Άφησέ με να ’ρθω στον τελευταίο ΣΤΑΘΜΟ Ονείρων Eξαίσιου Ίλιγγου ΣΙΩΠΗΣ βάρβαρων λέξεων:

ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ ευεργεσία ΣΙΩΠΗΣ με αριστίνδην στίχους από αγαπημένα ποιήματα Μανόλη Αναγνωστάκη, Οδυσσέα Ελύτη, Κ.Π. Καβάφη, Γιάννη Ρίτσου και Γιώργου Σεφέρη. Οι στίχοι αυτοί με την αόριστη γοητεία τους, την ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά τους, ιδεώδεις εν τη λύπη τους και τελευταίοι στα έγκατα κτερίσματα ΡΕΜΒΗΣ αμείλικτης Σιωπής, συνδιαλέγονται μεταξύ τους ζητώντας απόκριση σε ερωτήματα που οι απαντήσεις τους γεννούν άλλες ερωτήσεις επ’ άπειρον επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων. Για του λόγου το αληθές:    




Οι στίχοι αυτοί μπορεί να ’ναι και οι τελευταίοι,
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος,
στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Οι στίχοι αυτοί με την αόριστη γοητεία τους,
την ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά,
ιδεώδεις εν τη λύπη τους:
βαθύ-βαθύ το πέσιμο,  βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά-βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα-
κι όπως τα αγάλματα λυγίζουν κάποτε μοιράζοντας τον πόθο στα δυο
κι η φλόγα γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας,
με υπεροψία και μέθη
σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου

γιατί έβλεπες πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσεις,
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσεις μέσα στις φλόγες,
ζώνοντας τον αιώνιο ήλιο με χιλιάδες πρίσματα εκτυφλωτικά,
όρθιος και μόνος μες στη φοβερή ερημία του πλήθους

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
περιμένοντας βαρβάρους που δεν θα ’ρθουν,
πλησίασε σταθερά στο παράθυρο
κι άκουσε με συγκίνηση,  αλλά όχι με των δειλών τα παρακάλια,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
άκουσε τους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
και αποχαιρέτα το αίνιγμά σου, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

οι ποιητές όπως πάντα θα γράφουν ωραία ποιήματα
προσπαθώντας, τουλάχιστον, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
να κάνουν τη ζωή τους όπως την θέλουν,
ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
όπου σελαγίζει ο δικός τους αστερίας

Κι αν σου μιλούν με παραβολές και παραμύθια,
για κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
κεχριμπάρια κι έβενους κι ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής
Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και θυμωμένο Ποσειδώνα,
για ευτυχία και μέθη κι ενθουσιασμό ακόμη,
σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας,
μες στο γδυτό νερό καβάλα στο μαΐστρο

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκύτερα
κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή,
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
σου δίνει το ωραίο ταξίδι, την Ιθάκη
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας
κι έτσι σοφός που γίνεσαι με τόση πείρα,
με σκέψη υψηλή θα συλλογίζεσαι
πως τούτα εδώ που γράφουν οι ποιητές
δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι
και πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα
που ανοίγοντας τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων,
ματώνει ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά…


[Συνονθύλευμα στίχων Αναγνωστάκη, Ελύτη, Καβάφη, Ρίτσου και Σεφέρη που συνδιαλέγονται μεταξύ τους ζητώντας απόκριση σε ερωτήματα που οι απαντήσεις τους γεννούν άλλες ερωτήσεις επ’ άπειρον επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων και εικόνα με κοράλλια και μαργαριτάρια εκεί στο βάθος του πνιγμού]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις