ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΗΝ ΠΟΥ ΛΕΕΙ: «Η ΤΡΕΛΑ Μ’ ΑΡΕΣΕΙ, ΓΕΛΟΙΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ»

Πλοηγός του παράφορου στις παρυφές του χάους!.. Ωχ!.. αυτός ο στίχος δεν ήταν αναμενόμενος!. Μήπως όμως μαινόμενος, τι πάει να πει γράφεις, ρε αγεωγράφητε; Γράφω για να αποπλανήσω την πλήξη μου, μην κοιτάς το φεγγάρι ρε και μη σου τρέχουν τα σάλια, μη σκαρφίζεσαι θαύματα και μη σκουπίζεσαι μύξες… Γράφω θα πει προπονούμαι ασαβάνωτος πραγματικότητα στα αποδυτήρια της ύπαρξης. Ωχού!.. την τύχη μου μέσα! Πότε επιτέλους θα ισοφαρίσω τη λύπη μου;  [ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ του Παναγιώτη Αρβανίτη, ένα ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη  του Νίκου Καρούζου, ενός αναρχικού της γλώσσας, που σ’ όλη του τη ζωή δεν εντάχθηκε σε εταιρείες λογοτεχνικές και σχήματα δημιουργικής γραφής… Δεν επωμίζομαι τίποτε, έλεγε, γιατί θέλω να είμαι μόνος μου και να ’χω απεριόριστα την υπαρξιακή μου ευθύνη… Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί!.. Στο τέλος τα ίδια τα όνειρά μας και η Ποίηση θα μας σώσουν!..Έτσι, καθώς κοιτάζουμε τον ήλιο, γαλανή Μαρία, στις κορφές, και αύρα του καλοκαιριού θα κυματίζει τα πουκάμισά μας στα στήθη!.. Τούτο το κυμάτισμα είναι η Ποίηση και η Σωτηρία – ART by Misha gordin and Minguel Leal]


Ο Νίκος Καρούζος διέσχισε τον κόσμο μας σαν σκοτεινός διάττων, αφήνοντας πίσω του πάνω από είκοσι βιβλία με ποίηση και μετρημένα αλλά σημαντικά κείμενα στοχασμού. Έζησε σαν γνήσιος ποιητής, σαν γνήσιο παιδί της νύχτας, με θρησκευτική προσήλωση συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν της καθαρής ποίησης. Και με τον όρο «καθαρή» εννοείται η ποίηση που διαχωρίζει άμεσα τις προθέσεις της από τις σειρήνες της εποχής. Ο Καρούζος τρίζει τα δόντια προς όλους όσοι βολεύονται στον καναπέ τους ή καταχρώνται τις διαχρονικές αισθητικές αξίες της σκέψης και της έκφρασης και με την έννοια αυτή είναι ο τελευταίος κλασικός ποιητής της γενιάς του. Είμαι ένας αναρχικός έλεγε… Δεν εντάσσομαι, δεν εναντιώνομαι, δεν ανήκω σε λογοτεχνικούς κύκλους!,, Δεν επωμίζομαι τίποτα… Θέλω να είμαι μόνος μου και να ’χω απεριόριστα την υπαρξιακή μου ευθύνη [ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ]

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΗΚΙΟΥ
Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο
που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.
Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει  μ’ έναν καρπό και μ’ έναν τάφο.
Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.
Αλλ΄’ όμως είμαι θέλημά σου
γέννημα στην απέραντη καρδιά σου…
Δεν έχω ερωτήματα
και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
Μάταιος κόσμος αλλά πέρασμα
Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
«Δεν έχεις ερωτήματα;» -μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;
Ή με ρωτούν τα νέφη που σ’ ακολουθούν;
Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου
και την διαπερνώ με την πίστη.
Αυτή είναι η αξία εμάς των σκουληκιών
που δεν έχουμε παρά ένα δρόμο…
Το χώμα είναι η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.
Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.
Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;
Αγάπη, πράξη και ουσία του Θεού μου
σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.



ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: περασμένα η χριστιανή αποθέτει
Άγιε Νικόλα χτισμένε με κρασί στον κάβο
να η σχεδία μας ωσάν τώρα τα θαλασσινά
τα δίχτυα και μονάχος του ο καιρός.
Εγώ σε περιμένω στην αγάπη.
Κι η γυναίκα γριά τραγουδώντας
τους μύθους των ανέμων απ' τη γέννηση-
με το λάδι του Αγίου στο δοχειάκι.

ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: των σπαραγμένων χαραυγή
Κοιτάζαμε τον ήλιο γαλανή Μαρία στις κορφές
η αύρα του καλοκαιριού κυμάτιζε το πουκάμισό μου στα στήθη.
Εγώ είπα Κύριε
τούτο το κυμάτισμα είναι η Ποίηση.

ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: ποιός μ' έχει συνταράξει;
Λάμποντας η δροσοσταλίδα  χαίρει.
Απ' το λιβάδι της βροχής
ωραίο κορίτσι με τα μαλλιά πνιγμένα
σε περιμένω στην πνοή των χρυσανθέμων.
Όταν κοίταζες απ' αυτή την πέτρα
τον ουρανό κι οι κορφές ξεχείλιζαν ηλιοβασίλεμα
εγώ στην τρομερή Αθήνα της αναδουλειάς
επέστρεφα μέσ' απ' ην τσακισμένη μνήμη.
Όλα τ' ανθρώπινα σε μένα λιγοστά, μονάχα ο πόνος.
Μετέωρος πρωί με βράδυ καθώς τότε απομένω
δεν ελπίζω στη γη.
Τώρα ελευθέρωσα τα μαλλιά σου απ' το σώμα
είσαι μακριά με τ' αστέρια
ελευθέρωσα τα χέρια σου
ψηλά στον άνεμο ελευθέρωσα.
Ιδού το σώμα της μεσ' στα κλαδιά στα όνειρά μου
μεσ' από κλαδιά ευγενικά ανεβαίνει.

ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: μουσική
Να ο Έλληνας πάντα πικραμένος με γλυκιά μορφή
καμωμένος για τα βάσανα πώς τραγουδά και δένεται
στη μνήμη που έχει πάντα συννεφιά.

ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: ανεβαίνει σε τέλειο φως
Άγγελος προς τον ήλιο της δικαιοσύνης ανεβαίνει
κατάλευκος απ' την ουσία του ουρανού
είχε πολλά παιδιά ο καλός οικογενειάρχης
το σώμα του στάχτη
ο κόσμος ακόμη
η φωνή του στάχτη ο ευσχήμων
μες τη ψυχή μου και στις χιλιετηρίδες
Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ

ΣΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ ΜΠΑΧ (όπως λάμπει με όλη την οικογένειά του)
Ένα  ποτάμι τραγουδά τη νύχτα με τ' αστέρια
περνώντας απ' τα στήθη
για ν' αστράφτει ο θνητός αίφνης ωσάν άσπρος
ανήφορος που δεν τρομάζει τα πουλιά στην ουράνια φύση.
Κι ένα ποτάμι σκοτεινό σαν απριλιάτικη ρομφαία
σχίζει για πάντα την καρδιά μου
σε βυσσινιές ανάμεσα σε πορτοκαλεώνες
και τώρα να χαρίσω τα ποτάμια ήρθε η ώρα.

Λευκός εκεί που φίλησα φρέσκα φύλλα
της αόρατης λεμονιάς ο άγγελος φρέσκα φύλλα
έχει ανοίξει τα φτερά και ταξιδεύει σε μαύρους υετούς
και πάλι βγαίνει στον ήλιο
και τεφρώνεται με κλειστά φτερά στην Κοιτίδα.

Δεν έχει υποδοχή δεν έχει εποχή
κι απ' τον ύπνο παρθένας
ιερέας έλληνας ανεβαίνει σε ψαλμούς
αλλάζοντας μ' άσπρες λαμπάδες τ' αστέρια
και με το δισκοπότηρο αλλάζει τη σελήνη.

Πόση και πόση νύχτα
σα γιορτασμένη παλλακή από χρωματιστό μεσημέρι
και χτίζει παλάτια ο δαιδαλώδης ύπνος των νηπίων
άφατο πηγάδι γεμάτο φως
κι η δεντρογαλιά στη χλωρή της οπτασίωση.
Ψηλά δεσμώτης ο ήλιος
απάνω από τις βίες και τα κράτη
πολλαπλασιασμένος Ιησούς ο πύρινος και η σφαγή.
Με τα μαγιάτικα χιλιάδες άστρα
πάει ψηλά και η φρυγανώδης προσευχή του ανθρώπου
με της Ανοίξεως το μέθυσμα σαλεύει ο πανταχού νεκρός
από μεγάλες λάμψεις ενωμένος χόρτο με χόρτο
σπόρο με σπόρο
χώμα χαρμόσυνο με χώμα
χαρμόσυνο πάλι.

Χρυσός  υψοκράτης κι ο νους έγινε σάλπιγκα
τα σπλάχνα τα κατοίκησε αυλός
για ν' ακούω ταραγμένος όσο το στήθος έχει τη πνοή
και θα φουσκώνει πάντα η θάλασσα του στέρνου.

Με σίδερο που καίει θα αναστήσω τις πληγές
ώστε να πέσει το νεκρό κι αμοίραστο πουλί στην ελπίδα μου.
Χαίρε των ήχων ο Υπερίονας
και πάλι χαίρε των ήχων ο Υπερέλληνας
αφού πέρ' απ' τους ήχους
τα ουράνια σφίγγουν έρημα τη μουσική τους
χαίρε των άστρων ο που είδε την ορθόπλωρη λάμψη
σ' ωκεανούς αναστραμμένους από τυφώνες αγάπης
χαίρε ο ναυπηγός της χαράς το σκάφος και ο ναυτίλος
χαίρε συ περισκόπιον όταν οι θνητοί βλέπουμε
την εκστατική μεγάλη επιφάνεια.

Μαύρα τα έλατα και τρίζουν οι οξιές απ' το πολύ φεγγάρι
μονάχος ανεβαίνεις το βουνό και καρτεράς αλλόφρων αίμα
να ξεπηδήσει μες τη νύχτα η φωτιά του
Χαίρε ψυχρέ Γαλαξία
η παραδείσια σκόνη στα πρόσωπα
χαίρε ουρανοδρόμε και χαίρε ορθόδοξε
γιατί έχει τη θλίψη σα Βρυέννιος
έχεις τον άνωθεν έρωτα σα Μάρκος Ευγενικός
έχεις το τρίχινο ράσο του Νικηφόρου Φωκά τη γλώσσα του Χρυσόστομου
τ' άυλα που είδεν Ισαάκ ο Σύρος
και το μαύρο έλατο σε φοβερόν αγέρα
που ρήμαξε με σπιθίσματα χιλιάδες το σκοτάδι.

Στους θνητούς καιρούς η φωνή στη λαλιά
κι ο υγρός ουρανίσκος αντηχεί τη ουσία
τ' άλογο της ελπίδας βγαίνει στα λιβάδια των ευτυχιών
και σαν άνθος είναι από σώμα.

Ντύθηκε, νικήθηκε αυτός ο χειμώνας
και το στήθος ολοένα στήνει ελευθερίες.
Βόρειος αετός αστράφτει στο γαλάζιον ήλιο
βόρειος με φωτοστέφανο στο στήθος.

Στην Αττική του έαρος ο Ιησούς πεθαίνει
πόση χαρά πόση χαρά
των Μαριών τα μύρα κι οι πληγές ολόφωτες
πόση χαρά πόση χαρά.

Μαύρο πουλάκι διάβαινε στο καθαρό αγέρι
δρόμο δεν άρχισε ποτέ και δρόμο εμπρός δεν είχε
τη λύπη μόνο άνοιξε με τα μικρά φτερά του
και γέμισε ο ουρανός μελάνι
κι η νύχτα λέει της ξαστεριάς δεν έχω αστέρια απόψε.

ΟΙ ΒΡΑΧΟΙ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ
(στη θάλασσα της ζωής στη θάλασσα του θανάτου
η ψυχή μου,  κουρασμένη κι απ’ τα δύο, αναζητεί
το βουνό απ’ όπου τα νερά έχουν τραβηχτεί! – ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ)
Ήμουνα ψηλά στα χαράματα όπως είναι
ψηλά στη σιγή ο αγέννητος αέρας.
Δεν μπορούσα να εξηγήσω κανέναν κόκορα
δεν είχα τη σκάλα να υπερβώ το στήθος
καθώς απ’ το μίσχο φανερώνεται μόνο του
και το πιο αβέβαιο άνθος
καθώς βγαίνει στη λευτεριά του ο ποντικός
προβάλλοντας άξαφνα στον πανικό απ’ την κρύπτη.
Οι μεγάλες ιδέες μου για το θάνατο
μοιάζαν, αλήθεια, με τα σχοινιά των πηγαδιών
όπως τεντώνονται απ’ τους γεμάτους κουβάδες
και διψασμένο τ’ άλογο ζυγώνει
χώνοντας το λαμπρό κεφάλι του
μέσα στου μπόλικου νερού την ηδονή
και με γοργό της δίψας ήχο την αποστραγγίζει.
Ο πόνος απλώνεται χαράματα στη φύση.
Το δένδρο θέλει πετεινά κι ο θάνατος
ήτανε ψηλά μια πείνα που ’χε γαλαζοβολήσει.
Το δένδρο βγάζει τους ανθούς βγάζει θυσία στα κλαριά του
κι ο θάνατος ήτανε κοντά του
χαμηλά.
Ο πόνος ακατέβατος οι ώρες απλάδες αχράντων
ένιωθα τριαντάφυλλα και ξύλευα μέσα μου το σταυρό
μ’ ακράτητο φως την ίδια τη ζωή που την υψώνουν
οι βράχοι της Ύδρας
αυτά τα ξεροσφύρια του Θεού, μα την αλήθεια.
Κι απότομα λησμόνησα τα τριγυριστά λαλήματα
το ούρλιασμα του ήλιου στην κοκκινίλα της αυγής
τα πάθη των ανθρώπων και των ζώων
όσο βαθιά τα νέμονταν οι τσακισμένοι ύπνοι.
Κι απότομα θυμήθηκα πως τα μερμήγκια είναι άλαλα
και δεν γνωρίζω ποιος ο πόνος τους
η γοερότητα η δική τους.
Έτσι μου δόθηκε ξανά την ώρα εκείνη
απ’ το πολύ-πολύ μικρό
αχειροποίητη η απεραντοσύνη.
Κι ως έχασα τις διαστάσεις ολότελα
βγαλμένος απ’ την αθώα προοπτική μου
στης ερημιάς αφέθηκα την κόψη

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν Υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε όταν
έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος

ΕΞΟΔΟΣ: Φαίνεται πως ο Νίκος Καρούζος κατέχει σπουδαία θέση στη συνείδηση των ποιητών που τώρα ξεκινούν την περιπέτεια τους. Αυτό μας δίνει την ελπίδα πως η Ποίηση δεν θα σταματήσει να είναι εκείνη η παράφορη σχέση με την γλώσσα και τα πράγματα, μια σχέση που βάλλεται συνεχώς από την παράνοια των κοινωνιών του ελέγχου, από την αποτρόπαιη βιοεξουσία, που βλέπει στον άνθρωπο ένα ανώτερο θηλαστικό [ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις