ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ (ψυχή μου σκοτεινή καταπακτή, μυστηριώδης σήραγγα του αγνώστου)

(ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ) Αν με μετρήσεις με φωνές και πεταλούδες θα μ’ εύρεις πιο μεγάλο απ’ το κλουβί μου. Κι ωστόσο πες, μου, πώς χωρώ εδώ μέσα; Κρύβονται κι άλλα μυστικά στην ύπαρξή μου για παράδειγμα ο βόμβος των μελισσών, το μνημειώδες κελάρυσμα των νερών,  νυχτερινών εντόμων φωταψίες. Όλα τούτα είναι σώμα μου και τα νιώθω όπως τα δάχτυλα ή τα χείλη μου –αλλά ποιος είναι ο μικρός καμπούρης νάνος που διαβάζει στο κλειδωμένο υπόγειο της ψυχής μου μ’ ένα κερί φθίνουσας μνήμης μυστηριώδη έγγραφα προκτητόρων;  [ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΙΙΙ του Ορέστη Αλεξάκη που μας αυτοσυστήνεται με αισιοδοξία: Με λένε Ορέστη μα στη λέξη μη σταθείς παρακαλώ. Προσπάθησε πίσω απ’ τη λέξη να δεις τη νύχτα του χιονιού και του αγριμιού, το μάταιο μες στην ερημιά ν’ ακούσεις κλάμα!.. Και μολονότι ξένος και μονήρης, ανθίζω κάποτε στο φως ωραίος και πλήρης παρ’ όλα αυτά τα κάτοπτρα που ωστόσο μ’ αμφισβητούν και μ’ ασχημίζουν τόσο!.. Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη, τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια, τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος!.. Προς τι λοιπόν η θλίψη και ο καημός; Γέμισε πάλι φως ο λίγος κήπος. Αγαπημένα χρώματα της Γης, μυστηριώδη νεύματα του απείρου, Έρωτα κηπουρέ των εγκοσμίων! Κι εσύ καρδιά μου που παραληρείς συνεπαρμένη από βοή και μοίρα. Λίγη από λάμψη λίγη από νερό χαμογελάς καθώς ουράνιο τόξο. Ψυχή μου που αναθρώσκεις στο αχανές, σώμα μου που το χώμα σου αποδίδεις.  Ώρα να ηχήσουν οι βαθιές σιωπές να τελεσθούν οι ακραίες προσεγγίσεις. Και τελικά δεν έμαθε κανείς ποιος έχει το κλειδί και τι θα ανοίξει. Μακριά πέρα απ’ τα τείχη της σιωπής ακούω ξανά τον σαλπιγκτή της νιότης!..     
Παρακάτω κι άλλα ποιήματα  από  Το Ρόπτρο επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των φίλων Αθήνα 2014 – Ορέστης Αλεξάκης 1931-2015]



ΕΝΟΙΚΟΣ
Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
στους ήχους των βημάτων μου. Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος της σιωπής σου ως ένα
πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δένδρου.
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
κι απόμακρου ουρανού την κατακρήμνιση
Κι όμως το ξέρω μ’ έχεις προσαρτήσει
με κατοικείς είμαι το σπίτι σου έλα
να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου

Δε θέλω ανταμοιβή δε σου γυρεύω
να μου φανερωθείς σου ανοίγω κιόλας
τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δε σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
τη μοναξιά – την ερημιά  των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου

Θα ’μια το κάστρο σου ως την έσχατη ώρα
[από τη συλλογή του Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΩΝ ΓΥΡΙΣΜΩΝ του Ορέστη Αλεξάκη – ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2014]

ΧΡΟΝΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Κι όπως αργά βραδιάζει στο άδειο σπίτι
ο ήλιος δύει μέσα στους καθρέφτες
σε σιωπηλά κι απόμακρα τοπία
βυθισμένα για πάντα στο σκιόφως

Τη νύχτα η πανσέληνος ταξιδεύει
στα φόντα των παλιών πορτραίτων
φωτίζοντας  λευκές κόγχες ματιών
που βλέπουν προς το παρελθόν τους

Μα την αυγή ένα κόκκινο σκαθάρι
πυρπολεί τις εύφλεκτες κουρτίνες
καθώς αθέατα χέρια παίζουν πιάνο
μόλις σχεδόν θωπεύοντας τα πλήκτρα

Τυχαίνει κάποτε όμως ν’ αλαφραίνει η ύλη
τότε θαλάσσια κύματα μπαίνουν στο σπίτι
ή ξαφνικά αναδύονται βαθιοί ελαιώνες
ή πρόσωπα που χάθηκαν πάλι επιστρέφουν
 [από τη συλλογή του ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ του Ορέστη Αλεξάκη – ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2014]

ΑΠΟ «ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ»
Μη του εαυτού μου
παραπλήρωμα είσαι;

Το άλλο μισό μου εγώ
το απωλεσμένο;

Μόνο στην άσβηστη βαθιά μου φλόγα
τη βεβαιότητά σου προσεγγίζω
Μόνο στη μοναξιά σ’ ανακαλύπτω
στη σιγαλιά
στο βυθισμένο βλέμμα

Κι αν κρύβεσαι απ’ τα μάτια μου
το ξέρω
την άλλη όραση μου προετοιμάζεις

Τη μυστική μου ανάβλεψη στο φως σου

Τον προορισμένο μας εντάφιο γάμο

Σε αναγγέλλω στο φως

σε καθιδρύω
σε ονομάζω μητέρα των πουλιών
χάδι ζωηφόρο σε κυρτούς αυχένες

Σε αναγνωρίζω δύναμη προστάτιδα
των σπόρων και των λουλουδιών
μήτρα των προφητών και των μαρτύρων
πηγή ζωοδόχο
φθόγγων και χρωμάτων

Υποταγμένος έρχομαι στο κάλλος
που με ανυψώνει
και μ’ εκμηδενίζει
 [από τη συλλογή του ΒΥΘΟΣ του Ορέστη Αλεξάκη – ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2014]

ΑΝΑΜΟΝΗ
Ξέρω πως είσαι μέσα μου κι ωστόσο
θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ’ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρινού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μεσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις
τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως καμιά φορά
χαμογελάς
με  τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη που άξαφνα διακρίνω
-κάπου στα βάθη
των διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου-
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα
Σα να ’χει κάπου ο χρόνος να σταθεί

Σα να ’χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα
 [από τη συλλογή του ΥΠΗΡΞΕ – Ο ΑΠΟΠΛΟΥΣ του Ορέστη Αλεξάκη – ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2014]


ΑΠΟ ΤΗ «ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ» (Σ’ όσους πέρασαν μεσ’ απ’ το στήθος μου – σαν το νερό μεσ’ απ’ το μύλο)

Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός
που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

Ακοίμητος στα στήθη μου 
καημός
ο καταποντισμός
του παραδείσου

Ξάφνου
φωτίζει μέσα μου ο νεκρός
τον σκοτεινό ουρανό
του μέλλοντός μου

Σα να 'χει κι άλλα βήματα ο καιρός
Σα να 'χει κι άλλα σκαλοπάτια ο τάφος

Ψυχή μου
σκοτεινή καταπακτή
μυστηριώδης σήραγγα
του αγνώστου

Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ
στην έρημο των στίχων
ασκητεύω

Εσύ
στα βάθη πάντα
μακρινή
- για να 'χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση

Λίγη από λάμψη
λίγη από νερό
χαμογελάς καθώς
ουράνιο τόξο

Σελήνη ακινητεί στο μέτωπό σου
- μαρμάρου φως το μέλλον επωάζει

Σύρεις το σύρτη και
με προσκαλείς
στο βάθος της καταπακτής
χιονίζει

Βαθιά σιγή
δονεί
την ύπαρξή μου
με καταυγάζει το
πελώριο σκότος

Κι εσύ Μητέρα που
πυροβατείς
και ξαφνικά φωταγωγείς
το χάος
*
Παρατημένα σπίτια συντηρώ
δωμάτια πεθαμένων
συγυρίζω

Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;
Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός
ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν
άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

Προς τι λοιπόν η θλίψη κι ο καημός;
Γέμισε πάλι φως
ο λίγος κήπος

Αγαπημένα χρώματα
της Γης
μυστηριώδη νεύματα
του απείρου

Έρωτα
κηπουρέ των εγκοσμίων

Κι εσύ καρδιά μου που
παραληρείς
συνεπαρμένη από βοή
και μοίρα

Ώρα να ηχήσουν οι
βαθιές σιωπές
να τελεσθούν
οι ακραίες προσεγγίσεις

Όχι τον ήχο την 
ηχώ ν ακούς
Όχι το σώμα τη
σκιά να βλέπεις

Όπως ο λύκος έτσι κι ψυχή
στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

Και τελικά δεν έμαθε κανείς
ποιος έχει το κλειδί
και τι 
θ’ ανοίξει

Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές
Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

Εγκόσμια χάρη πια δεν καρτερώ
- σαν ήσυχο νερό κυλά η ζωή μου

Μακριά
πέρ απ’ τα τείχη της σιωπής
ακούω ξανά τον σαλπιγκτή 
της νιότης.

ΓΙΑΤΙ ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΕΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΖΗΤΟΥΣΑ –ΤΟΣΩΝ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΩΝ Ο ΣΚΟΠΟΣ, ΤΟΣΩΝ ΣΚΛΗΡΩΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΩΝ Ο ΣΤΟΧΟΣ-
–δεν τόλμησα ποτέ μου να χτυπήσω μιας κάποιας θύρας άγνωστης το ρόπτρο, μ’ όλο που ξέρω πως με περιμένουν –σε μια ασαφή καμπή του μέλλοντος μου- μυστηριώδεις αγγελιοφόροι κάτι σπουδαίο πολύ να μου αναγγείλουν. Κι έτσι βαδίζω σιωπηλός και μόνος, άτολμος αναζητητής, ψάχνοντας μέρα νύχτα το απροσδόκητο, περιφερόμενος –ασκόπως λένε- στα στενορύμια των συνοικιών ή στις πλατιές ασφάλτους των λεωφόρων. Μέχρι που κάποτε αποκαρδιωμένος, απαυδημένος από τόση πίκρα, χωρίς κουράγιο πια, χωρίς ελπίδα, να προκαλέσω θέλησα τη μοίρα δίνοντας ένα τέλος στο παιχνίδι. Κι ενός τυχαίου σπιτιού την πόρτα χτύπησα. Ποιον όμως να ζητήσω, αναρωτιόμουν. Μα το κορίτσι που άνοιξε, ποιος είμαι ή τι γυρεύω δε με ρώτησε. Με βλέμμα συμπονετικό με κοίταξε κι ως να ’ξερε το δράμα της ζωής μου, μ’ ένα σεμνό κι ευγενικό χαμόγελο, προτού προλάβω να μιλήσω μου ’πε:
-Δεν είναι εδώ.

Σας περιμένουν όμως.
 [από τη συλλογή του ΘΙΑΣΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ του Ορέστη Αλεξάκη – ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2014]

ΕΤΣΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΑΡΤΕΡΩ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ ΛΟΥΖΟΜΑΙ ΚΑΙ ΧΤΕΝΙΖΟΜΑΙ ΚΑΙ ΛΑΜΠΩ:  κι ο φερετροποιός χαμογελώντας μη το φοβάστε το φεγγάρι λέει δεν είναι αλήθεια πως δαγκώνει μόνο που κάποτε αλυχτάει… Κι ο Ποιητής αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων… Με την πυκνότητα της πέτρας ή του σίδερου ή και του ακόμα  πιο πυκνού θανάτου… Νιώθω να μας πλησιάζουν οι νεκροί σα να ’ρθε πια ο καιρός να μας μιλήσουν… Και πόσο βάθος Κύριε σ’ ένα τρίμμα αγάπης. Και πόση μουσική ουρανών μέσα σε πάμφθηνα πράγματα;    [επιγράμματα Ορέστη Αλεξάκη από ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ επιλεγμένα ποιήματα]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις