ΟΠΟΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΟΧΗ, Ο ΠΟΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΘΕΡΟΣ (και ο Έρωτας ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου)

Τις μέρες τις γλυκειές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών και σφύζουν στις πορφύρες τους φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών χτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ’ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί: «τα ρούχα πέτα, γδύσου. Τίποτα μη φοβάσαι. Έαρ, χειμώνα, θέρος – όπου κι αν είσαι- είναι η ρομφαία μου μαζί σου [Ανδρέας Εμπειρίκος, «Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον Βοών μέσα στην πλάσι» κι άλλα κτερίσματα από την ΟΚΤΑΝΑ του με ΚΛΙΚ στις λέξεις του ποιήματος]


ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ ΑΡΓΑ ΣΑΛΕΥΕΙ
Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει, σαν γυναικός που ηδονίζεται στον ύπνο όπως σε μια πυρέσσουσα ερωτική αγκάλη ή όπως το σώμα νεάνιδος που ιερά μανία την κατέχει και πάει να γίνει και η πιο βαθιά σιγή πηγή, όταν εις τα καλά καθούμενα μια κορασίς υψώνει, τελείως ανέλπιστα, εμπρός το φόρεμά της και φανερώνει σε όλους το τρυφερόν βερύκοκον της ηβικής της χώρας, εις όλην την άτριχην και φουντωτή του χάρη χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή… όταν μία μαθήτρια αίφνης εις το θρανίον της ανέρχεται μπροστά στη διδασκάλισσα της και, μέσα στην άναυδη κατάπληξη της τάξεώς της, πασιφανώς ασπαίρουσα χρησμοδοτεί… όταν σε πλήρη νηνεμίαν σφοδρώς θροϊζουν τα φυλλώματα των δένδρων ωσάν να μαίνεται αέρας δυνατός… όταν χωρίς καθόλου να έχει βρέξει, τα χώματα τριγύρω μας μουσκεύουν, ωσάν να επίκειται ξεπήδημα φουντάνας, ή αν ξαφνικά, ένας κρατήρας ανοίγοντας μπροστά μας μας δείχνει ως μέσα-μέσα τα κόκκινα έγκατα της γης και ακόμη, αν είναι νύχτα και τριπλοσελαγίζουν στον θόλο του ουρανού τα αστέρια και οι στήμονες όρθιοι πάρα πολύ δονούνται και όλα τα πέταλα των λουλουδιών, ακόμη και των μπουμπουκιών διάπλατα διαμιάς ανοίγουν… αν όλη η πλάση γύρω μας αναγαλλιάζει και φλέγονται χωρίς να καίγονται ορισμένοι βάτοι – τότε ω τότε από τα πέρατα του κόσμου, από τα πέρατα της οικουμένης, μήνυμα σαν το «Χριστός γεννάται», μήνυμα φτάνει μέγα, μήνυμα φτάνει σε όλους:
«Ψυχές, κορμιά, χαρείτε! Έρως ανίκατε μάχαν! Άδης ενικήθη. Απόψε θείον γεννάται βρέφος! Απόψε μέγας γεννιέται ποιητής!
Η ΣΙΩΠΗ
Όσο κι αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο κι αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εν τούτοις) και το μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν εν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, εν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω_ - το φανερόν, το πλήρες μυσήριον της υπάρξεως της ζωής, Άλφα-Ωμέγα.
ΑΙ ΛΕΞΕΙΣ (στον Νάνο Βαλαωρίτη)
Όταν καμιά φορά επιστρέφομεν από τους Παρισίους και αναπνέομεν την αύραν του Σαρωνικού, υπό το φίλιο φως και μέσα στα αρώματα της πεύκης, εν τη λιτότητι των μύθων –των σημερινών και των προκατακλυσμιαίων – ως σάλπισμα πνευστών, ή ως ήχος παλμικός, κρουστός, τυμπάνων, υψώνονται πίδακες στιλπνοί, ωρισμέναι λέξεις, λέξεις-χρήσιμοι, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον δια το παρόν και το μέλλον, αι λέξεις «Ελελεύ», «Σε αγαπώ», και «Δόξα εν υψίστοις», και, αιφνιδίως ως ξίφη που διασταυρούμενα ενούνται, ή ως κλαγγή αφίξεως ορμητικού μετρό εις υπογείους σήραγγας των Παρισίων και αι λέξεις “Chardon-Lagache”, “Den-fert=Rochereau”, “Danton”, “Odeon”, “Vauban” και “Gloria, Gloria in excelsis”.  

ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ
Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα, θετά παιδιά της συμμορφώσεως και του διακοσμημένου ψεύδους, τέλματα εκτείνονται εκεί όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα. Μα τότε, ω τότε δικαιολογούνται –τι λέγω, ευλογούνται όλου του κόσμου οι θυμοί. Οι εκριζωταί, τότε, δεν είναι (ω άνδρες ασυμόρφωτοι, ω άνδρες και γυναίκες) απλώς ίππων οπλαί ή εκσκαφείς ή παίδες ρινοκέρων, δεν είναι μόνον νοσταλγοί της παμπαλαίας γης της Αττικής ή Βοιωτίας, μα έφηβοι στεφανηφόροι, έφηβοι σπερματικοί και εις το γήρας των ακόμη, θεμελιωταί, και όταν ακόμη δεν το ξέρουν, των νέων Θηβών ή Αθηνών. Φθάνει να μη γελασθούν, από τη σφίγγα των τελμάτων ή από τους εις εξώστας ή βουλάς λαλούντας σοφιστάς και λαοπλάνους, που σφίγγουν δήθεν στοργικά και πνίγουν, επάνω στα στήθη των τα πέτρινα, μέσα στο φέγγος της καθημερινής μα τραγωδίας (Αλλοί, αλλοί και τρισαλλοί! – Ακούστε, ακούστε, ωα άνδρες Βοιωτοί, ω άνδρες Αθηναίοι!) τους παλαιούς και νέους βλαστούς.

Των επιπτώσεων αι πτώσεις ως πτώσεις αγγέλων εις βάραθρα ουρανών, ως κεραυνοί ή ως πλήγματα επάλληλα ραγδαίως πίπτοντα της Μοίρας,  έπιπταν επί των πτώσεων αι πτώσεις και έτσι ανέβλυσαν (μοιραίως) στα χείλη των Ελλήνων, με καθαράν και πλήρη προφοράν, με ακατάσχετον ορμήν, ως πάθους φλογερού εκσπερματώσεις, αι λέξεις: επίπτωσις και επιπτώσεις [ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΑΙ ΠΤΩΣΕΙΣ από το βιβλίο του Ανδρέα Εμπειρίκου ΟΚΤΑΝΑ, εκδόσεις Ίκαρος 1980 με μια εικόνα να κοσμεί τη φαντασία λέξεων που φοριούνται απ’ την ανάποδη και σ’ όλα τους τα μεγέθη!.. Για την αντιγραφή και επικόλληση: 
Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις