ΕΧΕΙΣ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ;

Όλα έχουν ως σήμερα γραφτεί και με χίλιους τρόπους τα ίδια πάντα έχουν ειπωθεί, είναι απίστευτο πόσο καθαρά έχουν λεχθεί τα πάντα, και η μία λέξη επαναλαμβάνει όλες τις χιλιετείς χρήσεις και περιστάσεις της…  Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα Κωνσταντίνε; λέει λυπημένα η Κυβέλη. Έχεις δει ποτέ πως είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δεις για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου… (με ΚΛΙΚ στην εικόνα με τέσσερα θέματα σε ένα του Arthur Tress ανοίγουν τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά, Ο Εχθρός του Ποιητή, εκδόσεις Κέδρος 1990 που αποκαλύπτουν μια Γυναίκα που είναι μαζί ο Ποιητής και ο Εχθρός. Γιατί μονάχα μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό μέσα σε μια ψυχή ανθρώπου να υπάρχουν μαζί ο θάνατος και η στοργή. Που δεν είναι ούτε έχθρα ούτε αγάπη…  Έτσι, το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που είπαμε ψυχή και σ’ αυτό που είπαμε νου έγινε μεγαλύτερο, ο νους χάθηκε στην έρημο και η ψυχή αφελής και βάρβαρη… υπάρχει μονάχα την ώρα που ο νους αισθάνεται κι αυτή την ώρα όλα ανοίγουν…]



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΙΛΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ:
Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα Κωνσταντίνε; λέει λυπημένα η Κυβέλη. Έχεις δει ποτέ πως είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δεις για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το φαρδύ μακρύ γκρίζο φόρεμά της έπεσε γύρω από τα πόδια της. Στάθηκε ολόγυμνη λίγο καμπουριασμένη με το ένα χέρι της στο στήθος. Όλο της το σώμα ήταν χαρακωμένο. Οργωμένο από μεγάλες κλειστές πληγές παλιές και μερικά μέρη. Ήταν τυλιγμένα μα γάζες και η Κυβέλη άρχισε να τις ξετυλίγει και φάνηκαν. Καινούργιες ανοιχτές πληγές που αιμάτωναν ακόμα. Αποτράβηξε το χέρι από το στήθος. Οι μαστοί της ήταν κομμένοι σύρριζα και στη θέση τους δυο πλατιές καφετιές ουλές σαν ρόζοι. Με μια τελευταία κίνηση τράβηξε το μαύρο κάλυμμα απ’ το πρόσωπό της και είδα το σκεπασμένο μάτι της. Την αδειανή του βουλιαγμένη κόγχη το μάτι της βγαλμένο. Μια ολόκληρη ζωή λέει η Κυβέλη να ταπεινώνω το σώμα μου να βασανίζομαι να θέλω να αφανιστώ. Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Ελλάδα. Για να μην σου κάνω κακό και το καθήκον μου εσένα να αφανίσω. Γιατί μ’ αυτή την μοίρα γεννήθηκα να σε εξοντώσω κι αυτό το χρέος μου το πλήρωνα πάνω στο δικό μου σώμα. Ήμουν μαζί ο ποιητής και ο εχθρός. Μονάχα μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό μέσα σε μια ψυχή ανθρώπου να υπάρχουν μαζί ο θάνατος και η στοργή. Που δεν είναι ούτε έχθρα ούτε αγάπη.

Θεέ μου αυτά τα άναρθρα. Τα άγνωστα ονόματα της ψυχής μας. Ρήμαξαν τη ζωή μας. Γιατί εγώ λέει με πένθος η Κυβέλη κι έτσι όπως την έβλεπα σκυμμένη είχε γεράσει είκοσι χρόνια. Εγώ ήμουν η γεννημένη για την ποίηση. Μη φανταστείς πως η συναισθηματική φροντίδα μου για σένα με εμπόδιζε. Η τέχνη δεν καταδέχεται τις θυσίες και μη σκεφτείς ότι η προστασία μου η αγάπη μου προς εσένα με εμπόδισε να φτάσω στον θρίαμβό μου σ’ αυτή την χριστιανοσύνη που εγώ προορίσθηκα γα να την εξαπλώσω. Για όλα ήμουν ικανή. Κι εσένα να προστατεύσω όπως το έκανα αγόγγυστα τρυφερά το έκανα και μαζί να δημιουργήσω. Ξέρω καλά τα εντόσθιά μου ένα-ένα ψηλαφώ τις λειτουργίες τους πώς άλεθαν. Πυρπολούσαν λεηλατούσαν τις βάρβαρες ομιλίες σας και ετοιμάζονταν να εκκρίνουν τους ιερούς μου φθόγγους αφού από τους δικούς σας γίνονταν.

Γιατί ο ποιητής δεν έχει δικιά του φωνή και με τη φωνή του μιλάν οι άνθρωποι κι ο κόσμος. Τους ψηλαφούσα κάτω απ’ το πετσί μου τους φθόγγους μου πώς έρρεαν στο αίμα μου πώς έσφυζαν κι αγωνίζονταν να βγουν να φτάσουν την φωνή μου. Δεν την έφταναν. Ποτέ δεν έφτασαν. Κι όμως πόσες φορές από τα δικά σας μιλήματα. Από τα φτωχά ανάξια έργα μέτριων άθλιων ποιητών όπως εσύ και όλοι σας και οι καλλίτεροί σας. Πόσες φορές κι αυτά ακόμα με συνέπαιρναν και άλαλη τα διόρθωνα. Βαθειά μου τα μεγάλωνα τα έκαμνα αντάξια αυτού του μεγάλου λόγου που μονάχα εγώ απ’ όλους σας ήμουν η άξιά του. Που εσείς από ένα άδικο άδικο. Άδικο χάρισμα μπορούσατε κάτι ελάχιστο από αυτόν ανίδεοι κι αχάριστοι να ψελλίσετε.

Πώς μπόρεσε η φύση να αντισταθεί στην φύση. Να απαγορεύσει στην δύναμη που η ίδια μου είχε εμπιστευθεί να βρει πιστούς στρατιώτες και μ’ αυτήν την κολοβή αναπηρία να με έχει γεννήσει πώς μπορεί αυτό το ανήμερο εξαγριωμένο κτήνος που είναι η μοίρα του ανθρώπου να είναι τόσο διεστραμμένο. Αγαπημένε μου Γκουένκ Χλαν λέει η Κυβέλη με κόπο.

Φοράει ξανά τα ρούχα της ορθώνει το κορμί της. Σκεπάζει το πρόσωπό της και το μοναδικό της μάτι με κοιτάζει ανέκφραστο δε χρειάζεται να με καταραστείς. Μόνη μου δες. Μόνη μου άλλαξα την μορφή μου κι έγινα χειρότερη από το γουρούνι σου. Έγινα το κοράκι και το τσακάλι. Έγινα βατράχι και καταπίνω τα σκύβαλα των φόβων σου για ανύπαρκτους εχθρούς. Έγινα δούλα ποιητών. Εγώ η Χριστιανή λέει αλαφιασμένη ξαφνικά η Κυβέλη και με πνιχτή τρομαγμένη απορία ρωτάει τίποτε λοιπόν ποτέ δεν έγινε; Κανένας φύλακας κανείς φρουρός δεν σκότωσε. Δεν σύντριψε όποιον αντιστάθηκε στην εξουσία της ποίησής μου; Σε όνειρο το είδα ολόκληρος ο κόσμος να αιματοκυλιέται από τις στυγερές βουλγαροκτόνες τις ελληνικές πορφυρογέννητες λέξεις μου;

 (αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά, Ο Εχθρός του Ποιητή, εκδόσεις Κέδρος 1990 - ART by Arthur Tress] 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις