ΨΙΘΥΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕ ΓΙΝΟΤΑΝ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ… («κι η ποίηση μ’ αρνιόταν πεισμωμένα»):

Απ’ τη γωνιά του δρόμου κοίταζα το σπίτι μου, το πατρικό μου σπίτι ρημαγμένο, με κλειδωμένη πόρτα, σφαλιστά παράθυρα, χωρίς ζωή, βουβό και γερασμένο και φανταζόμουν σκόνη του καιρού στους διαδρόμους του, στρώμα λευκό σαν χιόνι στα κρεβάτια και το φτωχό χαρτί μου μούσκευε στα δάκρυα κι η ποίηση μ’ αρνιόταν πεισμωμένα. Γιατί μια λέξη έψαχνα να βρω μα δεν ερχότανε μέσα στο νου, στα πικραμένα χείλη, μέχρι που βάδισα αποστρέφοντας το βλέμμα μου μακριά σαν ξένος κι ήρθε μόνη της η λέξη για να γραφτεί εκατό φορές στ’ άδειο χαρτί κι εγώ τη διάβασα σκυφτός, βαθιά θλιμμένος τη λέξη «λεηλατημένος», που ώρα γύρευα!..
Πλύναμε με ιδρώτα τα ντουβάρια του, κλείσαμε στις σκιές του μυστικά ποτίσαμε μ’ αγάπη τα λουλούδια του τόσο που ξεχειλίζοντας, κυλούσε στο δρομάκι. Δεν βλέπαμε αν είναι φτωχικό. Κομμάτι ήταν απ’ το ίδιο το κορμί μας ή μάλλον, το κορμί μας ήτανε κομμάτι του. Ξέραμε πια τις αποστάσεις στα τυφλά. Όλες του μετρημένες με τα χέρια. Όλες τους μετρημένες με τα γόνατα απ’ τα μικρά-μικρά μας χρόνια, τα αθώα. Τα’ χαμε εικόνισμα ιερό μες την καρδιά, το ’χαμε στολισμένο δάκρυα και γέλια, εκείνο το σπιτάκι μας που ρήμαξε! [ΤΟ ΣΠΙΤΙ από τη συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ 2016]




ΜΕΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ
Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος
αθόρυβα περπάτησα στον κόσμο
μακριά απ`τις κραυγές που με πληγώνανε
μα τώρα δες, μες στη σιωπή πόσο μερώνω
σαν παίζει μουσική γλυκιά και νιώθω έτοιμος
να βγω στα γνώριμά μου μονοπάτια
σαν το παιδί που αλητεύει και ξεχάστηκε
ολημερίς στο γέλιο, στο παιχνίδι

Ο ΤΡΟΜΟΣ (τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην Πόλη του Φωτός»)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ’ εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ’ αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ’ άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες το σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.

Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ’ εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.

Ο ΧΡΟΝΟΣ (έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)
I.
«Ο χρόνος είναι αληθινός», είπε και σώπασε
μ’ αυτό το τελευταίο σίγμα μες στα δόντια
μ’ αυτή την έγνοια στα σμιγμένα φρύδια του
μ’ αυτά τα μάτια τα σκοτεινιασμένα.
Κι ήτανε τόσο αλλόκοτο κι απίστευτο
κι ήτανε τραγικά φαιδρό, μα την αλήθεια,
πως μου ’φερνε λιγάκι στη μορφή
και πως μιλούσε με την ίδια τη φωνή μου
ο λυπημένος ξένος στον καθρέφτη μου.
II.
Με παγωμένη τη φωνή, με μάτια διάπλατα
βρήκα ξανά τα γνώριμα σημάδια
αυλάκια να κυλά ο καιρός να σιγοσώνεται
κι άλλα που κέρδισα μικρούλης στο παιχνίδι
στον πετροπόλεμο σα νύχτωνε κι η μάνα μου
έβγαινε σαν τρελή να με γυρέψει
κι όλο με ψευτομάλωνε χαϊδεύοντας,
κι όλο με σκούπιζε απαλά με την ποδιά της.
Ο χρόνος είναι αληθινός, είπα και σιώπασα
III.
Κι αν βρήκα τα σημάδια μου και άγγιξα
τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,
γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι
την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας
και πια δεν νοιάζομαι , δε νοιάζομαι
μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.
Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά
που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει
και διόλου δεν μ’ αγγίζει ο καιρός.
Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.
IV.
Σαν λα μινόρε στη σιωπή,
σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της
απ’ τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε
στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,
η πρώτη-πρώτη αχτίδα στο σκοτάδι μου.
Κι ήταν μετά απ’ την αρχή λόφοι, βουνά,
άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια,
απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.
(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)
V.
Σ’ άκουγα πίσω μου με βήματα βαριά
να ’ρχεσαι κι έλεγα θα κάνουμε το δρόμο
μαζί μέχρι το τέλος, μα πού χάθηκες,
στα σταυροδρόμια όταν λάθεψες, αχ να μη νιώσω,
κι απελπισμένος τώρα κοντοστέκομαι
ν’ ακούω τη σιωπή και την ανάσα μου
ν’ ακούω την καρδιά μου που ραγίζει.
Μα το θεό, θα ’ρχόμουν να σε βρω, όμως δε γίνεται
κανείς να στρέψει στην αρχή, μα είναι ανάγκη
πάντα το δρόμο να τραβά μπροστά κι ασθμαίνοντας,
με τι καρδιά, με τι καρδιά να προχωρήσω;
Μα τόσο βιάστηκες κι εσύ, μπορούσες άραγε
λίγο καιρό να κρατηθείς. λίγα χρονάκια
κάμποσους μήνες, έστω, να ’βρισκες τη δύναμη
μα βιάστηκες πολύ να ξεμακρύνεις
βιάστηκες, μάνα, στο σκοτάδι να χαθείς
προτού να μάθη μοναχός να περπατάω,
πριν να προλάβω καληνύχτα να σου πω
πριν να προλάβω να σου πω πως σ’ αγαπάω.
(Ο χρόνος στέρεψε μεμιάς, είπα και δάκρυσα)
VΙ.
Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού
της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση
κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα
απ’ την ανάσα του Θεού που με τα χέρια
πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά
γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.
«Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά
αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα
έξω απ’ του χρόνου τη φθορά», είπα και σήκωσα
ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.

ΕΝΑ ΦΙΛΙ
Ένα φιλί ποτέ δεν είναι αρκετό
ακόμα κι αν μπορεί να ζωγραφίσει
ανάγλυφα τα χείλη κατακόκκινα
το πρόσωπό σου, το λαιμό μετά τους ώμους,
σαν άνεμος ζεστός στην πόλη τα μεσάνυχτα
ή σαν τα κύματα που φτάνουν και χτυπάνε
ξανά, ξανά, ψιθυριστά, μέχρι να πουν
με χίλια ψέματα γλυκά το παραμύθι
το πλανεμένο της αγάπης και του έρωτα
τα μυστικά που μια λυτρώνουν, μια πονάνε.

ΕΙΔΩΛΑ
Απ’ την αρχή να ιδωθούμε αν το θες
Μες στων ματιών μας το βυθό όπου ιριδίζει
Με προσμονή νερό ακύμαντο κρυστάλλινο
Κι όλα αναδύονται αργά ανεστραμμένα
Είδωλα δένδρων που ποθήσανε μιαν Άνοιξη
Άδολη τρυφερή κι έριξαν ρίζες
Πράσινα δάχτυλα χλωρά στην απαλάμη της
Τραγουδιστάδες της δροσιάς στην αγκαλιά της.
Μες στων ματιών μας το βυθό, φεγγάρι ασώματο
Στην άλλη όχθη του μυαλού όλα τα ντύνει
Χλωμή πανώρια φορεσιά ασημοκεντημένη
Κι η μεθυσμένη απανεμιά μακριά μας παίρνει.
Απ’ την αρχή θα ιδωθούμε, αν το θες…

ΩΡΑΙΑ ΘΑ ’ΤΑΝ
Α, πόσο βιάστηκες
μέσα στο πλήθος να χαθείς.
Τόσο ακριβή μικρή στιγμή
τόσο γλυκιά, για πάντα χάθηκε.
Κι εγώ που πέντε-πέντε τα σκαλιά
ασθμαίνοντας ανέβαινα μήπως και δω
με το θολό του χωρισμού τα υγρά μάτια σου,
δίχως πνοή στη σιδεριά της πρύμνης,
ναυαγισμένος έγειρα.
Α, πόσο βιάστηκες
μέσα στο πλήθος να χαθείς
στης ξένης πόλης τα στενά με γοργά βήματα.
με το θολό του χωρισμού, με το μαβί του έρωτα
ωραία θα ’ταν τα υγρά γλυκά σου μάτια.

ΛΕΥΚΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ
Πού παν οι λυπημένοι την αυγή;
Πού παν οι λευκοφορεμένοι;
Η πόλη πίσω τους ξυπνά μέσα στα φώτα της
Φτιασιδωμένη σκυθρωπή μες στα στολίδια
Με το πιοτό μισό ακόμη στο ποτήρι της
Με τους καπνούς της τη βουή και την οργή της.
Κι αυτοί, με τα μαλλιά λυτά στον άνεμο
Πού παν με τα χαμηλωμένα τους μεγάλα μάτια;
Σέρνουν τον ίσκιο τους με χλωμό πρόσωπο
Τη νύχτα πίσω λησμονούν, αχνογελούνε
Στο φράχτη προς τη δημοσιά, στον κάμπο έπειτα
Μ’ ανάλαφρη περπατησιά θα προσπεράσουν
Ναούς των αηδονιών κρήνες βαθύσκιωτες
Ρέματα σύδενδρα πυκνά, βαθιά ως τη λήθη.
Κι ως θα φυσά ο μπάτης στα κλαδιά γελώντας τους
Τις νότες ψάχνοντας να πει το βαλς των κρίνων,
θα ’ναι μακριά ο Θεριστής δεν θα τον νοιάζονται
Γιορταστικά τα σήμαντρα θα κρούσουν
Σ’ ένα άσπρο σύννεφο απαλό όπως θα γείρουνε,
Το μεσημέρι σαν παιδιά να αποστάσουν.

ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ
Την πέτρα εσμίλευε μ’ ένα λουλούδι
ολόρθος, μονάχος, μιλώντας αλλόκοτα:
-Λυγερή κόρη τον ύπνο μου ετάραξε
οι μπούκλες στους ώμους δέστε πως χύνονται
ολόχρυσο ρέμα κι οι φλέβες της πάλλονται
τα χείλη εκατόφυλλο ρόδο που ανθίζει.
Κι όλο πελέκαε με τ’ ακροδάχτυλα
την άγρια πέτρα πνιγμένος στον ιδρώτα.
Βαριά σκοτεινή στο κάθε του χτύπημα
η ανάσα της κόρης, στο φως ανηφόριζε
βουή απ’ τα έγκατα κι όλο εδυνάμωνε
την ύλη συνθλίβοντας στο «κατ’ εικόνα»
 (επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ 2016 )

«Κι άκουγα πάλι απ’ την αρχή σαν να μην το ’ξερα το αλφαβητάρι της χαράς και της αγάπης»: συλλαβίζει η φωνή του Ποιητή τα λόγια τα ανερμήνευτα του Χρησμού  που ανοίγουν τις Πύλες για το ταξίδι της επιστροφής  στις Μέσα Κάμαρες του Ονείρου!.. Εκεί η ηχώ των λέξεων αντηχεί  συμπυκνωμένες μνήμες, συναισθήματα, ζωντανές εικόνες ιδεών. «Ωχρή βροχή ζωγράφιζε τα πρόσωπα με χίλια φύλλα φθινοπωρινά… για να θαυμάσω απ’ την αρχή τον κόσμο τον απέραντο». Συνειδητές εμπειρίες σπέρνουν και μεταγγίζουν  α-βεβαιότητες, α-γωνίες  αναμονής, προσδοκία γλυκιά επιστροφής και, τελικά, πικρή γεύση διάψευσης προφητειών: «Αν ήμουν Οδυσσέας, θα ’λεγα χαλάλι τους, είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με το Θεό με τόσα τέρατα φρικτά που με στοίχειωναν. Όμως δεν ήμουν και το ’ξερα καλά πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη, ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη» Οπότε, «μην τις ακούς τις προφητείες τις δυσοίωνες… αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν»! Ανάσταση σ’ αυτό τον κόσμο των ζωντανών είναι οι μικρές ακριβές στιγμές κι ας χάνονται όπως έρχονται, βιαστικά κι αθόρυβα: «Α, πόσο βιάστηκες μέσα στο πλήθος να χαθείς!.. Τόσο ακριβή μικρή στιγμή…». «Μεθοδευμένο φονικό εκ προμελέτης»;  Σχέδιο σκοτεινό αλλότριων μυστικών δυνάμεων; Ο λύκος ο κακός που θα μας βρει ανυποψίαστους στο μονοπάτι μας; Ή «είδωλα δένδρων που ποθήσανε μιαν Άνοιξη… στον κάμπο που αναγάλλιασε ζωή μακριά ως τη θάλασσα»; Ελπίδες για ομορφιά παντοτινή ή φόβος για ό,τι οριστικά χαθεί; Νοσταλγία επιστροφής στην παιδική αθωότητα ή «βουή από τα έγκατα» που όλο δυναμώνει με την ποίηση «την ύλη συνθλίβοντας στο κατ΄εικόνα»; «Κι εμείς παιδιά στις αμμουδιές του έρωτα, αμέριμνα να φτιάχνουμε κάστρα και κάστρα»         [Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ, 2016]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις