ΜΑΝΑ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΑΠΛΩΣ ΚΑΡΔΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΝ ΠΑΛΜΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΛΛΕΙ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ:

Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά… Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης; Παντού στην Αθήνα μας τραύματα νωχελικά μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας σα σκυλί προδομένη αγάπη σα διάχυτο λαϊκό τραγούδι γιομάτο ευγένεια. Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου είναι γυμνή κι έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο γιατί τώρα αυτή η στιγμή στην πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα εγώ κι ο φίλος μου είμαστε δυο δίδυμες πληγές εξάρσεως ή δυο άνθη πεθαμένα στη γέννα τους ή δυο λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα τσιγάρα μας  οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί. Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική!.. Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική!.. Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως οι ωραίες γυναίκες μπας κι αγαπηθούν στο τέλος. Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται, όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει αλλά με τίποτε δεν νερώνει ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χριστούς ούτε με γλυκές κάμαρες. Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.. Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το δρόμο του γυρισμού και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας δεν με περιμένει, τι Προμηθέας, τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει. Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν τα φώτα, δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς διανυκτερεύοντα έχει, την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο-λίγο και τα μάτια γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους, έρχονται τα φύλλα της καρδιάς να αγναντέψουν καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν, τα πήρε ο ύπνος κι έγειραν για πάντα. Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι, πριν και μετά το κρασί σκοτάδι, πριν και μετά τα άνθη του αίματος σκοτάδι και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα, τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα. Υπάρχουνε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια υπάρχουμε ως υπογραφές κόκκινες κατακόκκινες της φωτιάς σ’ απίθανα σημεία της νύχτας. Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά τα κομμάτια μας και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα μουσικά όργανα [το ποίημα ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ του Θωμά Γκόρπα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Νίκου Καρούζου – παρακάτω ανθολογούνται κι άλλα αντιπροσωπευτικά ποιήματα του από διάφορες συλλογές – ART by  jay maisel street photography]


ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
Εγώ αγαπώ τον Κάλβο εσύ το Σολωμό
μας χωρίζει μι’ αλλαγή βλέμματος
ή άβυσσος;

ΠΛΑΝΑ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα στο πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινό
κι ένας άνδρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του…

ΑΓΑΠΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Φύσημα των δένδρων σβήσιμο του κύματος
άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές
ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα
παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικού σταθμοί
τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά.

ΑΓΡΙΟΤΗΣ ΕΡΩΤΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
Κοίτα το κατσίκι πώς ανεβαίνει
κοίτα το κατσίκι πώς κατεβαίνει!
Θα σε λέω κατσίκι!
Δεν ξέρω καμιά τάδε
ν’ ανεβοκατεβαίνει στο κεφάλι μου
καθώς το αίμα μου στο κάτω κεφάλι μου!
Τέτοιες ώρες εγώ τ’ απάνω κεφάλι μου
το στέλνω να κανει τουρισμό!
Είναι να κρυβόμαστε;
Είσαι κατσίκι ελληνικό
κι εγώ ελ-
ληνικό κατσάβραχο

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
Λέμε κουρδιστής πιάνων
γιατί να μην πούμε και κουρδιστής καρδιών;
Ξέρω έναν τον λένε μπουζουξή
Βεβαίως αυτός δεν το δέχεται, αρνείται
Με καλεί και μου δείχνει πώς κουρδίζει το μπουζούκι του
Συγκινείται μου λέει: «Αυτό είναι η καρδιά μου
μακάρι να ’ναι κι η καρδιά τόσων και τόσων άλλων
με τα ίδια ωραία και με τον ίδιο πόνο…»!

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Κεράσια του ουρανού γάντζοι τ’ ουρανού πολεμοφόδια πίτουρα πατσάς τα ξημερώματα γύφτος ζουρνάς τρύγος ιτιάς τραγούδι που περπατάει τα βράδια ζύγια προβιές χαλκούνια κόπιτσες κεριά και κουβαρίστρες κάρβουνα ν’ ανάψουνε το μαγκάλι πυρετωδώς σκοντάφτανε πώς να γυρίσουν πίσω πυρετωδώς τραβούσανε κουπί κι ο ήλιος που βασίλευε τους γύριζε στην πόλη πόλη πολίχνη ποταμός πριάρι πρύμη-πλώρη καρφί καφτή καρσιλαμάς καραμπογιά κατώι βόδι βρυσούλα βύσσινο βουνοκορφή βιτρίνα λάδι λαχτάρα λαιμαργιά λαδομπογιά λιοπύρι μέρα μεράκι μυρουδιά μύλος μελομακάρονα νισάφι νέφτι ντέρτι ντάλιες ντουνιάς ναπολιτάνος ξυράφι ξόβεργα ξυστά Ξηερόμερο και Βάλτος όχτος οροσειρά ορόσημο ορίζων παδέλα πιάτο προσφυγιά πρωί και μεσημέρι ρόδα ροδέλα ρόπαλο ροπή ρώτα να μάθεις σκατά σκεπή σκαρί σκουτιά σκαμνί σκατένιος τώρα τραγί τρεμούλιασμα τραίνο τριαμισάρα ύψος υποδοχή υποβρύχιο υποδοχή υπό μάλης φωτιά φλουριά φθινόπωρο φυρονεριά φυτίλι χρονιά χολή χωριό χυλόπιτα χιλιόμετρα χαντάκι ψωμί ψυχή ψυχρολουσία ψηλοτάβανο ψωμάκι ώρα ωρολογοποιός ωραία τα περάσαμε ωραία ω!..

ΑΠΟ ΔΩ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας
Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα
για να τρομάζουμε τους τρομαγμένους

ΤΡΑΓΩΔΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ’ρχονταν σε λίγο
κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ’διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δεν γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δεν μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες στο τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ’χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΠΑΛΙ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Δημοτικό τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται στα ποιήματά μας
Λαϊκό τραγούδι

ΕΜΕΙΣ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα…
Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά τσιγάρα καφέδες και κρασιά κουτούκια και ταξιά έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άνδρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες…

ΕΝΑ ΣΤΗΘΟΣ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
Το στήθος σου λευκό δίφυλλο ρόδο.
Το στήθος σου αφρός του μπάτη.
Επάνω στο σταυρό του λιγοθύμησε ο ήλιος.
Το στήθος σου είναι προσκλητήριο μέσα στο μεσημέρι.
Επάνω στο σταυρό του ακουμπάει ο έρωτας και περιμένει
Το στήθος σου είναι ο τελευταίος δρόμος
Επάνω στο σταυρό του διαμαρτύρεται το έρημο καλοκαίρι
Πλάι σου παραληρεί η κοπέλα με το ρημαγμένο στήθος
Είπα: θα με κερδίσεις μα όχι με το στήθος.
Στο χρονικό του διάβασα με πίκρα
χίλιες πολιορκίες χίλιες προσμονές

ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟ (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ)
Πώς και δεν πέθανε ο Απολλιναίρ μέσα στην ποίησή του;
Με ποιο φακό διακρίνουμε τα σκοτεινά σημεία της αγάπης;
Βρέχει και βρέχομαι κι ο ήλιος τουρτουρίζει μέσα μου!..

Δεν είμαι ο Θωμάς που λέτε ότι ξέρετε, δεν είμαι ο Ποιητής που λέτε ότι θαυμάζετε, δεν είμαι καταπληκτικός δεν είμαι ανεπανάληπτος, ούτε θηρίο της ερήμου ούτε σκύλος που δαγκώνει… Μέσα μου ένα άνθος απολέμητης μοναξιάς και τα πικρά φύλλα της καρδιάς γεμάτα δροσερές πηγές λυγμών. Σώζομαι, αν σώζομαι τελικά, χάρη σε κάποιες τέχνες ταπεινές που ξέρω: του τσιγάρου, του ξενυχτιού της νοσταλγίας και της αθανασίας τόσων ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα… Ψάχνω για νέες αγάπες πυρετωδώς και όταν δεν τις βρίσκω τις φαντάζομαι ώσπου να τις βρω!.. Γράφω πού και πού ποιήματα μερικά απ’ τα πολλά που ονειρεύομαι και βάζω μέσα σ’ αυτά δικά μου και δικά σας όνειρα για τα οποία εσείς και ντρέπεστε και υποφέρετε…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις