ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ ΓΕΜΙΣΕ ΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΤΟΥ ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΠΟΥΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΠΟΤΕ ΠΕΤΩΝΤΑΣ Ν’ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙ:

Όχι άλλα βέλη παρακαλώ. Σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες… Λύστε με. Αφήστε με…        Κι εγώ θα σας δώσω ό,τι με κατοικεί, ένα κλειδωμένο ποτάμι αίματος, μια ανθισμένη καρδιά, ένα λαβύρινθο με χορταριασμένους διαδρόμους κι ένα δόντι για κάθε κλωστή…
 Λίγη ησυχία παρακαλώ, μες στο μυαλό μου έχει ήδη πολύ θόρυβο, κάποιοι μετακινούν τα έπιπλα και τους αλλάζουν θέση. Τώρα εμπρός μαρς, βγείτε απ’ το μυαλό μου… (έτσι) σε τόπο και σε χρόνο δανεικό μια ιστορία έφτασε στο τέλος όταν το μεταξωτό κουκούλι που στοργικά σε σκέπαζε γέμισε τρύπες…
Έχετε δίκιο λοιπόν, τ’ ομολογώ, είπα κάποτε στον αχόρταγο υπολογιστή.
–Σου έδωσα τον εγκέφαλό μου, ό,τι πολυτιμότερο είχα. Τι άλλο θέλεις πια;
Κι ο Υπολογιστής μου απάντησε: Θέλω και την καρδιά σου!..
[κτερίσματα στίχων από τη συλλογή της Έλσας Κορνέτη, Ο Επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2013]




ΑΡΚΕΤΑ ΕΠΑΙΞΕΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕ ΑΝΘΡΩΠΕ. ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ:
Από μια κάποια διαστροφή της φύσης αγαπώ τα μουσεία
τα σπίτια που απολίθωσαν το χρόνο
τα κρεμασμένα παλτό
τα φορεμένα παπούτσια εποχής
τα πεθαμένα καπέλα
Μια κατάψυξη σώματος
όπου τα κύτταρα παγώνουν το αίμα
και το μυαλό κυλάει ανάποδα
Ιδανικός χώρος
Όταν δεν θέλεις να πας πουθενά
Όταν δεν μπορείς να πας πουθενά
Εγκλωβισμένος σε μια ψευδαίσθηση ακινησίας
κάθεσαι ασάλευτος
στον μοναδικό σταθμό του χρόνου
χωρίς να περιμένεις κανέναν
ούτε άνθρωπο
ούτε τρένο

Κάποτε τους αισθάνεσαι να σε κουβαλούν
να μυρμηγκιάζουν στη ράχη στον αυχένα σου
Χίλιοι μαυροφορεμένοι  εαυτοί
κι ένας με άμφια λευκοντυμένος
αφού σε νάρκωσαν σ’ έδεσαν σφιχτά με κόκκινα καλώδια
σε περιφέρουν πάνω σε μια τάβλα με τροχούς
ξαπλωμένο ανάσκελα
σαν να ήσουν ζωντανό πτώμα

Δεν γνώριζα τίποτα για την αναπαραγωγή του εαυτού μου
ώσπου,
Ω, τι έκπληξη!
σας συνάντησα όλους μαζί
αντίγραφά μου κλώνοι εσείς
φίλοι, εραστές, θαυμαστές μου

-Θα συμμαχήσω μαζί σας
Μόνον πάρτε αυτά τα φανάρια απ’ τα μάτια μου
Φορέστε μου τα γυαλιά μου
Δεν αντέχω την αυτοκριτική σιωπή σας
Βγάλτε αυτό το πιάνο απ’ το αυτί μου

Αφήστε επιτέλους την κοπτοραπτική
Τι έχετε να κερδίσετε απ’ την άθλια ζωή μου;
Γιατί με δέσατε;
Γιατί με τραυματίζετε;

-Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε. Τώρα πρέπει να ζήσεις
-Αφήστε με
Αφήστε με
Κι εγώ θα σας δώσω ό,τι με κατοικεί
ένα κλειδωμένο ποτάμι αίματος
μια ανθισμένη καρδιά
ένα λαβύρινθο με χορταριασμένους διαδρόμους
κι ένα δόντι για κάθε κλωστή

Όχι άλλα βέλη παρακαλώ, σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες!
Εγώ
Σας αγαπώ
Σας λατρεύω
Όμως ας μείνουμε όλοι μαζί χωριστά
σαν μια ωραία οικογένεια δια αλληλογραφίας
Εγώ κι εσείς καλοί μου εαυτοί
θα μάθουμε να συνυπάρχουμε αρμονικά από μακριά
Μια γωνιά μόνο στον κύκλο σας ζητώ
για να ξαποστάσω

Και κάποτε αν βρω το θάρρος
ν’ απαλλαγώ από εσας
να σας ξεφορτωθώ
να σας πνίξω όλους
σαν κατσαρίδες
σε καυτό νερό
θα είναι η μεγαλύτερη ανακούφιση
που ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει

-Κι όμως κάποτε θα μας ευγνωμονείς
Εμείς σε σώσαμε ναυαγισμένε κυβερνοναύτη
Η διαδικτυακή  αποτοξίνωση κοστίζει

Πόσο χαίρομαι
όταν με ξυπνούν
σημαίνει ότι είμαι ακόμη
ζωντανός

Λίγη ησυχία μόνον παρακαλώ
μες στο μυαλό μου έχει ήδη πολύ θόρυβο
κάποιοι μετακινούν τα έπιπλα
και τους αλλάζουνε θέση
Τώρα εμπρός μαρς
Βγείτε απ’ το μυαλό μου

Έχετε δίκιο λοιπόν
Τ’ ομολογώ
Είπα κάποτε στον αχόρταγο υπολογιστή

-Σου έδωσα τον εγκέφαλό μου
Ό,τι πολυτιμότερο είχα
Τι άλλο θέλεις πια;

Κι ο υπολογιστής μου απάντησε:
-Θέλω και την καρδιά σου

Όταν παράφορα αφρίζει το μυαλό
κι από τα μάτια χύνεται στάχτη
σε μια ανθοφορία αριθμολάγνας υπερβολής
αυτό που απειλητικά
μέσα σε σύννεφα μαύρης λάσπης
καλπάζοντας σε πλησιιάζει
είναι η νύχτα ή η καταιγίδα;

Μήπως απλά ονειρευόμουν την τέλεια γυναίκα
που κάποτε είχα γνωρίσει;
Η ψηφιακή οπτασία άλλωστε
είναι πάντα πιο βολική

-Κι εσύ λιλιπούτειε φτερνογαργαλιστή
μ’ αυτό το πούπουλο γιατί με βασανίζεις;

-Για να γελάσεις ψυχρόαιμο θηλαστικό
Να βάλω στο αίμα σου φωτιά
Να νιώσεις

Ήλθε η ώρα να με βγάλουν βόλτα
όλα τα παράξενα πλάσματα της ζωής μου
χίλια μικρά περιλαίμια χιμούν επάνω μου
να με δέσουν
να με οδηγήσουν έξω
να κάνω την ανάγκη μου πάνω
στον αγκαθωτό κόσμο τον πραγματικό
τρέχοντας σ’ ένα ποδοπατημένο χορτάρι
μακριά από την ασφάλεια της επίπεδης θέασης
μακριά από την κρύα λάμψη της οθόνης

Δόλιοι μικροί εαυτοί
Δαιμόνιο το σχέδιο σας
να με κάνετε
άνθρωπο μαριονέτα
καλωδιωμένο τρυπημένο με κλωστές
για να κινούμαι δέσμιος
χορεύοντας τον σκοπό σας

Ένας αυθεντικός άνθρωπος
έχει την τάση να μην πουλάει ακριβά
αλλά να ξεπουλάει
το τομάρι του

Δεν είμαι εγώ ο ανυπότακτος. Ανυπότακτα είναι τα όνειρά μου

Η Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε. Τώρα πρέπει να ζήσεις. Αφήστε με, αφήστε με κι εγώ θα σας δώσω ό,τι με κατοικεί, ένα κλειδωμένο ποτάμι αίματος, μια ανθισμένη καρδιά, ένα λαβύρινθο με χορταριασμένους διαδρόμους κι ένα δόντι για κάθε κλωστή… -Είναι κρίμα, όμως, δυστυχώς! Δεν έχεις τίποτα δικό σου να μας δώσεις. Ο καλύτερός σου φίλος όλα στα πήρε. Σε τόπο και σε χρόνο δανεικό μια ιστορία έφτασε στο τέλος όταν το μεταξωτό κουκούλι που στοργικά σε σκέπαζε γέμισε τρύπες,,, Όχι άλλα βέλη παρακαλώ, σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες – [αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2013…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις