ΣΚΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΣΟΥ ΝΑ ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ:

Μέλλον του Έρωτα είναι να υποταχθείς στη μορφή του Πόθου την τελείως πρωτόγονη… Να μην αφήσεις πίσω σου να χορταριάσουν οι δρόμοι του Πόθου. Τίποτα δεν κρατάει λιγότερο, στην τέχνη, στις επιστήμες, από αυτή τη θέληση για δεσμεύσεις, λεηλασία, συγκομιδή. Στα κομμάτια κάθε υποδούλωση, ακόμα κι αν υπακούει στην παγκόσμια χρησιμότητα, ακόμα κι αν ήταν μέσα στους κήπους με τα πολύτιμα πετράδια του Μοντεζούμα! Ακόμα και σήμερα δεν περιμένω τίποτα παρά από την υπευθυνότητα μου και μόνο, παρά μόνο απ’ αυτή τη δίψα να περιπλανιέσαι στη συνάντηση του παντός, που είμαι βέβαιος πως αυτό με κρατάει σε μυστηριώδη επαφή μ’ άλλα διαθέσιμα όντα, σαν να είχαμε κληθεί να συγκεντρωθούμε ξαφνικά. Θα ήθελα η ζωή μου να μην αφήνει πίσω της άλλο ψίθυρο παρά τον ψίθυρο ενός τραγουδιού για να σκοτώσει κανείς την ώρα του. Ανεξάρτητα μ’ ότι συμβαίνει, δεν συμβαίνει, η αναμονή είναι υπέροχη!... [ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ, ύψιλον/ βιβλία Αθήνα 1981]




ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ ΣΤΗΝ ΟΛΟΓΙΟΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Φτάνει κανείς στην κορυφή του Teide μ’ ένα ανελκυστήρα μετά από πολλές ώρες, η καρδιά πηγαίνει ανεπαίσθητα στο ασπροκόκκινο, τα μάτια γλιστρούν μέχρι που να κλείσουν τελείως πάνω στα πλατώματα που διαδέχονται το ένα το άλλο. Αφήνω από κάτω τις μικρές σεληνιακές πλατείες με τους πάγκους τους βαλμένους γύρω από μια λιμνούλα που ο βυθός της μόλις και παρουσιάζεται πιο στιλπνός κάτω από το βάρος ενός δαχτυλιδιού νερού κι απ’ τον φαντασιώδη αφρό μερικών κύκνων, όλο αυτό κομμένο στην ίδια γαλάζια κεραμική με μεγάλα άσπρα λουλούδια. Εκεί στα κατάβαθα αυτής της φιάλης, που στα χείλια της δεν θα γλιστρήσει πια για να κάνει να τραγουδήσουν παρά μόνο το ελεύθερο πέταγμα του καναρινιού του νησιού, εκεί όσο πέφτει η νύχτα το τακούνι της πολύ νέας κόρης επιταχύνει το ρυθμό του, το τακούνι που αρχίζει να υψώνεται από ένα μυστικό.

Σκέφτομαι αυτήν που ζωγράφισε ο Picasso εδώ και τριάντα χρόνια, που αναρίθμητα αντίγραφά της διασταυρώνονται στη Santa Cruz από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, με μαύρο φόρεμα, με αυτό το φλογερό βλέμμα που σβήνει για να ξαναζωντανέψει ασταμάτητα αλλού σαν μια φωτιά που τρέχει πάνω στο χιόνι. Η φλογερή πέτρα του σεξουαλικού υποσυνείδητου, όσο γίνεται πιο άγνωστη στις ιδιοτυπίες της, προφυλαγμένη από κάθε σκέψη άμεσης κατοχής, ανασχηματίζεται σ’ αυτό το βάθος όπως σε κανένα άλλο, το παν χάνεται μέσα στους τελευταίους μετατονισμούς του ανήκουστου φοίνικα, που είναι ταυτοχρόνως και οι πρώτοι. Ξεπεράσαμε την κορυφή των σπιθοδένδρων που ανάμεσά τους διαφαίνεται το πορφυρό φτερό του και οι χίλιοι ρόδακές τους ο ένας μες στον άλλο δεν επιτρέπουν να δω περισσότερο τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα φύλλο, ένα λουλούδι και μια φλόγα. Ήταν σαν τόσες πυρκαγιές, που έπιασαν σπίτια και αρκέστηκαν να υπάρξουν κοντά τους χωρίς να τα σφιχταγκαλιάσουν. Οι αρραβωνιασμένες έλαμπαν στα παράθυρα, φωτισμένες από ένα μόνο αδιάκριτο κλαδί, κι οι φωνές τους, όπως εναλλάσσονταν με τις φωνές των παλικαριών που τα ’καιγε κάτω ο πόθος για κείνες, ανακάτευαν στα ξέφρενα αρώματα της νύχτας του Μάη έναν ανησυχητικό ψίθυρο, ιλιγγιώδη σαν κι αυτόν που μπορεί να φανερώσει το πλησίασμα της Σφίγγας πάνω στο μετάξι των ερήμων.

Το ερώτημα που όρθωνε με χάρη μια τέτοιαν ώρα τόσα βυζιά, όπως είχε τεθεί μέσα σε άριστες συνθήκες τόπου και χρόνου, πραγματικά δεν ήταν τίποτα άλλο από ερώτημα για το μέλλον του έρωτος – από ερώτημα για το μέλλον ενός μόνου έρωτος και, γι’ αυτό, κάθε έρωτος [μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ, ύψιλον/ βιβλία Αθήνα 1981]

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟΝ
Η ταξιδιώτισσα που διέσχισε τις Halles σαν έπεφτε το καλοκαίρι
περπάταγε στις μύτες των ποδιών
Η απελπισία κυλούσε στον ουρανό τα μεγάλα τα τόσο ωραία της φιδόχορτα
Και μέσα στην τσάντα της υπήρχε τ’ όνειρό μου αυτό το άρωμα που συνεφέρνει
Που μόνο η νονά του Θεού το μύρισε
Η αποχαύνωση ξετυλίγονταν σαν ατμός
Στο Chien qui fume
Που μόλις μπήκαν τα υπέρ και τα κατά
Τη νέα γυναίκα αυτοί δεν μπορούσαν να την δουν παρά μονάχα άσχημα και λοξά.
Είχα να κάμω με την πρέσβειρα της νιτρικής ποτάσσας
Ή της λευκής καμπύλης πάνω σε μαύρο φόντο που τη λέμε σκέψη
Ο χορός των Ιννοκεντίων κρατούσε καλά
Τα λαμπιόνια ανάβανε σιγά-σιγά μέσα στις καστανιές
Η κυρία χωρίς σκιά γονάτισε πάνω στο Pont au Change
Στην οδό Git le- Coeur τα ρόπτρα δεν ήταν πια τα ίδια
Οι υποσχέσεις της νύχτας επιτέλους είχαν τηρηθεί
Τα ταξιδιωτικά περιστέρια τα εφεδρικά φιλιά
ενώνονταν στα βυζιά της ωραίας άγνωστης
Ριγμένα κάτω απ’ τα κρέπια των τελείων σημασιών
Μια αγροικία ευημερούσε μεσ’ στη μέση του Παρισιού
Και τα παράθυρά της βλέπανε στο Γαλαξία
Κανένας δεν την κατοικούσε ακόμα γιατί υπήρχαν κόλακες
κόλακες που ξέρουμε πως είναι πιο αφοσιωμένοι κι απ’ τους βρικόλακες
μερικοί σαν τη γυναίκα αυτή μοιάζουν να κολυμπάνε
Και μέσα στον έρωτα μπαίνει κάτι απ’ την υπόστασή τους
Τους εσωτερικεύει
Δεν είναι άθυρμα καμιάς αισθησιακής δυνάμεως
Κι εν τούτοις ο γρύλλος που τραγουδούσε μέσα στα μαλλιά της στάχτης
Ένα βράδυ κοντά στο άγαλμα του Eteinne Marcel
Μου ’ριξε μια ματιά γεμάτη κατανόηση
Ο Antre Breton είπε περνάει

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΤΟΝ: Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης Στέκες σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλάϊων με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σκοπιάς σου. Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων. Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη. Με την φωνή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία. Φανατικό πουλί της οικουμένης. Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία. Όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις πάντα με βεβαιότητα τα μάτι [Ανδρέας Εμπειρίκος]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις