ΚΑΙ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΗΛΙΚΙΑ ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ και η ηλικία του ΠΑΙΔΙΟΥ:

Φόρεσες τις μικρές διάφανες φτερούγες σου. Σε λίγο θα πετούσες μακριά μας. Το παρελθόν σου άδολο, ελάχιστο, το μέλλον άδηλο, ακόμα πιο βραχύ. Οι αποσκευές σου υπόσχεση αθετημένη κιόλας , το πρώτο κλάμα, οι μαγικές λεξούλες σου που θρόιζαν ανείπωτες στο αδιάφορο λευκό δωμάτιο ξένο και κρύο δίχως την ανάσα σου. Ψάχναμε το όνομά σου να σε φωνάξουμε μήπως γυρίσεις πίσω. Πώς να σε αποκαλούσα; Απόπειρα ζωής; Ματαιωμένη προσδοκία; Κοντορεβιθούλη; Τινάζεις τα φτερά σου σαν να αποποιείσαι κάθε επίγεια προσφώνηση. Ακόμη μια ρυτίδα μου χάρισες, μου χάραξες βαθιά για να φωλιάζεις όταν θα ’ρχεσαι αύρα περαστική με άπειρες μορφές δίχως ποτέ σε μία να κατασταλάξεις. Για να σε ψάχνω πάντα να σε νανουρίζω τόσο αόριστα, να μην υπάρχει μνήμα να προσευχηθώ, να γονατίσω μόνο ψηλά να με τραβά μαγνήτης η αθώα σου απαξίωση για ό,τι προσωρινό ό,τι φθαρτό και γήινο… σαν τις λειωμένες ξεχαρβαλωμένες παλιές μου μπότες εξαντλημένες από μάταιες αποστάσεις πέρα δώθε πλάι στα δικά σου παπουτσάκια άδεια, αδιάφορα για περιττούς περιπάτους απάτητα και τα παιχνίδια σου άπαιχτα: μια κουδουνίστρα που τις νύχτες θα με  ξυπνά σαν σήμαντρο που με καλεί σ’ απολογία. Να παρατείνω τις στιγμές να εντείνω λίγο ακόμα την κρυφή ζωή σου στο θαύμα δίνοντας  μια έσχατη ευκαιρία. Την παγερή σιωπή διακόπτουν ξαφνικά οι πρώτοι χτύποι της μικρής καρδιάς σου θριαμβικοί. Τικ-τακ σαν πρώτος κι ύστατος χαιρετισμός. Τικ-τακ σας αγαπώ. Και να οδεύεις τώρα προς τον ουρανό τα χνάρια που σε ’φεραν ως εδώ πίσω ακολουθώντας - Κοντορεβιθούλης που στο σπίτι του γύρισε- κι ολόχαρο αγγελούδι μαζί με όλα εκείνα τα παιδάκια που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν θα παίζετε, θα τρέχετε, γύρω απ’ το θρόνο του θεού αιώνια ζώντας. [ΤΑ ΕΥΚΡΙΝΕΣΤΕΡΑ ΧΝΑΡΙΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ από την ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2016 – ART by Uelsmann Jerry  Portait of a Surrealist Photo]  


Η ΧΙΟΝΑΤΗ:  Κάποτε γνώρισα ένα νάνο. Μια γυναίκα νάνο. Είχε μια καμπουρίτσα και μακριά βαμμένα νύχια. Ήταν κουτή κι έξυπνη μαζί, γκρινιάρα μα  και γελαστή, τεμπέλα, υπναρού και προκομμένη. Ήταν όλοι μαζί και οι εφτά νάνοι του παραμυθιού. Αργότερα έγινε ακόμα κι η Χιονάτη γιατί δάγκωσε ένα μήλο και πνίγηκε. Την βαλσαμώσανε. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες την είχανε στο φέρετρο. Όμως κανένα βασιλόπουλο δεν ήρθε. Και την θάψανε! [από την ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ της Αγγελικής Σιδηρά, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

ΕΚΕΙΝΗ Η ΣΕΛΙΔΑ ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΔΥΟ ΠΟΥ ΟΡΜΑΣ ΑΚΑΘΕΚΤΗ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ ΚΙΤΡΙΝΙΣΕ, ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ…


όπως οι άλλες που υπομείνανε
τόση αγωνία φθόνο,
τόση καταφρόνια
και παραμείναν αναλλοίωτες λευκές.

Πάντα όταν το τρένο περιμένω
σε θυμάμαι
πώς βόγκηξε η μηχανή
με το μεταλλικό εκείνο κρότο
που με βασάνιζε στα όνειρά σου
προφητικός

η αναστάτωση, οι άνθρωποι
που για λίγο παραμέρισαν
τις δικές σου έγνοιες
και σμίξανε τις σκέψεις τους
πάνω απ’ το δικό σου δράμα.
Για λίγο! Μόνο για λίγο
γιατί ο δικός μας πόνος
πάντοτε μετράει πιο πολύ.
Εξάλλου πολύ σύντομα
πάνω στις ματωμένες ράγες
το τρένο θα συνέχιζε
την τακτική διαδρομή του
 [ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ από τη συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ και  ΔΙΑΤΤΩΝ 2011]

ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΟΙ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΧΩΣ ΛΑΜΨΗ (Μάργκεριτ Γιουρσενάρ, Ανδριανού Απομνημονεύματα)
Εκείνος ο ζητιάνος στην οδό Ταξιαρχών
στην ίδια πάντα θέση, το βλέμμα απόμακρο
λίγο σκυφτός, ακίνητος
σχεδόν σαν άγαλμα με ζωντανού σφυγμό.
Λιγάκι τον φοβόμουνα
και στη στροφή ασφάλιζα τις πόρτες
ενώ δυνάμωνα το γκάζι προσπερνώντας.
Ωστόσο σήμερα που έλειπε
το πόδι μου ασυναίσθητα πάτησε φρένο.
Αναρωτιόμουν μήπως πήρα λάθος δρόμο
αφού εκείνος ήταν ήδη μέρος του τοπίου γραφικό.
Τώρα καθώς οι ακακίες γέρνοντας
πάσχιζαν κάτι να μου πουν
άνοιξα το παράθυρο κι έριξα έναν οβολό
στο αστραφτερό της απουσίας του κενό.
[από τη συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ, εκδόσεις Καστανιώτη 2007]

ΜΗΔΕΙΑ: εσύ ποτέ δεν θα άντεχες να κλείσεις έτσι ανόσια την ιστορία σου:
Αν τον ιστό εκείνης της πλοκής
ύφαινε μια γυναίκα…
Αν ήξερε ο Ευριπίδης πώς:
η ηδονή του πόθου
η οδύνη της προδοσίας
η δίνη του μυαλού
δεν ακυρώνουν τις ωδίνες
της υπέρτατης δημιουργίας.
Δεν φτάνουνε να καταργήσουν
το ανύποπτο χαμόγελο ενός παιδιού.

Μήδεια
απόψε που έζησα ξανά
το ανεπανάληπτα επαναλαμβανόμενο
θαύμα της γέννησης
απόψε οριστικά θα σ’ απαλλάξω
από το μύθο σου
 [από την ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, εκδόσεις Καστανιώτη και Διάττων 2011]

ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ή ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ ΤΟΥ ΕΚΑΓΕΙΟΥ ΜΙΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ:
Ξανά ο Απρίλης ζοφερός
μες στα αλγεινά σεντόνια μου.
Τα πάθη Σου επαναλαμβανόμενα
ταινίες στη μικρή οθόνη
μονής διάστασης.
Ράπισμα κατεδέξατω η γοερή φωνή
κι αν μέσα στην κραυγή μου
καταδεχόσουν να χωρέσω
την οδύνη μου για Σένα
το βογγητό σου θα γινόταν ουρλιαχτό
να φθάσει μέχρι τη Γεσθημανή
να κοιμηθώ κατάκοπη με τον Ιάκωβο
τον Πέτρο, τον Ιωάννη
κι ενώ εσύ θα ξαγρυπνάς
στα όνειρά μου να αιωρείται
η ασύλληπτη αγωνία Σου
για την τριπλή μου άρνηση
την προδοσία
την ολιγοπιστία μου μετά
για όλα εκείνα που μοιραία μου προσάπτει
ο τυραννισμένος ανθρώπινος μανδύας μου.
………………………………
Τώρα η αγάπη μου
δεν έχει ανάγκη από το πρόσωπο
τα χέρια σου
ούτε από τη φωνή σου ακόμα.
Έρχεται μόνη σαν τη θάλασσα
και με χαϊδεύει
ενώ έχω τραβηχτεί στην αμμουδιά.
Έρχεται, φεύγει, κύματα
και την ξεχνάω
καθώς απομακρύνεται γαλήνια
έπειτα πάλι με θυμάται
αφόρητα
και ξεχειλίζει.
Με παρασέρνει στα βαθιά νερά η φωνή σου
και στο βυθό βρίσκω ξανά τα χέρια σου ανακατεμένα
το πρόσωπό σου αστράφτει
όστρακο μακρινό
και δεν αντέχω.
[ΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΩ ΜΕ  ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΜΟΥ και ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΠΙΚΛΗΣΗ από την ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ εκδόσεις Καστανιώτη 2007]

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ:  ήξερε ο Βιβάλντι ποια εποχή διάλεξε να υμνήσει περισσότερο. Ήξερε ο Διάκος που μοιρολογούσε: για δες καιρό που διάλεξε… Φευγάτη παπαρούνα η ζωή σμίγει με του κυπαρισσιού τη θαλερότητα η αιχμηρότητα του αγκαθιού με το βελούδινο της πασχαλιάς. Αγάπη, προδοσία, όλα δίκαιη μοιρασιά η μέρα με τη νύχτα!    [από την ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ της Αγγελικής Σιδηρά, εκδόσεις Καστανιώτη


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις