ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ ΣΟΥ ΛΕΩ, ΑΝΙΑΤΑ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ (ας πάμε λοιπόν κι απόψε κάπου να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε):

Γερο-σφυγμέ, καλέ μου κουπολάτη, η θάλασσα που παλεύαμε δεν υπήρξε ποτέ, μήτε οι μαχαιροβγάλτες άνεμοι κι οι μεθυσμένες νύχτες, μήτε η αμάχη των στοιχειών, σ’ ένα κενό χτυπιούνταν μανιασμένα τα κουπιά μας, σ’ ένα κενό πλήγιασαν οι ψυχές και τα κορμιά μας… Στο Νο 44 έψαξα για την πόρτα μα πόρτα πουθενά ουδέ κλειδωνιά ουδέ τοίχος ουδέ χώρος απτός και μόνο το Κλειδί μετέωρο δίχως ν’ αγγίζει που δίχως ν’ αγγίζεται έστρεφε αργά και μάταια έστρεφε κι ατέλειωτα!.. Όμως εσύ κορμί μου δύστυχο που χάνεσαι γυμνό κερί μες σ’ άδεια ποιήματα σε ποια ζωή όλο πιο ακατοίκητη… Ξένος μέσα στη μνήμη μου, πώς να ταιριάξω πάνω μου παλιά σκιρτήματα κι αφές αφού το ξέρω τίποτα δεν επιστρέφει κι αυτό που τάχατε ανασέρνουμε απ’ τη λήθη δεν είναι κατακάθι ζωής παρά μονάχα απάτες κι είδωλα του νου, δίχτυα αδειανά – οι ίδιες μας οι ρυτίδες… Ξέρεις τι ώρα είναι για μένα τώρα και τι κάνω μέσα μου; Τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου, όταν οι ρίζες μου απαγχονίστηκαν στον ουρανό… Με λογαριάζεις τι ήμουν και τι δεν ήμουν, δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου!.. Άλλη είναι η μοναξιά σου άλλη η δικιά μου κι αχ, δεν βρέχει στην πόλη όπως κλαίει στην καρδιά μου… Γηρατειά που έρχονται γηρατειά που δεν έρχονται, ένα προμήνυμα που βουρκώνει τα πάντα!.. Τρομακτική εκκρεμότητα να υπάρχεις… Αγνάντεμα με την πλάτη μου στραμμένη στο πέλαγος. Μια ζωή ανεπανόρθωτη κι η φτερούγα του αρχάγγελου ακουμπισμένη στην εξώπορτα…   [σκόρπιοι στίχοι εδώ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΜΟΝΟ ΔΙΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ και με ΚΛΙΚ στην εικόνα των λέξεων κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή]



ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Ξέρεις τι ώρα είναι για μένα και τι κάνω μέσα μου, κορμί μου δύστυχο, που χάνεσαι γυμνό κερί μες σ’ άδεια ποιήματα  (από τη συλλογή του Μόνον Δια της Λύπης…)
Αισθητηριακή απομόνωση άπνοια
έκοψα εντός μου με ξυράφι τα ποτάμια

Έσωσα την ψυχή μου –ποιο το νόημα
τι να το κάνω το ξερό ετούτο θρόισμα

Κόλαση; Δεν πιστεύω την, δεν είναι
κι ούτε φλογοβολάει τα σωθικά μου

Αποκομμένη απ’ το πανάρχαιο κρίμα
δε μας σκοτώνει δεν μας σώζει η αμαρτία

Χαμένη πια η ενότητα του πάθους
θάνατος κι ηδονή ξέχωρα υπάρχουν

Σε σώζουν βατραχάνθρωποι, Οφηλία
Μαργαρίτα Γκωτιέ, βατεύου εν υγεία

Κανείς κανείς κανείς καθώς μαδάει
η καρδιά μου και χάνεται στα χάη

Άλλη είναι η μοναξιά σου άλλη η δικιά μου
κι αχ, δεν βρέχει στην πόλη όπως κλαίει στην καρδιά μου

Δάκρυα φιλιά στου κρεβατιού την πλώρη
αγάπη μου, για πού τραβάμε ονειροπλόοι

Φρενίτιδα γυναίκα απελπισμένη
για μας τι πια σημαίνει η λίμνη Τρασιμένη

Με λογαριάζεις τι ήμουν και τι δεν ήμουν
δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου.

Της υστάτης πορείας ο ξεναγός  μ’ εγκαταλείπει
με πρόδωσε με την ενάρετη ψυχή μου
Όμως εσύ κορμί μου δύστυχο που χάνεσαι
γυμνό κερί μες σ’ άδεια ποιήματα
σε ποια ζωή όλο πιο ακατοίκητη

Άγνωστα μέρη ακατανόητα και παραζαλισμένα
Ξένος μέσα στη μνήμη μου
πώς να ταιριάξω πάνω μου παλιά σκιρτήματα και αφές
αφού το ξέρω τίποτε δεν επιστρέφει
κι αυτό που τάχατε ανασέρνουμε απ’ τη λήθη
δεν είναι κατακάθι ζωής
παρά μονάχα απάτες κι είδωλα του νου
δίχτυα αδειανά – οι άδειες μας ρυτίδες

Δεν σε γνωρίζω εσένα που μου λείπεις
δεν είσαι εσύ η ανάμνησή μου
ούτε το χτύπημα στην πόρτα
ούτε το αλάφιασμα στον ύπνο
ούτε – ξέρεις τι ώρα είναι για μένα τώρα και τι κάνω μέσα μου;
Σωματικά σε χάνω, κόσμε,
κι άλλος δεν είναι πιο ανέκκλητος αποχαιρετισμός
και να ενδυθώ λόγον πνευματικόν ουκ έχω
εγώ που σε άπειρα πνευματικά μαρτύρια εβαπτίσθην
Σωματικός ο λόγος μου που σ’ άρθρωνα σωματικός
γι’ αυτό θνητός και λίγος
δεν εξαρκεί μήτε για τα στερνά χρειώδη
πριν ν’ απέλθω, και πλέον δεν θα υπάρχω

Γιατί το πνεύμα δεν σαρκώνεται
Και ποταμός ο ασπασμός ούτος…
Δεν έγινε δεν έγινε ποτέ αυτός ο ευαγγελισμός
σάρκα με σάρκα πάντοτε σαρκώνεται
σάρκα με σάρκα πάντοτε σπαράσσεται
σάρκα με σάρκα πάντοτε νυχτώνει

et j’ai lu tous les livres
et j’ai lu tous les livres

Κάπου εδώ τελειώνουν οι βασανισμένες μέρες
το άγριο λαχάνιασμα μες στις ψυχές των άλλων
και το σακάτεμα του νου στα αινίγματα της Σφίγγας

Γιατί λοιπόν να γίνομαι ξανά όλος θύμηση
και το κορμί γιατί κλεψύδρα πάλι αναστραμμένη
-το παραμιλητό της άμμου μες στις φλέβες…

Κατηφορίζοντας το μονοπάτι για το χωνευτήρι
οι σκιές δεν ζητάνε πια άλλο αίμα
στρέφουν το βλέμμα πίσω μ’ εγκαρτέρηση
ξέροντας πως θα γίνουν πέτρες
Ένα μετανοιωμένο χαμόγελο η πλάση
κι αυτός ο πόνος δεν είναι γιατί χάνομαι
αλλά γιατί ξεγίνομαι

Γερο-σφυγμέ, καλέ μου κουπολάτη,
η θάλασσα που παλεύαμε δεν υπήρξε ποτέ
μήτε οι μαχαιροβγάλτες άνεμοι κι οι μεθυσμένες νύχτες
μήτε η αμάχη των στοιχειών
σ’ ένα κενό χτυπιούνταν μανιασμένα τα κουπιά μας
σ’ ένα κενό πλήγιασαν οι ψυχές και τα κορμιά μας

… στο Νο 44 έψαξα για την πόρτα
μα πόρτα πουθενά ουδέ κλειδωνιά ουδέ τοίχος
ουδέ χώρος απτός
και μόνο το κλειδί μετέωρο
δίχως ν’ αγγίζει που δίχως ν’ αγγίζεται
έστρεφε αργά και μάταια έστρεφε κι ατέλειωτα…

Χάσματα του καιρού
από κορμί σε κορμί ποια συνέχεια
φαντάσματα χαδιών
άδεια κελύφια από φωνές χειρονομίες πράξεις
λαγόνες στήθια που στραγγίξανε να ντύσουν νέες ψυχές

Ποιος γνώρισε ποτέ τη μάνα του παιδούλα

... Γηρατειά που έρχονται
γηρατειά που δεν έρχονται
ένα προμήνυμα που βουρκώνει τα πάντα
όμως
δάκρυ δε θέλει κυλήσει - κόλαση του χρόνου

Τρομακτική εκκρεμότητα να υπάρχεις...
Αγνάντεμα με την πλάτη μου στραμμένη στο πέλαγος
Μια ζωή ανεπανόρθωτη.

κι η φτερούγα του αρχάγγελου ακουμπισμένη στην εξώπορτα

Μη λογαριάζεις τι ήμουν τι δεν ήμουν
δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου
[αποσπάσματα από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Μόνο δια της Λύπης…]

Από το Μόνον δια της λύπης και έπειτα ο Λεοντάρης έδωσε διέξοδο σε μια ποιητική του εναγώνιου πάθους, της μάταιης ερωτικής χαράς και του προγραμμένου πόνου, σε μια στιγμή που ο κανόνας έκφρασης της ποίησης του μεταπολέμου, από το 1970 και έπειτα, έδειχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση: προς την άνυδρη και την αποδραματοποιημένη γλώσσα. Έτσι, ήθος για τον ποιητή είναι η τόλμη τού να κάνει αισθητά το πιο απόκρυφο ρίγος, την πιο πηγαία ενόραση και ένταση. Το ποίημα, συνήθως αποτελούμενο από μικρές ή μεγάλες ενότητες, εν είδει σκηνικού δράματος, ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται ως ευαγγελικός απόλογος, ως παρατεταμένη κραυγή, ως πολυφωνική σύνθεση που μέσα της συμφύρονται, εν είδει αμαλγάματος, όνειρα, αναμνήσεις, αποσπάσματα από εκκλησιαστικά και ιερουργικά κείμενα, κομμάτια της κλασικής μας δραματουργίας, αρχαΐζοντες τύπους, βιβλικά χωρία· έτσι ώστε ο ποιητής να γίνεται ένα είδος ζώντος παλίμψηστου της ελληνικής γλωσσικής διαχρονίας. Αλλά, αυτά δεν σημαίνουν ότι το έργο του αποκόπτεται από την εποχή του. Αντίθετα, επανέρχεται με έμφαση στο θέμα της εξαχρείωσης, της ηθικής έκπτωσης της ζωής, με την έννοια όμως ότι τα φαινόμενα δεν συνδέονται δουλικά με την εποχή, καθώς ανταποκρίνονται σε έναν βαθύτερο χαλασμό του ανθρώπου [Αλέξης Ζήρας]
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις