Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ Σ’ ΕΧΕΙ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙ:

Κοίτα απ’ το τζάμι. Βλέπεις εκεί στο βάθος του δρόμου; Έρχονται.  Πλησιάζουν. Σε λίγο θα είναι έξω από την πόρτα. Δεν θα χτυπήσουν το κουδούνι. Θα εισβάλλουν χωρίς να σε ρωτήσουν. Ποιοι; Τα γηρατειά δύο ηλιθίων είναι!.. Τι προλαβαίνεις να κάνεις μέχρι να φτάσουν; Να διαβάσεις Έλιοτ; Να μεταφράσεις Κάμμινγκς; Να απαγγείλεις δικά σου ποιήματα; Το ξέρω πάλι στην ποίηση στρέφεσαι, γιατί αυτή σ’ έσωσε ως τώρα απ’ την ταραχή των παθών, αποκοίμιζε το μυαλό σου με τη σιωπή της και αυτή πήρε τις συμφορές σου, τον πόνο σου στους κόλπους της και σ’ ανακούφισε!.. Τώρα όμως που ο χρόνος λιγοστεύει η ώρα που θα κλείσει το «κατάστημα» πλησιάζει, δεν νοιάζεσαι για τους πόνους. Τη χαρά θέλεις να φέρεις κοντά σου, να γευτείς αυτή που θεωρούσες ασήμαντη ή λάθος. Τώρα θέλεις να ζήσεις τη χαρά πέρα από όρια και μετά  να την βάλεις σ’ ένα νέο ποίημα που δεν θα το αντέξει. Θα βουλιάξει.  [LOVE IS IN THE AIR, EVERYWHERE από τη συλλογή της Ελένης Σεργίου ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ, εκδόσεις Ελευθερουδάκη 2016 – Είναι το 3ο ποίημα στη 2η ενότητα της συλλογής: ΑΙΧΜΗΡΕΣ ΠΕΝΕΣ (13 αφοσιωμένα ποιήματα με αναφορές σε συγγραφείς που διασώζονται στη μνήμη)    – ART by Marc Chagall art orpheus]
  
ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΩ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΣΑ: αποπνικτικός στοχασμός τη δεδομένη στιγμή ξεπροβάλλει βίαια και το νου μου κυριεύει. Αποκομμένος απ’ την πραγματικότητα αρνείται να υποταχθεί στη λογική που σοφά μηνύματα στέλνει (κι εγώ αναρωτιέμαι αν ο αγώνας αξίζει τον κόπο). Έχει την ιδιαίτερη ικανότητα η ευφυΐα να διεισδύει στη διάνοια, στο συναίσθημα και τη βούληση και να αποτυπώνει την ασφυκτική αγωνία που τη μορφή συγκλονισμένης κραυγής παίρνει. Στοχασμός που προκαλεί κραδασμό στο νου χαρίζει έμπνευση, αλλόκοτη λάμψη ανύψωση και κορύφωση σαν αυτή που συναντάμε στον στίχο του Ομήρου του Βιργιλίου ή του Μίλτον, στο συναίσθημα, ενώ αδρανοποιεί τη βούληση. Η οκνηρία απλώνεται στα μέλη, βλέμμα στο  κενό εστιάζεται, ακαμψία θανάτου προσβάλλει το σώμα, γιατί όταν με απορρίψει η ζωή, τότε θα απορρίψω κι εγώ εσένα. ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ από τη συλλογή ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ!..

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
Έχεις διανύσει πολύ μακρύ και λασπωμένο δρόμο
σαν το Βιζυηνό
έως ότου η νύχτα σε βρήκε σε αδειανό σπίτι
από την άλλη πλευρά του τοίχου
από την απέναντι όχθη του σκοταδιού
εκεί όπου δεν υπάρχει μέλλον
ούτε καν το «εγώ» σου.

Μια απουσία με ονοματεπώνυμο –Μούσα την αποκαλείς-
σκεπάζει τον άδειο χώρο με  την αύρα της
και με τη σιωπή της ομιλεί
και αφηγείται την ιστορία –την ιστορία σου.
Τόσο πειστική φωνή που εξοστρακίζει
ακόμα και τη συμβουλή του Ντ.  Χ. Λώρενς:
«Never trust the teller. Trust the tale».
Την ιστορία όμως δεν την γνωρίζεις
Περιμένεις καρτερικά να ξεδιπλωθεί στα γραπτά σου.

Επομένως, συνεχίζεις τη δυική σου υπόσταση
του συγγραφέα και του αναγνώστη
κουβαλώντας καίρια ερωτήματα ελπίζοντας
ν’ απαντηθούν σε κάποιο ξέφωτο στο αδειανό σπίτι
χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν
γιατί αυτό είναι «προσωπική σου υπόθεση»



CERTAIN UNUSUAL PEOPLE [«… certain unusual people who have everything to hope and everything to fear from one another will always recognize one another – Andre Breton,  Nadia]
Ακούμπησα τη Νάντια του Μπρετόν στο γραφείο
κι είδα ξάφνου γύρω μου
ανθρώπους σκόρπιους, ανθρώπους κουρέλια
απ’ τον άνεμο που λυσσομανάει μες την ψυχή τους
να θυμίζουν χαμένο φως.
Είδα έναν ποταμό άδειο να τον γεμίζουν βροχή
και να ξεκινούν ταξίδια μόνο γιατί το νερό αντανακλάει φως.
Κι είδα μια γυναίκα –η Νάντια θα ήταν-
να φεύγει μακριά απ’ το γλυκό νερό πάνω στο σύννεφό της
αφήνοντας πίσω της ένα ζευγάρι μάτια που θύμιζαν ήλιο καύσωνα.
Όλα να φεύγουν βιαστικά να γυρίσουν εκεί που ήταν
στο πουθενά τους, όσο ακόμα βλέπουν φως.

Η νύχτα είχε έρθει από ώρα.
Πάντα έρχεται
κι ας είναι τα παντζούρια κλειστά.

Καθώς το άχρηστο πλήθος υποχωρούσε
ο νους μου γέμισε ανόητες ερωτήσεις.
Ποιος έρωτας θ’ ανοίξει τη νύχτα;
Ποιο όνειρο θα φέρει το φως;
Πόσο ακόμα οι άνθρωποι θα ξενυχτούν περιμένοντας;
Πότε επιτέλους θα γνωρίσω
αυτόν που γράφει τα ποιήματά μου;

ΤΑ ΤΕΚΤΑΙΝΟΜΕΝΑ
Ένα εξαθλιωμένο πλήθος απ’ τις Αλυκές
φτάνει στην Τρίπολη, στη μεγάλη πλατεία.
Ξεριζωμένοι, στην κεντρική πλατεία
ζητούν μια ζοφερή νύχτα να κρυφτούν,
να κρύψουν την εξαθλίωσή τους, τη δυστυχία τους.
Και τότε εμφανίζονται εξ ουρανού, εν ριπή οφθαλμού
νερομπογιές  και ένα σονέτο:

Μμμ… κοίταξε από ψηλά τη θάλασσα. Δες τι όμορφη που είναι.
Καινούρια φαίνεται. Αγνάντεψέ την με το καστανό σου βλέμμα
και θα σου χαρίσει γαλάζια γαλήνη.
Αν αποφασίσεις να βουτήξεις μέσα της –ευκαιρία είναι-
οι σκέψεις σου θα πλυθούν, θα ξεπλυθούν
και θα γεμίσουν όστρακα, αχιβάδες, βότσαλα και άμμο.
Το αλμυρό νερό της ωστόσο θα ξυπνήσει τη δίψα σου
και θ’ ανέβεις στην ξύλινη εξέδρα στο μέσον της θάλασσας
και θα σταθείς όρθιος ξανά να φωνάζεις:
«Όχι άλλο αλάτι στην ανοιχτή πληγή! Όχι άλλο αλάτι!»
Μμμ… τώρα που το ξανασκέφτομαι
η θάλασσα δεν είναι για σένα. Διάλεξε έναν δρόμο
και μέσα του να χαθείς χωρίς ν’ αναρωτιέσαι
«Κάνω καλά που συνεχίζω να ονειρεύομαι;»

Πιάνουν τις νερομπογιές κι αρχίζουν να το χρωματίζουν.
Έτσι ξέχασαν τη δυστυχία τους
κι η ζωή τους βρήκε το νόημά της.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ FLOCAFE
«… κάθε Αγάπη –όταν κι όπως σου δίνεται-
πρέπει κάποτε να εξοφλείται».
Επανέλαβες τα λόγια του Κώστα Καρακάση –με στόμφο-
απ’ το βιβλίο του «Αθηνά Ευτυχώς που δεν γεννήθηκα όμορφη…»,
δώρο σου για τα γενέθλιά μου
και περίμενες απάντηση ή έστω συγκατάνευση.
Τι είστε εσείς οι συγγραφείς τελικά;
Πάντα υπάρχει λόγος για να δώσετε
και πάντα διεκδικείτε την επιστροφή.

Στο Flocafe του Κολωνακίου
οι συνδαιτυμόνες, το κοινό μας,
γύρισαν και μας κοιτούν σαν περίεργο αξιοθέτατο.
Ας παίξουμε  λοιπόν!
Ας αντιστρέψουμε το γνωστό παραμύθι.
Κλείσε τα μάτια ως ωραίος κοιμώμενος
κι εγώ θα σου δώσω μια προκαταβολή.
Με πόσα φιλιά θα ξοφλήσω την αγάπη σου;
Με δέκα; Με εκατό; Με χίλια;

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΖΩΗ
Μια αγκαλιά λουλούδια κρατούσε
σαν αγαπημένη ντάμα
έτοιμος να την παρασύρει σ’ ένα βαλς
όταν σ’ ανύποπτο χρόνο την πλησίασε.
«Λάμπεις σαν βασίλισσα, μικρή μου»
πρόλαβε να της ψιθυρίσει καθώς τη φιλούσε.
Τότε ξεκίνησε ο αγώνας ο γνωστός
-ή μήπως δεν είναι;-
ο αγώνας της κατάκτησης.

Ακούμπησε τα λουλούδια στο τραπέζι
έπιασε το χέρι του τρυφερά
και προχώρησαν προς την πίσω πόρτα.
Ας τους ακολουθήσουμε στον κήπο του σπιτιού…

Μακριά απ’ τα βλέμματα όλων
της απήγγειλε τους αγαπημένους του στίχους
απ’ το «Οι ονειροπόλοι» του Ted Hughes
ελαφρώς παραλλαγμένους
(ήθελε οι λέξεις να μεταφέρουν το δικό του άρωμα
το θεωρούσε πιο μεθυστικό).
Εκείνη ρουφούσε κάθε λέξη που έβγαινε απ’ τα χείλη του
έως ότου βασίλευσαν επτά μαγικές λέξεις
που έφεραν τα πάνω κάτω:
Ο ποιητής μέσα μου σ’ έχει ερωτευτεί.

Αυτή τη στιγμή που μιλάμε
παλεύουν με τα κύματα και τους ανέμους
κι επιθυμούν να τους αφήσουν ήσυχους.
 [ποιήματα από τη συλλογή της Ελένης Σεργίου ΔΕΝ  ΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ, από τη 2η ενότητα ΑΙΧΜΗΡΕΣ ΠΕΝΕΣ, εκδόσεις Ελευθερουδάκη 2016
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ https://youtu.be/3kZdwE8WsJY ]

ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ  ΧΑΣΕΙΣ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΕΣ;  Γνωρίζω πως έχασα κάτι αλλά δεν ξέρω τι ήταν ακριβώς. Γεμάτη ευαισθησία η αναζήτησή μου με οδήγησε στην Άρνηση. Εκεί που καταλήγουν όλοι όσοι δεν είναι καλλιτέχνες σύμφωνα με τον cummings. Η ερώτηση προβάλλει απρόσμενα: «Ήταν δικό σου αυτό που έχασες;» και ξαφνικά φωτίζεται η μνήμη. Οι εικόνες ξεπηδούν η μια πίσω απ’ την άλλη σε κινηματογραφικό καρέ έως και την τελευταία: ένα ανοιξιάτικο φιλί για μένα που ταξιδεύει ακόμα. Μετά από εννέα εποχές μάλλον έχει χάσει το δρόμο του. Ένα ανοιξιάτικο φιλί που δεν ήταν δικό μου κι όμως το έχασα μέσα στα φυλλώματα των εννέα εποχών  [Ελένη Σεργίου, Δεν έχεις τον Θεό σου]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις