ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ ΖΩΝΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΑΡΟ ΤΟΥΣ ΝΟΗΜΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ ΠΑΝΤΟΥ ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΥΡΠΟΛΗΘΕΙ

Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ τη μεταμόρφωσή μου… Φίλε Ποιητή, η αναζήτηση της αλήθειας ή του θαύματος πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων σε ωθεί σ’ αποκαλύψεις που ποτέ δεν υποπτεύθηκες σχέσεις της μνήμης και του χρόνου με το σώμα σου αναγκαιότητες των σπλάχνων σου ξεριζώματα από την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή και σε πείσμα της νομιμότητας αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους… Φίλε Ποιητή, αν τα ποιήματά μου συναντηθούν με τα ποιήματά σου, χαίρονται με συγκατάβαση παράξενες μορφές που η καθεμιά τους νομίζει πως η άλλη φοράει ρούχα αταίριαστα με τη φύση της… Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί. Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται τρομακτικές ελευθερίες… Φίλε Ποιητή, μιλάς μια γλώσσα που γιομίζει την κάμαρη με χώματα. Λοιπόν, θα ανοίξω το παράθυρο για να μπουν τα νερά και τα ψάρια!.. [κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή (αντι)ρήσεων για την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ με ΚΛΙΚ στην εικόνα των λέξεων… για να ζει η Ποίησή τους «σε κείνη την ασήμαντη την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι Θεοί στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς και της άμυνας των ανθρώπων»]


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΝ
Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα και προβολή σε μια πραγματικότητα που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε μέσα σε μια άξαφνη στιγμή που θα ’ναι τότε όλος ο χρόνος. Αν ζει αν υπάρχει ακόμα η ποίηση τούτο το χρωστάμε σε κείνη την ασήμαντη την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς και της άμυνας των ανθρώπων.

ΟΤΑΝ ΕΝΥΧΤΩΝΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΑΝΕ ΔΩΜΑΤΙΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΚΕΡΙΑ
όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες αφηρημένες υπηρέτριες… Καμιά φορά πάλι, μέσα στο όνειρο, οι λέξεις φωτίζονται από ένα παράξενο φως αλλάζουνε ρυθμό και σημασία ανοίγουν σα λουλούδια σκοτεινά γίνονται πόρτες για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο. Πίσω απ’ το ποίημα τώρα υπάρχουνε διάδρομοι υπάρχουν αξεδιάλυτοι χώροι σιωπής κι εκεί οι λέξεις είναι μαύρες σαλεύουν πέρα δώθε κρατώντας με τα χέρια τον κομμένο τους λαιμό.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ ΖΩΝΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΑΡΟ ΤΟΥΣ ΝΟΗΜΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ ΠΑΝΤΟΥ ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΥΡΠΟΛΗΘΕΙ
Διάφανο πρωί γεννημένο από μια νύχτα καταχνιά. Ατμόσφαιρα πάμφωτη ερεθιστική. Ένα δένδρο σφυρίζει ένα φύλλο γαληνεύει την καρδιά των πουλιών ένας αόριστος άνεμος γεμίζει το δρόμο με γελαστά πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν. Μέσα στο κορμί σου εξατμίζονται μια-μια οι επώδυνες αισθήσεις. Η μικρή τραγωδία της νύχτας κλείστηκε κιόλας σ’ ένα σιωπηλό σεντούκι με αναμνηστικά. Μόλις θυμάσαι κάτι απ’ τον ξερό ήχο του ρολογιού και τον πάταγο της πόρτας που έκλεισε. Όλα χάνονται μέσα στη ρυθμική γαλήνη του ήλιου. Χώρα φανταστική του πρωιού και τίποτα απ’ τα φαντάσματα που χθες ονομάζονταν γεγονότα.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΠΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥΣ
Του φώναξα πως ήτανε γυμνός και μου αποκρίθηκε πως φόραγε τη γύμνια απάνω από τα ρούχα του… Όταν θα βασιλέψω ανάμεσα του δένδρου και του ποταμού το ποίημα θα είναι πράσινο… Αυτός επάλευε με τα βουνά. Λοιπόν τον καταβρόχθισαν οι λάκκοι απέξω από το σπίτι του… Κι όλα του τα ποιήματα ήτανε αυτή η αυξανόμενη πραγματικότητα του θανάτου του σώματος μέσα σε μια φοβερή εμπλοκή σχέσεων με το χρόνο πτώσεων συμβιβασμών και θριάμβων.

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΜΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΟΥΣ
Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ να ’βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει με το πρόσωπό μου. Δεν ονειρεύομαι όταν λέω πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα… Δοκιμάζοντας έναν ρυθμό καινούριο σε τούτο το Ποίημα αναπήδησα ξάφνου αλαφιασμένος σα να μου χτύπησε την πόρτα ο αναμενόμενος.

ΜΕ ΤΟ ’ΝΑ ΦΩΣ ΜΕ Τ’ ΑΛΛΟ ΦΩΣ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΟΛΥ ΦΩΣ ΓΙΝΟΤΑΝΕ ΣΚΟΤΑΔΙ
Ήθελε να προσθέσει τούτην την εικόνα και την άλλη εικόνα ν’ ανακατέψει κάτι από τη σκοτεινιά της γης και την αλμύρα του Έρωτα. Έπειτα συλλογίστηκε πως ένα ποίημα ακούγεται καμιά φορά καλύτερα μέσα από τα χάσματά του και τις αποσβέσεις του… Παλιό μου ποίημα σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως με τη γαλήνη προστατεύοντας τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο… Τη νύχτα τούτη μεταμορφώθηκες άξαφνα σε δένδρο. Ο Έρωτας περνούσε σφυρίζοντας ελαφρά μέσα απ’ τα φυλλώματά σου. Κοιμήθηκες μονάχα την αυγή. Και μένα το μυαλό μου σπάραζε σε μια τρομακτική ωριμότητα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΖΩΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΟΥ. ΚΙ ΕΣΥ ΤΟΝ ΤΡΕΦΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΟΤΑΝ ΠΕΙΝΑΕΙ
Μια μέρα ολάκερη δίχως κανένα ποίημα δίχως σταλαματιά μελάνι. Πίσω απ’ τα φτερά του ο ήλιος πέθαινε και τ’ αγαθό βράδυ ήταν ως αργά γεμάτο δένδρα και νερά.  Ήσυχη συμφιλίωση με τον αέρα και το φως με τα πουλιά και με τα θαύματα. Ύστερα ο ποιητής χωνεύοντας τη σκοτεινιά του δίνοντας μια πνοή στα ταπεινά στα εξέχοντα του βίου.

ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΦΑΝΤΑΖΟΜΟΥΝ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΙΣΟΖΥΓΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΤ
Το ποίημα σε λίγο τέλειωνε. Όλα ήταν καθαρά με το ρυθμό που ταίριαζε και με την τάξη τους. Μονάχα εκεί στην στροφή σαν κάτι ανέκφραστο σκοτείνιαζε κι αντιστεκότανε περήφανο στο κατώφλι των λέξεων. Τότε κατάλαβα πως μονάχα με τέτοιες ανταρσίες ένα ποίημα στέκεται στα πόδια του… Ήτανε ένα ποίημα κι ήτανε γεμάτο τρύπες. Έτσι έβλεπες τον ποιητή να τρώει και να ερωτεύεται να βγάζει τα παπούτσια του και να κοιμάται.

ΕΓΡΑΦΕ ΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ. ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΠΗΔΟΥΣΑΝ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΣΑΝ ΠΟΥΛΙΑ ΚΙ ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΟΥΡΛΙΑΖΑΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥΠΕΙΝΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕΡΙΔΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Είπε θα σας διαβάσω αυτό το ποίημα. Και βάζοντας το χέρι του για να πάρει το χειρόγραφο τράβηξε απ’ το συρτάρι του με κόπο το ήσυχο κεφάλι ενός νεκρού… Και μέσα σ’ εκείνες τις τρομαχτικές εικόνες που διαδέχονταν η μια την άλλη σκοτεινιάζοντας το χώρο του ποιήματος φέρνοντας απειλητικά μηνύματα ξάφνου αυτές οι λίγες λέξεις το σύντομο αντιφέγγισμα της θάλασσας ο βράχος στο νερό η νοστιμιά η αρμύρα… Άρπαξα το ποτάμι απ’ το λαιμό σφυρίζοντας ένα παλιό σκοπό για κείνους που χαθήκαν στο ποτάμι… Οι λέξεις που έμειναν έξω από το ποίημα συνεπαρμένες από μιαν ατέλειωτη παραφορά σωστές μαινάδες παίρνανε πέτρες και λιθοβολούσανε βρίζοντας ακατάπαυστα και τον ποιητή και τους διαβάτες.

ΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ: ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Οι πρώτες λέξεις μέσα στο ποίημα κραυγάζανε απειθάρχητες λες και βρισκότανε σε διαδήλωση. Οι τελευταίες γονάτιζαν χαμένες στη σιωπή και την έκσταση… Το αίνιγμα και η σαγήνη ενός τέτοιου ποιήματος ήταν πως κάθε στίχος του έδινε και μια υπόσχεση που ποτέ δεν εκπληρωνόταν.

ΤΕΛΟΣ, ΝΑ ΒΑΛΩ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΣΑ ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΠ’ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΠΑΤΩΜΑ. ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΣΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
Τέλειωσε κουρασμένος με το ποίημα του φαινότανε βαρύ γεμάτο πέτρες. Βεβαίως υπήρχε λίγο φως λίγο απ’ τη ρέμβη τ’ ουρανού φωνές της θάλασσας ένα παράξενο άνθος. Όμως οι πέτρες τον δυσκόλευαν. Περσότερο απ’ τις παγίδες τις καταπαχτές που είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί για τους υποκριτές και τους ανύποπτους… Μέσα στη μεσημεριάτικη γαλήνη μόλις ακούγεται η ψιλή βροχή. Ανοίγω το παράθυρο και χαίρομαι. Ονειρεύομαι πως θα ’ρθει κάποτε ο καιρός που ο λύκος και τ’ αρνί θα ξεδιψάνε απ’ το ίδιο ποτάμι. Τότε θα λάμπει του θεού το πρόσωπο. Τότε των ποιητών τα ποιήματα θα ’ναι όπως οι λόφοι πάνω στα ορυχεία όταν περνάει ο αέρας και σαλεύουν τα πουλιά τους και τα σπλάχνα τους.


Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Εδώ κτερίσματα στίχων από τους στοχασμούς του  Τάκη Σινόπουλου με αντιγραφή που στεγάζονται κατω απ’ το γενικό τίτλο Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις