές
μέσα από βάθος θάλασσας μαύρης
τα σταυρωμένα χέρια της
λευκά κεριά αλύγιστα
στίλβουν της αγάπης
το άκαυτο μυστήριο,
τα νύχια της
ξεβαμμένα τώρα
στάζουν αθόρυβα το αίμα
που σκαλίζει την ψυχή του.
εμποτισμένο γάλα
το όνειρο έρχεται
και πιέζει τη θηλή με το ζόρι
στα χείλη του
πίσω εμπρός
εμπρός πίσω
καθώς γέρνει
απ’ το ξυλοκρέβατό της
στην κούνια του
με τις βρεμένες αιωνιότητα φασκιές.

Είναι βραδιές
που την ακούει:
«κοιμήσου» του λέει
«καταζητούμενος είσαι
από έρωτα
και από άδικο βόλι»
[από τη συλλογή ΠΗΡΕ ΦΩΣ, Ηριδανός 1983]

ΜΗΔΕΙΑΖΟΥΣΑ
Ντυμένος Ιάσονας και λάμψη
εικονίζοντας μυστικά
και θύελλες κοιμισμένες
ανέτειλες όγδοη μέρα δημιουργίας
και ανάσκελα έγειρε το οκτώ σε άπειρο.
Γαβγίζανε το σύννεφό σου σκυλιά
μα σε καλοδέχτηκα
φίδι που ανέβαινες
από σπλάχνα αρχαίου πιθαριού.

Είπα να η λάμψη.
Ξεπούλησα τα πάντα για τούτη τη στιγμή
έτριψα μπότες χόρεψα με τα εφτά πέπλα,
μεταμφιεσμένη Χιονάτη, Ωραία Κοιμωμένη,
Κοκκινοσκουφίτσα με τον φόβο στο μάτι
γυναίκα, όπως με θέλησαν οι αιώνες
εκανα πως ξερριζώνω λυκόχορτο.
Γιατί έλαμπε πάνθηρας στα μάτια σου.

Φίλα με φίλα με σου ΄λεγα

Με το άχυρο της ψυχής αναμμένο
την τέχνη του έρωτα έμαθα κρυφά
στην πυρά με χέρια και σφυρά δεμένα
έλαμψα στο σκοτάδι του όχλου
που έσερνε το κάρο μου.
Με πόνο ματιών παντέρημη
σε χώρα κρυστάλλων
πάμφωτο χρονοκράτορα σε ανακήρυξα
το πρώτο δάχτυλο του ποδιού μπήγοντας
στην πηχτή λίμνη του ύπνου σου.

Θα ξεκινούσαμε λέει για φιλί ατελείωτο
να κοπεί η ανάσα της θάλασσας
θα ξερρίζωνα την προκυμαία της γερουσίας,
άπό τό λημάνι
από τις ενοχές μας τους φόνους θα ξερρίζωνα.
Τον χρόνο να μη μας προλάβει
θα τάιζα μέλη κι άλλων αδελφών,
και στην παιδούπολη της σφαγμένης μας χαράς
θα κέρναγα και τους Αργοναύτες
ό,τι περίσσεψε απ’ το φιλί που ακόμα
σε καταποντίζει στη μέση του ύπνου σου
και σε ξεβράζει σε όχθη μουσκεμένη.

Φίλα με φίλα με θα σου ΄λεγα

Μέ κόλλυβα πού πότισα
ξέκανα τό σόι τής εξουσίας.
Σε πόλεις που έζεχναν πτωμαΐνη
εσύ με καμάρωνες
με ένα χτενάκι απ’ τα μαλλιά μου
να παραβιάζω ξένα όνειρα
στα άκαμπτα λινά τους αφήναμε τιμωρό εξαίσιο άρωμα
και ο κύκλος των μαλλιών μου χάραζε μήλα
και αρχαίων ληκύθων καμπύλες
που λύνονταν στο χάος.

Ανήκαμε στη μουσική τυφλοί κι οι δύο
χορεύοντας βαλσάκι που μας σφύριζε
ο κόσμος πεθαμένος
με τα σαγόνια του δεμένα.

Φίλα με, φίλα με σου ΄λεγα.

Άνασσα εγώ των Κόλχων
έμαθα την τέχνη του θανάτου
με την τριβή, με την φθορά
τρίβοντας το σώμα στο χώμα
που έχει το καθετί χωρίς αίμα
στο σώμα μου
κόκκινο σημαίνει παπαρούνα
δαγκωματιά που έμεινε
έμεινε μια στροφή από φλάουτο
κάτι σαν πληγωμένο αίμα από ελάφι
κάτι που έρπει πια παντού
άκρη απ’ τον μανδύα της Εκάτης

Φίλα με φίλα με θα σου ΄λεγα μια ζωή.

Τα αγάπησες πολύ τα χέρια μου,
φωσφορίζανε στο σκοτάδι
μόλις σκότωσα άνθρωπο
μάτια φριχτά μας κοίταζαν από άχρωμους χιτώνες
που έκρυβαν τους σκελετούς του πόθου.
Στα νεκροταφεία ελεφάντων που σου δόθηκα
πελώρια οστά ανταύγαζαν την Δήλο και το φάος
του κορμιού μας
ένα εγώ το αρσενικό σου
ένα εσύ το θηλυκό μου
πάναγνοι αναδυθήκαμε σε ράχες δελφινιών
στο αρχιπέλαγος της τρέλας
με  μισές  φράσεις  αλεπάλληλους  τρόμους.
Πτώση στο κενό όπως  στα ονειρα
σε βραυρώνες  με ελάφια
και αχραντους βωμούς.
Τα φύκια σάλευαν καφετιές γραβάτες
να σφίξουν την καρωτίδα
εκεί στον βυθό
του αίματος που κι οι δύο σφαδάζαμε
απ’ το ρυάκι της πλάτης μου
μοσχοσάπουνο γλύστραγες
στην άβυσσο.
Λυτά δαιμόνια στα κορμιά μας
δεν ξόρκιζαν τη δίψα
που ακόμα μας καίει.
Τι στυφό το στόμα, στόμα που υποσχέθηκε
να παίζουμε κρυφτό με την μάσκα του Κρέοντα
που τώρα προσκυνάς.
Θυμάσαι που γλύφαμε το αλάτι στα βράχια
καθώς του πόντου τα νερά μας ξέβραζαν
στα άρμενα τινάζονταν
φυσαλίδες χιλιάδες
απ’ το σπέρμα σου παιδιά χαμένα
που τα πήρε ο πόντος
κι άλλα δύο σφαγμένα
που τα πήρε ο πόνος
κομμάτια της ψυχής μου που είσαι εσύ
κομμάτια μου που πόναγαν
σκότωσα σαν παιδί μου
λες και τα στήθια μου ξέσκισα
λες και όρχεις συνέθλιψα.

Φίλα με, φίλα με, θα σου ΄λεγα

Μα δεν θα με μισούσαν αν μ’ έλεγαν Αβραάμ.
Όχι δεν καταδέχτηκα θρησκεία να στεριώσω με θυσία.
Κόρη του ήλιου σκότωσα για τον ήλιο του έρωτα
το μόνο αληθινό
που μες στη μήτρα μου γεννήθηκε
απ’ το δικό μας σμίξιμο.
Πώς καταδέχτηκες
αγύρτης με φορεσιά βασιλική
κοιμισμένον σε τραπεζομάντιλα μ’ αποφάγια
να μου λένε πως σε ραίνουν νομίσματα
στα παζάρια της Ασσίζης, στα γλέντια της Σαπφούς
να τοξεύουν αρκουδόγυφτοι το κορμί σου
δεμένο σε κορμούς δέντρων.

Άνασσα εγώ η ανάσα σου
ξέρω για πού μας έγραφε το αίμα μας αρμένισμα
ξέρω πως τώρα γέρνει στο κοτσάνι του
το σπίτι σου με  κάλτσες εξαπτέρυγα
 στο τζάκι να στεγνώνουν.
Έρχεται από παντού ευωδιά όχι από σάρκα
αλλά από βρασμένα χόρτα…Σαρακοστή
κι εσύ κοιτάζεις με άπλανή ματιά μια Γλαύκη
την πίτα σου με λάδι και σκοτάδι να ζυμώνει.

Σέ ποιο δωμάτιο το ΄κρυψες
Τό ποιήμα πού ‘εστυψες γιά χρυσάφι.
΄Με λαδοφάναρο ή την αστραπή
το ψάχνεις στο κελάρι πιωμένος.
Πέπλο πού κόλλησε στη σωφροσύνη σου
πυρακτωμένο.

Ακούει καρδιά σου ακόμα
κάτι σουβλερό από ξένη χώρα.
Ο παπαγάλος το χρυσάφι
στο νησί του πειρατή
θα σε ακολουθεί
θα ΄ρχονται ξωπίσω μας
ξύλα σαπισμένα απ’ τ’ άλμπουρα
χνούδι πεταλούδας
που δεν πιάσανε τα δάχτυλα.
Το βλέμμα το ένα
που έχει η λέξη μαζί
θα μας κυττάζει θα μας δικάζει
που δεν το ζήσαμε.
Δεν  μας συγχωρεσε  δεν  μας χώρεσε
Ό χώρος και ο χρόνος
Μας χωρισε΄.
Αχ  δεν θάρθεις ποτέ
με τον αυλό και το δρεπάνι
ολόγυμνος.
Κυττάξου θαμπώνει ο καθρέφτης .
Που το ΄χεις κρύψει, απόστρατος  του έρωτα,ψάχνεις
μετοχές τάσυμβόλαια τά πτυχίατίς ρακέτες
 αφρικάνικης φυλής χαμένης τό τραγούδι.
Βαριά  ή ανάσα του θηρίου στον αυχένα

βουβό στο βάθος του αίματος
αυτό που μας ανήκει.       
Ζευγάρι κατακόκκινα σαντάλια
από τό ακρωτηριασμένο μου κορμί
χορεύουνε στο στήθος σου ακόμα.

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΝ ΤΡΕΦΕΙ ΤΟ ΦΩΣ
Πάντα ήθελα
να αγοράσω μια λάμπα
για το δωμάτιο σου.
Όχι πως ήταν σκοτεινό αλλά να,
ήθελα τάχα να σου πω
πώς ανάβοντας κάθε βράδυ το μυστικό μας
θα μπορούσες να θυμάσαι
πώς εσύ ζητούσες
να σβήνεις
τη μνήμη.

ΠΡΩΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
Γεράκι ραμφίζει
το τσόφλι της νύχτας ραγίζει «ξυπνήστε»
μας έλεγαν «ξημερώνει», έτσι μας έλεγαν αγάπη μου
ξημέρωσε, μας σκούνταγαν όμορφες μητερούλες
ξάγρυπνες ολονυχτίς με ζεστές κουβέρτες
γύρω απ’ την ζύμη πότε να ανέβει.
θα ανέβει θα ανυψωθείτε μας έταζαν
σχολική εκδρομή στο όρος Θαβώρ μας έστελναν
για να μεταμορφωθούμε σωτήρες
μας ράντιζαν τα χοντροπάπουτσα τα τρυφερά σάντουιτς.
Χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες,
ο δήμαρχος ο πρύτανις το ιερατείο, μας ευλογούσαν
σφράγιζαν τα διπλώματα τις ταυτότητες
στοιχιθείτε σε ομάδες σε γραμμή
σε εξίσωση με ότι προηγήθηκε προχωρούσαμε
σπρωγμένοι ανεβαίναμε
νήπια έφηβοι εραστές κι ερωμένοι
με δροσερό νεράκι στο παγούρι
«το καπέλο σου να μην πάθεις ηλίαση»
Αυτή την δαγκωνιά στο μαύρο
ανατολή μας το είπαν αγάπη μου.
Που είναι τα ρόδα τα χείλια που είναι τα φιλιά
το χαμένο Ισφαχάν  πού είναι το έλεος,
μια στάλα λάδι στο γρανάζι
αγάπη μου  να γίνει η ζωή ζωή,
το’ μέσα μας το  κάρβουνο πώς να καίει ασταμάτητα
-η μονη ζέστη πού πολεμαέι η  πετρελαιοπηγη-
μέσα στα υλικά της ανατίναξης έκρυψα,
μυστικό μαζί με το πρώτο ραβασακι
στο σχολείο πού σού εστειλα.
Τοκρυψα  στο ποιήμα  στόν χυμό,
μέσα στην  λέξη ξηρασία που πίνω για  ν’ αντέξω.
Γιατί κάθε πρωί σώνεται  το λαδάκ ι μου
ξυπνάω  σ’ένα σεντόνι   ιορδανη
μουσκεμενο στο πετρέλαιο
με ζώνουν οι νάρκες και τά φίδια
ούτε τά χείλια ουτε τά  φιλιά
ούτε το προσωπό σου βρήκα αγάπη
μόνο πολύ φοβήθηκα τον ουρανό ματωμένο
καρφωμένο με αυτά  τά πύρινα καρφιά.
Αιώνες το  λέει η περιστερά στον  Πρόδρομο
κρυφά  να μην ακούσουνε τά ορνεα,
δεν έχω ακόμα μεταμορφωθεί σωτήρας
η Σόνια καί οι αδελφές της
 εσβυσαν μόνες στό γηροκομείο.
Μυρίζει  πολύ πετρελαιο καθε πρωί,
σβύνουν σε μια τεράστια λαδιά  
παιδικά βλέμματα κι απορίες
ερωτήσεις και ξύσματα από λέξεις:
πράξη, άνοιξη, εξαγγελία, ξημερώνει…
Ξέχνα τό πορφυρό,αγάπη μου.
Πετρόλ ειναι τό  χρώμα.
Στό όρος  Θαβώρ
χαράζει.
Λέξη
χαρακιά.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Εδώ κτερίσματα στίχων από Συλλογές της Μαρίας Λαγγουρέλη
 Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις