ΕΣΚΥΨΕ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΗΣΕ ΚΑΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΓΕΜΙΣΕ ΧΡΩΜΑΤΑ:

[....] γεννήθηκες αίνιγμα μεγάλωσες γρίφος, δεν μπορώ να λύσω τίποτα από σένα παρά μόνο τα μαλλιά σου, να μεγεθύνω το αρνητικό των λέξεών σου, να τυπώσω τη σιωπή σου, να σε ακούω να υπάρχεις πουθενά —έρχεσαι φεύγω— αέναα με ξεναγείς στην απουσία σου… να κρατήσω τη φωνή σου για ξόρκι, να συντηρώ το βλέμμα σου κερί μισολιωμένο για να φωτίζει νύχτες μελλούμενες κι η μνήμη του φιλιού σου να θυμίζει πως το δέρμα μου ακόμα υπάρχει… σ' εκδικούμαι υπάρχοντας, σε τιμωρώ να με θυμάσαι, ν' αποστηθίζεις και να ξανακούς στην ερημιά όσα ποτέ δεν σου είπα… σ' αγαπώ σε μισώ, είσαι η σκουριά της νοσταλγίας που διασώζεται, το όνειρο που κανείς δεν έχει ονειρευτεί… ξαναφίλα με, μη μείνω για πάντα στο σκοτάδι του τελευταίου σου φιλιού [ΑΝΤΙΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ από τη ΚΙΒΩΤΟ του Γιάννη Ευσταθιάδη και με ΚΛΙΚ κι άλλα τυχαία (;) ποιήματα για φιλιά ή με φιλιά – ART by Gustav Klimt: Why some say «The Kiss» is better than the «Mona Lisa»]


Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΤΟ ΡΟΔΑΝΙ
Πάει η ησυχία μου!
Άδεια η καρδιά!
Και δε θα τα ’βρω
ποτέ μου πια!

Όπου δεν είναι,
τάφος για μένα
κι όλα του κόσμου
φαρμακωμένα.

Φτωχό κεφάλι,
που 'χει σαλέψει
χίλια κομμάτια
γίνηκ' η σκέψη.

Πάει η ησυχία μου,
άδεια η καρδιά.
Ω! δε θα τα 'βρω
ποτέ μου πια.

Στο παραθύρι
αυτόν γυρεύω
κι από το σπίτι
γι' αυτόν μισεύω.


Αρχοντικό 'ναι
το πέρασμά του,
το χαμογέλιο του,
η αητοματιά του

ο άκρατος λόγος
με την ορμή του
και τ' άγγιγμά του
κι αχ! το φιλί του!

Πάει η ησυχία,
πάει κ' ή καρδιά,
αχ! δε θα τα 'βρω
ποτέ μου πια!

Για κείνον καίνε
τα σωθικά μου...
Αχ! να μπορούσα,
στην αγκαλιά μου,

όπως το θέλω,
να τον φιλήσω,
μέσ' στα φιλιά του
να ξεψυχήσω!

[Johann Wolfgang Goethe, Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων μτφ: Κωνσταντίνος Τσάτσος]


Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
- Να χαρείτε, πέστε μου κι άλλα, τον είχε παρακαλέσει η Φουζάκο κι ο Ρουάγι είχε διαισθανθεί πως δε θα την πείραζε καθόλου αν έσκυβε και τη φιλούσε. Το απαλό, περίπαθο παιχνίδισμα των χειλιών τους άλλαζε θαυμαστά σε κάθε σμίξιμό τους και το φως που ο καθένας τους μετέδιδε στον άλλον μέσα από τα συνεχή αγκαλιάσματα τους δεν άργησε να μεταλλάξει σε μια και μόνη φωτεινή κλωστή όλο γλύκα και απαλοσύνη. Οι ώμοι της κάτω απ' τις τραχιές του παλάμες ήταν πια μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε κάθε όνειρο.
Η Φουζάκο είχε χαμηλώσει τις βλεφαρίδες της έτσι όπως διπλώνει η πεταλούδα τα φτερά της κι ο Ρουάγι είχε σκεφτεί πως αυτή η πέρα από κάθε περιγραφή ευδαιμονία έφτανε για να πνίξει έναν άντρα. Στην αρχή η ανάσα της φαινόταν να βγαίνει κάπου μέσα από το στήθος της, αλλά βαθμιαία η θέρμη και η ευωδιά της άλλαξαν τόσο που έδιναν την εντύπωση πως ανάβρυζαν από κάποιο εσώτερο απροσμέτρητο βάθος. Αλλά το ίδιο αλλιώτικο ήταν πια και το πάθος που τη συνδαύλιζε.
Έμειναν αρπαγμένοι ο ένας από τον άλλον, σπαραγμένοι και τρέμοντας από πόθο, σαν ζώα σε δάσος που 'χει πάρει φωτιά και σπαρταρούν κυκλωμένα από τις φλόγες. Τα χείλη της Φουζάκο γλύκαναν και μαλάκωσαν και ο Ρουάγι ένιωσε έτοιμος να πεθάνει, και μόνο όταν οι κρύες άκρες της μύτης τους άγγιξαν η μια την άλλη συνειδητοποίησαν κι οι δυο τους πως ήταν δυο ξεχωριστά κορμιά.
[Yukio Mishima, Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα μτφ: Βαγγέλης Κατσάνης]


ΕΝΑ ΦΙΛΙ
Εγώ καρδιά μου, πρώτα εγώ
σε φίλησα στο στόμα
Κι ήταν εκείνο το φιλί
σαν κεραυνός σαν αστραπή
που το θυμάμαι ακόμα

Ένα φιλί,
ένα φιλί,
ένα φιλί στο στόμα

Εγώ καρδιά μου κι αν πονώ
κι αν σ' αγαπάω ακόμα
η μοίρα φταίει η τρελλή
κατάρα που 'δωσε κι ευχή
να το θυμάμαι ακόμα

Ένα φιλί,
ένα φιλί,
ένα φιλί στο στόμα [Γιώργος Ζήκας]


ΠΟΣΟ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΙΛΙ (a first Kiss)
03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.
        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.
        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.
        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.
        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.
        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;
        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.
        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.
        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.
        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.
        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.
        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.
        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.
        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.
        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.
        Τί νὰ κά­νου­με.


[ΠΗΓΗ:  Ντάρεν Αρονόφσκι Τα Πρώτο Φιλλί (Daren Aronofsky A First Kiss, από τον τόμο Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002 – από το αφιέρωμα του ιστολογίου ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – Ιστορίες Μπονζάι για τα δεκαπέντε χρόνια από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης) 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις