ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕ ΤΟΣΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΡΥΜΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΗΣ:

 Όλοι καίγονταν στο μέσον από μια ιδιοτροπία όμορφης γυναικός που έβαφε τα σεντόνια της χάραμα των πόθων. Διότι έτσι μόνον οι άγκυρες και τ’ άλλα σύνεργα του λιμανιού αρμάτωναν καράβι και κατάρτι. Εκείνη άλλωστε σειρές τις άγκυρες παρθένες με τα νοήματα κινούσε [ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ]
Γυναίκα μη με διαψεύσεις, το Ποίημα του απείρου σου δίνω. Ο Θεός με υακίνθους γύρω του –αυτή την παράξενη λύπη της Ποίησης- κι η κόρη γυμνή, τόσο γυμνή στην ωραιότητα απ’ αόρατη δίψα για ένα ποίημα, μια γροθιά των ήχων, ώσπου το αίμα απ’ τα σπλάχνα να χυθεί… Κύριε αν είσαι λέξη δώσε ένα Ποίημα στον αέρα για τη σωτηρία της μονάχα [από το οπισθόφυλλο της συλλογής ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΞΗ της Κατερίνας Κατσίρη]




ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ (αποσπάσματα)
Το σπίτι παλιό, κατασκότεινο που λαχταρούσες
να το λυτρώσεις κάμποσα χρόνια πριν, αυθάδικα
συνωμοτώντας στη σοφίτα
Η πόρτα γεμάτη ισορροπία, αλλά τα σκαλοπάτια
με κάμψεις ως το έδαφος
Κάποτε, ένα ξεκόλλησε για μια ολόκληρη μέρα και στην κάμαρη
η γυναίκα να φλογίζεται
να βροντά τον άνεμο που ξεκόλλησε το ανέβασμα του στήθους
παρηγορήσου να γελούν οι απέξω
αργότερα τυλίχθηκε σαν ένδυμα επάνω του, να ξεχνάει
όλο να ξεχνάει τους καβαλάρηδες που έσκαψαν
τα νύχια των ποδιών της
Είναι και τα παράθυρα, βλάφτουν πολύ τον άνεμο του σπιτιού.
Το χρώμα τους μισό της μοναξιάς
-ποιος να τους φέρει λουλούδια το χρώμα να συλλάβουν-
κι απ’ το στεφάνι τους ξεφεύγει μια λεκιά
λες να σκοτώσει νιότη
Μόνο το στεφάνι του κορμιού της, πάντα δεκαοκτώ χρονών
σαν κατεβαίνει από τη σάρκα στους μηρούς
υγραίνοντας τα φωτοστέφανα του έθνους

Ήταν πολύ πρωί και η πόρτα χανόταν στο δρόμο
που ίσως να πονούσε, με το κλειδί γυρίζοντας
εκείνον το διεστραμμένο τρόπο
να την ερεθίσει μέρα μεσημέρι
Πονούσε και η γυναίκα ανασαίνοντας την κίνηση
ανάσαινε και κρατούσε τα περίστροφα στήθη της γεμάτα
-πόσο πείσμωνε όταν τα πλήθη σφύριζαν στο κορμί της
με ένοπλα ξερολίθαρα και κανέναν αλαφρό άγγελο
Ήταν πολύ πρωί, ωστόσο τα σημάδια
στο τρίξιμο της σκάλας
Ακίνητη στο δώμα η γυναίκα
Τα στήθια δεν αντέχουν όταν ξεντύνονται να τρίζουν απειλές
Πάνω στο χέρι ενδεχόμενα – το μόλεμα στο αίμα της πονά-
κρατά την κίνηση σιγά, στο τελευταίο ενδεχόμενο
περίστροφα γελά με το τσιγάρο μαστιγώνοντας
την άδεια τους κοιλιά
[αποσπάσματα από την ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ]

ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ
Μόνο ένα Ποίημα γεννιέται και ξαναγεννιέται στο στήθος με λόγια όχι θηλυκά, Ποίημα σχοινοβάτης, μοναξιά κι επαγρύπνηση. Α, λέει θα σου μάθω την πιο μικρή απόσταση ανάμεσα στα δάχτυλα, Γυναίκα, που επινοείς ονόματα τριαδικά για την ανάμνηση των αδελφών σου, για το Θεό που ειπώθηκε πως είναι της ανάστασης κι όλο πεθαίνει και πεθαίνει… Για τις φωτιές που μεταφέρουν ζεστά τα δώρα στον Θεό και σβήνουν κάθε μέρα θάλασσες, χρόνους, εμάς… Έχω τους ωκεανούς σχεδόν ευλογημένους, το χώμα μην πεις πως είναι του θεού σου… Γεννιέται επιτέλους από μήτρες και από σταυρό για να παντρεύονται οι άγνοιες της μοναξιάς. Γυναίκα μη με διαψεύσεις, το Ποίημα του απείρου σου δίνω

ΕΒΑΦΕ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΜΑ ΤΩΝ ΠΟΘΩΝ:
Όλοι καίγονταν στο μέσον από μια ιδιοτροπία όμορφης γυναικός που έβαφε τα σεντόνια της χάραμα των πόθων. Διότι έτσι μόνο οι άγκυρες και τα’ άλλα σύνεργα του λιμανιού αρμάτωναν καράβι και κατάρτι… Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας τις λέξεις… Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα, δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου… Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου έτσι να γράψεις και κι ας ανάβει νύχτα η βροχή

(κτερίσματα από την Ηδονική Πληγή του Καθενός και Να γράψεις κάποτε από την ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ της Κατερίνας Κατσίρη, Εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Αθήνα 2009)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις