Όλα είναι ένα όνειρο. Όλα έχουν αποφασιστεί εκ των προτέρων από κάποιον άγνωστο Θεό. Όλα

 Σήμερα καθώς τριγύριζα στους δρόμους ζητιανεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί, είδα την παλιά μου γνώριμη, Σάρλοτ Κορνταί, να περνά κρύβοντας στην τσέπη του παλτού της το φονικό μαχαίρι!.. Αμέσως με αναγνώρισε, και οι δυο αγαπήσαμε την επανάσταση παράφορα, και οι δυο έχουμε το χάρισμα της προφητείας, γνωρίζουμε εκ των προτέρων τι πρόκειται να συμβεί και κανείς μας δεν είναι ικανός να το αποτρέψει. Αύριο όταν θα έχουν όλα τελειώσει θα σε περιμένω ξανά, Σαρλότ. Αύριο ίσως περπατήσουμε μαζί όπως άλλοτε απ’ το χέρι. Σήμερα όμως είμαστε ο καθένας παγιδευμένος στη δική του μοίρα όπως ο Μαρά στην μπανιέρα του. Η Ιστορία μοιάζει μ’ ένα όνειρο και το αγριεμένο πλήθος μας ακολουθεί φτύνοντας. [ΣΧΟΛΙΟΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΝΤΑΒΙΝΤ από τη συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ της ΟΔΗΣΣΟΥ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2012]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΤΑΛΘΗΚΕ
Η δίψα! Η δίψα μέσα σ’ εκείνα
τα τυφλά βαγόνια δίχως παράθυρα.
Τα ρούχα και τα παπούτσια μας τα πήραν
κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Προχωρούσαμε πάνω σε σπασμένα γυαλιά,
κρύβοντας τα πρόσωπά μας.
Κατεβήκαμε ως τα βάθη της γης, μόλις που
πρόλαβα να δω το βουβό πλήθος όρθιο πίσω
από το σκοτεινό συρματόπλεγμα.
Έκλεισα τα μάτια και είδα για τελευταία
φορά τον καθρέφτη
μπροστά στον οποίο γεννήθηκα.
Το όρος των ελαιών χιονισμένο.
Τη μεγάλη μυθική κιβωτό
να ταξιδεύει άδεια πάνω απ’ τα κύματα.

ΠΟΙΗΜΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ
Μ’ ένα όνειρο θανάτου αρχίζει
αυτό το ποίημα: σήμερα είδα ολόκληρη
τη ζωή να περνά από μπροστά μου
σαν ένα βέλος φλεγόμενο,
σήμερα είδα την εικόνα του εαυτού μου
σε δυο ή τρεις δεκαετίες το αναπόφευκτο
γήρας προς το οποίο πορεύομαι
Ποιος ξέρει πού πρόκειται να βρεθώ
σε ποιο κρεβάτι νοσοκομείου
σφυρίζοντας ακόμα τη Διεθνή μέσα
από τα φαφούτικα δόντια μου ολομόναχος
ανάμεσα στα πλήθος των ψυχορραγούντων
ή έγκλειστος πίσω από τους τοίχους κάποιου
ιδρύματος θα περνώ ήσυχα τις τελευταίες
ημέρες μου φυτεύοντας τριαντάφυλλα
Όλα αυτά είναι πιθανό να συμβούν
εκτός εάν προφτάσω ν’ αποχωρήσω νωρίτερα,
ίσως τότε καταφέρω επιτέλους να γίνω
αυτό που πάντοτε ονειρευόμουν:
ένας καθώς πρέπει νεκρός με γκρίζο κουστούμι
βλοσυρός κι ακίνητος
ίδιος μ’ όλους τους νεκρούς.
Στην ανάμνησή μου όλες οι γάτες
της γειτονιάς θα νιαουρίζουν πάνω στις
στέγες πένθιμα η μπάντα του δήμου θα
παίζει υπό ραγδαία βροχή θλιβεροί συγγενείς
θα μαζεύονται κάτω απ’ την προτομή μου
μια φορά το χρόνο σκουπίζοντας ένα δάκρυ.
Επειδή όλες αυτές οι προοπτικές με γεμίζουν
φρίκη, δηλώνω από τώρα σε όλους ότι δεν
επιθυμώ άλλο να συμμετέχω σ’ αυτό τον
άθλιο κύκλο του θανάτου και της γέννησης.
Δεν καταδέχομαι δεύτερη ευκαιρία
στην ύπαρξη και απαγορεύω
ως και στη σκόνη μου ακόμα
να αιωρείται στο αχανές διάστημα.
Για μια και μοναδική φορά λυπηθείτε με θεοί
της σκοτεινής αιωνιότητας αφήστε με
να πεθάνω οριστικά και για πάντα.

Η ΑΛΛΗ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ και ο ΧΡΗΣΜΟΣ
Μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται
κατακόκκινο το χαλί
που πρέπει να πατήσεις για να περάσεις
απέναντι, θα μπορούσες να πάρεις
διαφορετικό δρόμο,
θα μπορούσες ίσως να ξεφύγεις
από την μοίρα αν τα παλιά σκουριασμένα
κλειδιά εφάρμοζαν ακόμα πάνω στις πόρτες,
αν οι θεοί έδειχναν λίγη ευσπλαχνία.
Ο κόσμος που ήξερα θρυμματίστηκε,
τραίνα φεύγουν για το άγνωστο,
όλες οι προφητείες δεν είναι παρά
άναρθρες κραυγές, ο χορός αποτελείται
από ξεμωραμένους γέροντες ή νεκρούς.
Κάπου αλλού –μακριά από εδώ-
σ’ ένα άλλο παλάτι, ίδιο μ’ αυτό
των Μυκηνών, μια άλλη Κλυταιμνήστρα
απλώνει προσεκτικά το σκοτεινό δίχτυ.

Σκοτεινό θα είναι το αύριο
κι από το δίχτυ της μοίρας
τίποτα δεν ξεφεύγει, ούτε καν οι θεοί.
Σας το λέει το χέρι που γράφει
αυτό το ποίημα, σας το λέω εγώ
με τα τυφλά μου μάτια
και η Κασσάνδρα με προφητείες ακατανόητες
-δέκα χρόνια πέρασαν από τότε-
ας σκορπίσει για πάντα
ο άνεμος την τέφρα του Αίγισθου
και της Κλυταμνήστρας

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Τι γυρεύεις εσύ, ένας ποιητής,
ανάμεσα στο χυδαίο πλήθος;
Στους λασπωμένους δρόμους αυτής της πόλης
που σε τραυματίζει θανάσιμα;
Όχι, η θέση σου δεν είναι στην Αθήνα,
πρίγκιπα, άλλα τοπία εσύ αγάπησες,
τα αγριόορτα
στους έρημους κήπους της Ελσινόρης,
τα σμήνη των πουλιών πάνω από
τις παγωμένες λίμνες του Βορρά

Κλειστοί είναι όλοι οι δρόμοι για σένα ποιητή,
άδικα χτυπάς το τσεκούρι σου
στην παγωμένη θάλασσα.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ
Κύριοι, μην αφήνετε να σας ξεγελά
τίποτα και κανένας,
δεν χρεοκοπήσαμε σήμερα
έχουμε ήδη χρεοκοπήσει
εδώ και πολλά χρόνια
Σήμερα ο καθένας μπορεί πια εύκολα
να περπατά επί των κυμάτων
άδεια πετάγονται τα μπουκάλια στο νερό
χωρίς να μεταφέρουν κρυμμένα μηνύματα
οι σειρήνες ούτε τραγουδούν ούτε σιωπούν
μένουν απλώς ακίνητες
σαστισμένες από την ιδιωτικοποίηση
των υδάτων και όχι
η ποίηση δεν αρκεί αφού η θάλασσα γέμισε
σκουπίδια και καπότες
κι ας γράφει όσα σονέτα θέλει για το Φάληρο
ο Λορέντζος Μαβίλης.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Εδώ κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Σταμάτη Πολενάκη από τη συλλογή του ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΣΣΟΥ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2012… 
Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις