ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΥΣΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ (της Ρέμβης και της Φαντασίας):

Κοίτα το ηλιοτρόπιο, είπε. Υπήρχε εκεί μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη σαν άνθρωπος, καθισμένη κατάξερη στην κορφή μιας στοίβας από αρχαίο πριονίδι -έτρεξα μαγεμένος –ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο… το γκρίζο Ηλιοτρόπιο που ζυγιαζόταν κόντρα στο δειλινό, έτοιμο να σπάσει, ρημαγμένο και σκονισμένο με το φούμο και την καπνιά γηραλέων ατμομηχανών στο μάτι του – στεφάνια αξαστέρωτες ταξιανθίες λυγισμένες και σπασμένες σα σφυροκοπημένα στέμματα, σπόροι που πετάχτηκαν έξω από το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο –όπου – να ’ναι στόμα ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες σβησμένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένοι ιστοί αράχνης, φύλλα σα χέρια βγαλμένα απ’ το κοτσάνι, χειρονομίες από την πελεκουδισμένη ρίζα…  κι όλες εκείνες οι θολές οι σκέψεις του θανάτου, τα σκονισμένα χωρίς αγάπη μάτια και τα κομμάτια και οι μαραμένες ρίζες, στο σωρό από άμμο και πριονίδι, τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα σωθικά του αυτοκινήτου που βήχει και κλαίει, τα άδεια παντέρημα κονσερβοκούτια με τις σκουριασμένες γλώσσες αλίμονο, τι άλλο δεν θα μπορούσα να κατονομάσω… Τέλεια ομορφιά του ηλιοτροπίου! τελεία και αγαπημένη εξαίρετη ύπαρξη του ηλιοτροπίου γλυκό απροσποίητο μάτι για το νιο φεγγάρι, που ξύπνησε άταχτο κι ανυπόμονο αρπάζοντας στη σκιά του δειλινού τις χρυσές μηνιαίες αύρες του ήλιου της ανατολής!.. Φτωχό πεθαμένο λουλούδι, πότε ξέχασες πως ήσουν λουλούδι; πότε κοίταξες το δέρμα σου και το πήρες απόφαση πια πως είσαι μια ανίκανη βρώμικη γέρικη ατμομηχανή, το φάσμα κι η σκιά μιας πάλαι ποτέ πανίσχυρης τρελής αμερικάνικης ατμομηχανής; Ποτέ δεν ήσουν ατμομηχανή, Ηλιοτρόπιο, ήσουνα πάντα ηλιοτρόπιο! Κι εσύ Ατμομηχανή, εσύ είσαι μια ατμομηχανή, μη με λησμόνει! -Δεν είμαστε η λέρα στο πετσί μας, δεν είμαστε η φοβερή άχαρη σκονισμένη σκοτεινή ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας, ευλογημένοι από την ίδια τη σπορά μας με τα μαλλιαρά κατορθωμένα σώματά μας που γίνονται μαύρα τρελά κανονικά ηλιοτρόπια το δειλινό, και τα κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τη σκιά της τρελής ατμομηχανής της ακροποταμιάς του δειλινού του Σαν Φραντσίσκο του βραδιού της ρέμβης και της φαντασίας. Άγιος χρόνος εις τους αιώνας αγία αιωνιότης εις τον χρόνον άγια τα ρολόγια στο διάστημα αγία Τετάρτη διάσταση αγία Πέμπτη Διεθνής άγιος ο άγγελος μες στο Μολώχ! Αγία η θάλασσα αγία η έρημος άγιες οι σιδηροτροχιές άγιος ο σιδηρόδρομος άγια οράματα άγιες παραισθήσεις άγια τα θαύματα άγιο το μάτι αγία η άβυσσος! Άγια συγγνώμη! έλεος! χάρις! πίστις! Άγια! Τα δικά μας! τα σώματα! ο πόνος η μεγάλη καρδιά! Άγια η υπερφυσική νοήμων ευγένεια της ψυχής! (αποσπάσματα από του ΔΙΔΑΓΜΑ του ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟΥ από το ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ του Άλλεν Γκίνσμπεργκ: Βγάλτε τις κλειδαριές από τις πόρτες!.. Βγάλτε τις πόρτες από τους μεντεσέδες με ΚΛΙΚ στο Ηλιοτρόπιο της φωτογραφίας) διάβασε ολόκληρο το ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ με κλικ εδώ – Art by AMIT BAR body painting):



ΤΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟΥ (από το ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ και άλλα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Άλλεν Γκίσμπεργκ 1956)
Περπάτησα στην όχθη του ντοκ της μπανάνας και κάθισα κάτω από την τεράστια σκιά μιας ατμομηχανής της Σάουθερν Πασίφικ για να αγναντέψω το ηλιοβασίλεμα πάνω από τους λόφους με τα κουτιά τα σπιτάκια και να κλάψω.
Ο Τζακ Κέουακ, συντροφιά μου, κάθισε δίπλα μου σ’ ένα σπασμένο σκουριασμένο σιδερένιο πάσαλο, τις ίδιες είχαμε σκέψεις της ψυχής, ρημαγμένοι μελαγχολικοί και θλιμμένοι, ζωσμένοι απ’ τις ροζιάρικες  ατσάλινες ρίζες των μηχανόδενδρων.
Το λιγδερό νερό στο ποτάμι καθρέπτιζε τον κόκκινο ουρανό, ο ήλιος βυθιζόταν πάνω απ’ τις τελευταίες κορφές του Σαν Φραντσίσκο, κανένα ψάρι σ’ αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης σ’ αυτά τα υψώματα, μονάχα εμείς με τσιμπλιασμένα μάτια κι ένα πονοκέφαλο σα γέρικα ρεμάλια στην ακροποταμιά, κουρασμένοι κι αλητήριοι.

Κοίτα το ηλιοτρόπιο, είπε. Υπήρχε εκεί μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη σαν άνθρωπος, καθισμένη κατάξερη στην κορφή μιας στοίβας από αρχαίο πριονίδι
-έτρεξα μαγεμένος –ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, ανάμνηση του Μπλέηκ –τα οράματά μου – το Χάρλεμ κι η Κόλαση των ποταμών των Ανατολικών Πολιτειών, γέφυρες που κροτάλιζαν, Λιγδερά Σάντουιτς του Τζο, ξεπατωμένα παιδικά αμαξάκια, καπότες και καθήκια, ατσάλινα μαχαίρια, παντού σκουριά και νοτερό σκουπιδαριό, και τα κοφτερά σαν ξυράφι αντικείμενα που χάνονται στο παρελθόν –
και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο δειλινό, έτοιμο να σπάσει, ρημαγμένο και σκονισμένο με το φούμο και την καπνιά γηραλέων ατμομηχανών στο μάτι του –

στεφάνια αξαστέρωτες ταξιανθίες λυγισμένες και σπασμένες σα σφυροκοπημένα στέμματα, σπόροι που πετάχτηκαν έξω από το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο –όπου – να ’ναι στόμα ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες σβησμένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένοι ιστοί αράχνης,
φύλλα σα χέρια βγαλμένα απ’ το κοτσάνι, χειρονομίες από την πελεκουδισμένη ρίζα, σπασμένα κομμάτια γύψου πεταμένα έξω απ’ τα μαύρα κλωνάρια, μια ψόφια μύγα στο αυτί του,

Πρόστυχο χτυπημένο παλιόπραμα, ηλιοτρόπιο μου Ω ψυχή μου σ’ αγάπησα τότε!
Η λέρα δεν ήτανε λέρα ανθρώπου, του θανάτου ήταν και των ατμομηχανών του ανθρώπου,
όλο αυτό το φόρεμα της σκόνης, αυτό το πέπλο σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού δέρματος, το φούμο στα μάγουλα, αυτό το τσίνορο μαύρης κακομοιριάς, αυτό το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή οίδημα του τεχνητού που ’ναι χειρότερο απ’ τη βρώμα –βιομηχανικό –μοντέρνο – όλος αυτός ο πολιτισμός λερώνοντας το τρελό χρυσό σου στέμμα –

κι όλες εκείνες οι θολές οι σκέψεις του θανάτου, τα σκονισμένα χωρίς αγάπη μάτια και τα κομμάτια και οι μαραμένες ρίζες, στο σωρό από άμμο και πριονίδι, τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα σωθικά του αυτοκινήτου που βήχει και κλαίει, τα άδεια παντέρημα κονσερβοκούτια με τις σκουριασμένες γλώσσες αλίμονο, τι άλλο δεν θα μπορούσα να κατονομάσω, τις στάχτες κάποιου πούρου φαλλικού, τα αιδοία των ρεμουλκών και τα γαλακτερά στήθη των αυτοκινήτων, τα φθαρμένα οπίσθια των καρεκλών και οι σφιγκτήρες των δυναμό –όλα τούτα
μπλεγμένα στις σκελετωμένες ρίζες σου – κι εσύ εκεί μπροστά μου στο δειλινό κι η δόξα σου όλη στη μορφή σου!

Τέλεια ομορφιά του ηλιοτροπίου! τελεία και αγαπημένη εξαίρετη ύπαρξη του ηλιοτροπίου γλυκό απροσποίητο μάτι για το νιο φεγγάρι, που ξύπνησε άταχτο κι ανυπόμονο αρπάζοντας στη σκιά του δειλινού τις χρυσές μηνιαίες αύρες του ήλιου της ανατολής!

Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου ανίδεες της βρωμιάς σου, ενώ καταριόσουν τα ουράνια των γραμμών του τρένου και τη λουλουδένια ψυχή σου;

Φτωχό πεθαμένο λουλούδι, πότε ξέχασες πως ήσουν λουλούδι; πότε κοίταξες το δέρμα σου και το πήρες απόφαση πια πως είσαι μια ανίκανη βρώμικη γέρικη ατμομηχανή, το φάσμα κι η σκιά μιας πάλαι ποτέ πανίσχυρης τρελής αμερικάνικης ατμομηχανής;

Ποτέ δεν ήσουν ατμομηχανή, Ηλιοτρόπιο, ήσουνα πάντα ηλιοτρόπιο!
Κι εσύ Ατμομηχανή, εσύ είσαι μια ατμομηχανή, μη με λησμόνει!
Κι άρπαξα το χοντρό σκελετό του ηλιοτρόπιου και στο πλευρό μου το κράτησα σα σκήπτρο,
και το κήρυγμα είπα στην ψυχή μου του Τζακ, κι όπου μ’ ακούσει
-Δεν είμαστε η λέρα στο πετσί μας, δεν είμαστε η φοβερή άχαρη σκονισμένη σκοτεινή ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας, ευλογημένοι από την ίδια τη σπορά μας με τα μαλλιαρά κατορθωμένα σώματά μας που γίνονται μαύρα τρελά κανονικά ηλιοτρόπια το δειλινό, και τα κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τη σκιά της τρελής ατμομηχανής της ακροποταμιάς του δειλινού του Σαν Φραντσίσκο του βραδιού της ρέμβης και της φαντασίας.

Άγια Νέα Υόρκη Άγιο Σαν Φραντσίσκο Άγια Πεόρια και Σηάτλ Άγιο Παρίσι Άγια Ταγγέρη Αγία Μόσχα Αγία Ιστανμπούλ!
Άγιος χρόνος εις τους αιώνας αγία αιωνιότης εις τον χρόνον άγια τα ρολόγια στο διάστημα αγία Τετάρτη διάσταση αγία Πέμπτη Διεθνής άγιος ο άγγελος μες στο Μολώχ!
Αγία η θάλασσα αγία η έρημος άγιες οι σιδηροτροχιές άγιος ο σιδηρόδρομος άγια οράματα άγιες παραισθήσεις άγια τα θαύματα άγιο το μάτι αγία η άβυσσος!

Άγια συγγνώμη! έλεος! χάρις! πίστις! Άγια! Τα δικά μας! τα σώματα! ο πόνος η μεγάλη καρδιά!

Άγια η υπερφυσική νοήμων ευγένεια της ψυχής! 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις