Η ΜΟΝΗ ΕΥΣΤΟΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΕΝΟΣ ΚΟΚΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ (που νοτίζει με το ελάχιστο τις πικροδάφνες των ματιών μας)

Επιχειρώ διστακτική ανάδυση εκ της θλίψεως για να συστηθώ με το μόνο τρόπο που ξέρω «Συλλαβίζοντας Ποιήματα»…
(έτσι) Τουλάχιστον συνομιλούμε στα όνειρα…
(έστω κραυγάζοντας) Πόσο μου έλειψε η ομηρία της αγκαλιάς σου!..
(γιατί) Είναι, (κάποια) ποιήματα που σε πιάνουν απ’ το χέρι και σε οδηγούν σε μια σκοτεινή γωνιά πάνω στον ώμο τους γέρνεις και κλαις…
(μ’ αυτά) Οι ποιητές ανταλλάσσουν μαρτυρικούς θανάτους με τις (αιώνιες) στιγμές…
(λοιπόν) Ποια απάντηση σαν κέρμα προσμονής θα ρίξεις στη λίμνη των επιθυμιών; 
(για να) γεμίζουν οι σκοτεινές σου ώρες με ξημερώματα αγγίγματα…
(αλλά) Αφού δεν αντέχεις γιατί αγγίζεις Όνειρα Υψηλής Τάσης;
(εγώ πάντως) Θα συντρίψω όλες τις αντιστάσεις σου. Έστω κι αν χρειαστούν ζωές, θα φυσάω άνεμος κρυφός πάνω απ’ την κλίνη σου σκορπώντας τα σεντόνια
(ώστε να) Σκαρφαλώνεις στο φεγγίτη του ποιήματος κι να ανασαίνεις την πιο σκοτεινή το επιθυμία και Γυμνή να καθρεφτίζεσαι στα μάτια μου.
Τι ικανότητα κι αυτή: να βυθίζεις τις καταβολάδες του ποιήματος και να το πολλαπλασιάζεις…
 [κτερίσματα στίχων για Όνειρα,   ποιήματα από το ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ του Γιάννη Τόλια 2007 – σε παρένθεση μεταβατικές λέξεις ως ετοιμόρροπες γέφυρες από τον ένα στίχο στον άλλο κι ανάμεσα Φωτογραφία των Λέξεων του Ποιήματος που ανοίγει κι άλλα ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ από την ίδια συλλογή]



(όλη τη νύχτα έβρεχε) ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (στίχων από το ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ του Γάννη Τόλια) – ανταγωνισμός κι αυτός: ποιος πρώτος να αποικήσει μέσα σου;

Κατάματα με ερημώνεις

Τι άλλο πιο μάταια ένδοξο
από την υλακή ενός μοναχικού λύκου
στο φεγγαρόφωτο

Ο θάνατος του ανεμοδέικτη ονομάζεται άπνοια

Έχει σημεία του ορίζοντα η μεαγχολία;

Καθόταν παράμερα
και κοιτούσε το ρολόι των στιγμών
περιμένοντας το ξυπνητήρι να χτυπήσει
τη δική της απόχρωση.

Απόψε την ανάσα σου
κοιμήθηκα
κάτω από το μαξιλάρι μου

Τις λέξεις
δεν τις αντικρίζω
Τις αντιμετωπίζω
έως την πιο εύθραυστη
λεπτομέρεια της φθοράς.

Με το φθινόπωρο στα χείλη
Σαν τσιγάρο βρεγμένο

Αυτή κι αν είναι προδοσία
Να πέφτουν οι σταγόνες της βροχής
και να σπάζουν
σε χιλιάδες κομμάτια αιθρίας.

Το πορφυρό σου
να ανοίξω τριαντάφυλλο
Πέταλα υγρά
ερμητικά κλειστά
Ξαπλώνεις στο πάτωμα
κι αδημονείς.

Κλεισμένη σαν στρείδι
σφιχτά
Μόνο να με σπάσεις θα μπορείς
Έτσι θέλω
το μαργαριτάρι μου να πάρεις.

Θρηνώ
Γιατί ο ουρανός μου
είναι μικρός
κι οι φτερούγες σου μεγάλες

Το όνειρο
είναι ο εφήμερος πλούτος
των φτωχών της ελπίδας.

Κι αυτός είπε:
θα σε πληγώνω
κάθε μέρα θα σε σκοτώνω.
Στην αγκαλιά μου πεθαίνοντας
θα γράφεις τα πιο ωραία ποιήματα.

Κι αυτή είπε:
καμία λέξη σου δεν συγχωρώ.
Πάλι και σήμερα
με ποίημα έβαψες τα χέρια σου.

Η υπέρτατη τιμωρία της νύχτας
είναι όταν δεν σου επιστρέφει το όνειρο τη μέρα.

Το πρωί θα ξεσπάσουμε σε τύψεις
Ανίατες περασμένης νύχτας ατολμίες

Άργησα και με κλείδωσαν έξω οι λέξεις σου

Παρουσία της θλίψης
στην υγρή χειραψία των χειλιών σου.

Σε ποιους βυθούς
χτίζεις και γκρεμίζεις ποιήματα;

Κάθε πρωί που έφευγες
άφηνες πάνω στον καθρέφτη
την αιχμηρή δύση των χειλιών σου.
Τόσα φιλιά ηλιοβασιλέματα έχω στη συλλογή μου.

Με συναρπάζεις
γιατί κατέχεις την τέχνη της απουσίας.

Τόσο περίτεχνα κλειδωμένη.
Όλη τη νύχτα προσπαθούσα.
Τελευταίο έσπασε το κλειδί του ποιήματος.
Άλλο ένα βράδυ άντεξες.

Λυγαριά στον άνεμο της γραφής σου.
Κάμπτομαι.
Θωπεύεις ως ρομφαία και πίπτεις ως μύρο λυγμού.

Πέφτουν κοπαδιαστά οι σταγόνες
σαν σμάρι βρόχινων πουλιών
Τουφεκισμένων
Στα ρυάκια τους πλέουν ατελέσφοροι
οι κατακλυσμοί.

Το φεγγάρι από νωρίς έκανε ακροβασίες.
Κανείς δεν σκέφτηκε να απλώσει δίχτυ προστατευτικό.
Πάλι ασέληνη έμεινε η νύχτα.

Μονοπάτι που με φτάνει
στο ξέφωτο της απόγνωσης
Η φωνή σου

Υπάρχουν ποιήματα
που αυταρχικά απαιτούν
αιμοδιψή δάκρυα ανάγνωσης.
Όταν χάσεις
αυτό που ποτέ δεν σου ανήκε
-αλλ α πόθησες-
είναι αβάσταχτο
γιατί είναι σαν να χάνεις το όνειρο.

Τα μάτια σου ομιλούσα εικόνα.
Αισθαντική άμιλλα χιλίων λέξεων

Τόσο πολύ σε τρόμαξε
όταν έβγαλα το λευκό μου πουκάμισο;
Ιστίο ήταν για να ταξιδέψεις.

Αφήνεις πάντα ένα φιλί
Εκεί που λείπεις
Πικρό.

Κι εγώ ένας ονειροπόλος.
Έκθετος.
Στοιβαγμένος μαζί με ποιήματα
στη βρεφοδόχο της νύχτας.

Σε διαβάζω κρυφά τα βράδια
Με τα λεπτά της δάχτυλα
αργά γυρίζει τις σελίδες σου
η λύπη.

Πεισματικά αρνείσαι
να πεις τ’ όνομά σου,
για να μην ξέρω τι να περιγράψω το πρωί
στο «ημερολόγιο των ονείρων».

Πάντα με προλάβαινες
πριν ν’ ανοίξω την πόρτα της λήθης
για να μου δώσεις εκείνο το φιλί
το φονικό των αποστάσεων

Δεν μπόρεσα να συναντηθώ με τα χείλη σου
Χάθηκα σ’ εκείνα τα μονοπάτια φιλιά σου
Μην τα’ αφήσεις ξέπλεκα όταν κοιμάσαι

Του κορμιού σου το στίχο αποκαθηλώνω
Ούτε λέξις ζώσα

Ω γένος θηλυκό
από πάντα μας έχεις κλέψει
τις πιο συναρπαστικές λέξεις:
την αγάπη, τη νοσταλγία, τη λύπη.
Μας έμειναν μόνο ως αντίπαλο αρσενικό δέος
ο έρωτας, ο πόνος, ο θάνατος

Η δύση
Ο μόνος φόνος του χρόνου
που καθημερινά αμνηστεύεται.

Τα λόγια σου σφραγίζω σε φιάλες μνήμης.
Τις ανοίγω μόνο σε επετείους θλίψεων.

Οι ρωγμές στα ποιήματα είναι ενθύμια φθοράς.
Μέσα τους μπορείς να κρύψεις ή να κρυφτείς.

Έβρεχε στο όνειρο
Από το ανοιχτό παράθυρο
έπεφταν σταγόνες
πάνω στα πλήκτρα της παλιάς γραφομηχανής
Τι ατυχία κι αυτή
να ξυπνάς το πρωί
και να βρίσκεις έτοιμο το ποίημα.

Στο σκοτάδι μύριζα το σώμα σου.
Στην κορυφή του ανάστροφου δέλτα σου
ξέσπαγαν τα κύματά μου
Αφανίζοντας.

Σου καταλογίζω ότι οδηγείς τις λέξεις
πάνω στο τεντωμένο σχοινί του ποιήματος
με εκείνον το μαγικό τρόπο
που αγγίζουν μέχρι θανάτου
Χωρίς την αφή.

Είσαι γυμνή παράσταση ονειροδράματος
αναβληθείσα από την κατακλυσμιαία
πτώση φθινοπωρινών φύλλων

Αποτυπώνεσαι
στο αμαρτολόγιο της αίσθησης
ρέουσα εικόνα ονειρόπλαστη

Χιλίων προσηλώσεων τίμημα
απαιτείς την επανάληψη.

Η πληγείσα εξ οδύνης άδει
Σπασμένες χορδές των λέξεων
απλώνω τις παλάμες μου να συλλέξω.

Οι ΛΕΞΕΙΣ μέσα στο ΠΟΙΗΜΑ, εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι ΕΙΚΟΝΕΣ που τις έντυσαν, λαβύρινθος επιθυμίας ΛΕΞΕΩΝ για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν, για να δείχνουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε άγγελοι με φύλο! Κι οι ΛΕΞΕΙΣ που έντυσαν σήμερα την εικόνα του ποιήματος είναι από το ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ του Τόλια Γιάννη - με μια εικόνα να κοσμεί χρώματα λέξεων για να φοριούνται απ’ την ανάποδη και σ’ όλα τους τα μεγέθη για την αντιγραφή και επικόλληση:
Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις