ΟΜΗΡΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΙΑΣ ΜΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΕΙΜΑΙ (ένας απέραντος ωκεανός ή μια κουταλιά νερό δεν έχουν απολύτως καμία διαφορά για κείνον που πνίγεται):

Είχε έναν περίεργο τρόπο να προσλαμβάνει την Τέχνη. Στα μουσεία ή στις γκαλερί, για παράδειγμα, περιφερόταν με πλάτη προς τα εκθέματα παρατηρώντας μόνο τα πρόσωπα των επισκεπτών. Σάμπως τα πρόσωπα αυτά περιείχαν έναν μυστηριώδη καθρέφτη, μέσα απ’ τον οποίο μπορούσε καθαρά να διακρίνει τα έργα και τα κρυμμένα τους. Έτσι η συγκίνηση φιλτράρεται κι αντανακλάται, ισχυριζόταν. Κάτι επίσης ιδιόρρυθμο έκανε και με τα βιβλία. Τα διάβαζε πάντοτε ανάποδα, από την τελευταία προς την πρώτη αράδα, κι έτσι μπορούσε να εκτιμήσει την αξία τους. Ήταν ο δικός του τρόπος απόσταξης, αποκρυστάλλωσης της ουσίας, όπως έλεγε. Το μυστήριο όμως ήταν με τη μουσική. Νύχτες με καταιγίδα έβγαινε έξω και, πάντοτε ανάποδα προς εαυτόν, έστρεφε τον ήχο προς τον καιρό. Μόνο έτσι μπορούσε να διακρίνει την αξία της μουσικής. Ήταν βέβαιος πως με καλή μουσική η καταιγίδα θα γαληνέψει. [ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ Από τη συλλογή Έρημος, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013. Φωτογραφία: Jörg Hastrich – ακολουθούν κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή και μια σύντομη ΠΡΟΣΕΥΧΗ από τα ΑΣΜΑΤΑ και ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ] 



ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ:  Ποτέ δεν συμπάθησε τον ήλιο και τα προφανή του.  Aλλιώς θα γινόταν χρυσοχόος [Αργυροχόος του Γιάννη Πετράκη)
Ίσως μια σύντομη προσευχή και μετά ένα φευγαλέο βλέμμα τριγύρω. Μια βαριά πέτρα συνοδεία κι έπειτα νερό. Άφθονο τραχύ νερό. Οι περισσότεροι εξαργυρώνουν αυτήν την πέτρα που τους ταξιδεύει προς το βυθό με τη λύτρωση από τη βάσανο ενός αβίωτου βίου. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που ανταλλάσσουν την πέτρα με ένα σφουγγάρι κι επιστρέφουν στην επιφάνεια θριαμβευτές. Λένε πως οι σφουγγαράδες δεν κλαίνε. Έχουν την ικανότητα να καθαρίζουν με εκείνο το βρεγμένο σφουγγάρι το μαυροπίνακα της ζωής τους.
[από τη συλλογή Άσματα Φαντάσματα, του Γιάννη Πετράκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011]

ΤΑ ΚΛΑΣΜΑΤΑ (από τη συλλογή Έρημος)
Οι άνθρωποι είναι κλάσματα. Ακριβώς όπως εκείνα
της αριθμητικής. Υπάρχουν αυτά που επιθυμούν
απλώς να προστεθούν, οπότε ένας κοινός
παρονομαστής αρκεί. Υπάρχουν κι εκείνα που επιδιώκουν
να πολλαπλασιαστούν, οπότε ο παρονομαστής
είναι αδιάφορος. Αντιθέτως με όσα ισχυρίζονται
χρόνια τώρα οι δάσκαλοι, τελικά αποδεικνύεται
ότι υπάρχουν και κλάσματα με μηδέν στον
παρονομαστή. Και με κάποιο παράξενο τρόπο μάλιστα
καταφέρνουν και πολλαπλασιάζονται.
 

ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΟ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΟ
Κάθε φορά που βλέπω οινόφιλα κουνούπια στο κρασί μου, αναρωτιέμαι αν με ηρωικό αλτρουισμό προσπαθούν να μου θυμίσουν πως το αλκοόλ σκοτώνει ή αν με ηρωικό πεσιμισμό επιλέγουν τον απολαυστικότερο των θανάτων.

ΣΗΜΑΔΙ
Η πεταλούδα στεκόταν με αλώβητη περηφάνια γερά γαντζωμένη απ’ τη μάλλον σαστισμένη φλόγα του κεριού. Τα φτερά της λαμπύριζαν στο κίτρινο φως και η όψη της ακτινοβολούσε ικανοποίηση, όμοια μ’ εκείνην της αγαπημένης μου που ώρα τώρα κάνει τσουλήθρα στην εσωτερική πλευρά της ημισελήνου. Σημάδι πως πρέπει να σταματήσω να πίνω κι απόψε.

ΕΡΙΝΥΕΣ
Όσο θα μαδάς πουλιά για να συγκεντρώνεις πούπουλα, εκείνες θα γεμίζουν καρφιά το μαξιλάρι σου.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
«Ο ουρανός θα κοκκινίσει από το αίμα», είπε το ατσάλι. Η φωτιά συμφώνησε. «Ο ουρανός θα κοκκινίσει από την ιδέα», είπε το σφυρί. Το δρεπάνι συμφώνησε. «Προσέξτε μην κοκκινίσει από ντροπή», συμβούλευσε στωικά, με την τεράστια εμπειρία του σε χτυπήματα, το αμόνι.
[Από τη συλλογή Έρημος, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013. Φωτογραφία: Jörg Hastrich] 

Ο ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΣ
Χρόνια έτρεχε τον μοναχικό αυτό αγώνα. Η αφετηρία πολύ πίσω και το τέρμα αόρατο. άλλοτε γέμιζε κουράγιο να συνεχίσει, άλλοτε αποκαρδιωνόταν και σκεφτόταν να τα παρατήσει. Όμως, σταθερά έτρεχε. Όσο πλησίαζε η ώρα, αναλογιζόταν το τέλος. Άλλοτε προαπολάμβανε την υστεροφημία  του ένδοξου τερματισμού, άλλοτε η ιδέα και μόνο τον τρόμαζε απελπιστικά. Μόλις άρχισε να αχνοφαίνεται το ανελέητο νήμα, αποφάσισε να κάνει μεταβολή και να γυρίσει πίσω. Φυσικά, αυτό δεν επιτρεπόταν. Ελεύθεροι σκοπευτές ήταν ακροβολισμένοι σε όλο το στάδιο.

Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ (Εις μνήμην Αργύρη Χιόνη)
Κάποια μέρα, κρυφά η ποίηση στάθηκε γυμνή  μπροστά στον καθρέφτη. Συνεπαρμένη δεν αντελήφθη το βλέμμα που με το βάδισμα της γάτας είχε παρεισφρήσει από τη χαραμάδα. Η άνασσα,  γυμνή μπροστά στον καθρέφτη, φανέρωνε τη φύση της. Κι εκείνος, δίχως ανάσα, ενεός ενώπιον της αποκάλυψης. Το αιώνιο μυστικό ξεκλειδώθηκε. Έγινε ειδωλολάτρης και σώπασε για πάντα. Έτσι, δυστυχώς, δεν έμαθε ποτέ κανείς τίποτα περαιτέρω.

[ΠΗΓΗ: Γιάννης Πετράκης, κτερίσματα στίχων από την ποιητική συλλογή Έρημος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις