ΕΙΜΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ ΖΗΤΩ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ

Σε μια ουτοπία πιο αληθινή απ’ τον Ιησού τον Ναζωραίο πού να βρούμε τόπο να χτίσουμε το σπίτι μας βρε γέρο Μακρυγιάννη; (ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ) Σε γνωρίζω από το χάος μπροστά στο μεγάλο εμπαιγμό και που σήκωσες το χέρι ανώφελο να τον παραμερίσεις κι έγινες ανάπηρος πολέμου (ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ) Τάξη των πραγμάτων μέσα σου σημαίνει ανταρσία στην τάξη των πραγμάτων έξω σου. Ανάμεσα σ’ αυτά κοιμάσαι (ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ) Για να μπορώ τη μια στιγμή να σε λατρεύω, την άλλη να σε κοιτώ αδιάφορα (ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ) Μωρή τρελή της λέω πώς σε ’κάναν έτσι, ποιος μπογιατζής σ’ έχει βαφτίσει, μωρ’ τι ψυχή και τι κορμί θα παραδώσεις; (ΔΗΜΟΤΙΚΟ ή Η ΕΚ-ΦΥΛΗ ΓΚΟΛΦΩ) Τα όνειρά μου οδοντωτός σιδηρόδρομος άλλοτε πολύχρωμος αητός. Τα όνειρά μου ομφάλιος λώρος, άλλοτε φυγόκεντρος δύναμη. Τα όνειρά μου άλλοτε Ίκαρος, άλλοτε Ίκαρος νεκρός (ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ)!– [αντιπροσωπευτικά δίστιχα/ τρίστιχα από ποιήματα της συλλογής του Δημήτρη Ποταμίτη ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1978 – Φωτογραφία Κώστας Μασσέρας ]  


ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΡΙΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
Σε γνωρίζω από το φράξο και τ’ αγιόκλημα
Στην πόρτα του σπιτιού μας
Τ’ ωχρό πρόσωπο και το βλέμμα που πασχίζει
Να τεμαχίσει ένα πουλί

Σε γνωρίζω από το χάος μπροστά
Στο μεγάλο εμπαιγμό
Και που σήκωσες το χέρι ανώφελο να τον παραμερίσεις
Κι έγινες ανάπηρος πολέμου

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού κι από τα βόλια
Το νυφικό φουστάνι σου σαν την πατρίδα μου κουρέλι
Κι απ’ τη σπηλιά όπου θα βγει ο Θησέας

Σε γνωρίζω από τα μύρια στίγματα του ονείρου
Που ήταν μηδέν και πλήθυναν
Και κατακυρίευσαν τη φωνή μου

Απ’ το όνειρο του Ομήρου σε γνωρίζω
Που μπήκε μια βραδιά σημαδιακή
Με χίλια αστέρια κι άλλα τόσα κρίνα
[ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ  από τη συλλογή του Δημήτρη Ποταμίτη ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ, εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ 1978 ]

ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ ΜΑΣ
Η θάλασσα. Και νόμισες ότι την ξέχασες.
Κι ο γλάρος. Ο άγριος την ώρα που ξεψυχάει. Εσύ.
Κι εγώ. Και το παιχνίδι. Μόλις το πιάσεις το όνειρο
Να ξεψυχάει.  Το θαύμα το ίδιο…

Είναι γιατί ένα ποτάμι
Έθεσε ο Θεός στη ρίζα της ανοχής μου
Ένεκα αυτού θα γυρίσω στον παράδεισο
Ένεκα αυτού θα γνωρίσω την κόλαση

Δεν έχω στη ζωή της χούφτας μου κορυφογραμμές
Παρά μια γραμμή ατίθαση μα γερά διαγραμμένη
Κρυφές στιγμές ανείπωτης εγκατάλειψης
Ή μαγικής αμφιβολίας
Διαθέσιμος σ’ ό,τι εγωιστικά διαλέγω ελεύθερα
Έτσι όπως νιώθουν τα παιδιά, οι πάπιες οι κροκόδειλοι
Έτσι όπως το χώμα Κύριέ μου

Ο άνθρωπος είναι το τιμωρημένο χώμα
Να στροβιλίζεται σ’ άχρηστη κίνηση των αιώνων
Και το μυαλό το κύκνειο άσμα του τιμωρημένου
Θέλω να παραδοθώ όσο καλά στερημένος
Τόσο ίδιος με την αστείρευτη μου φύση
Όσο βέβαιος τόσο αθώος
Δεν ήμουν αυτός που ήθελες
Όμως πάντα υπήρξα αυτός που έπλασες

Εδώ τελειώνω με σένα Κύριέ μου
Ξαναγυρίζω στη θάλασσα και στα έργα της αγάπης
Ανώφελα εξαπατώντας με σημαίες την προσευχή στους αιώνες
Γενεές γενεών με κεντητά στολίδια λεξιμάγος
[ΠΡΟΣΕΥΧΗ  από τη συλλογή του Δημήτρη Ποταμίτη ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ, εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ 1978]

ΠΑΡΕ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΝ ΣΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΘΑ ’ΣΑΙ (στη στεριά δεν πνίγεται ο άνθρωπος μα μες στη στάλα της βροχής):
Ένα πουλί αποτυπωμένο στον αέρα μια στιγμή
Τ’ άλλα καπνός κι ας κλαίει σπαραχτικά ο λόγος ο απατεώνας
Δεν κολακεύομαι αν μ’ αγαπούν
Δεν αγανακτώ αν με εχθρεύονται
Κρατώ μόνο εκείνη τη στιγμή
Που μ’ άγγιξε η ανδρεία σου
Κι η σκέψη για το πού μπορεί να φτάναμε
Αν δεν ήταν τέτοιος ο κόσμος
Εκείνη τη στιγμή σου κρατώ
Είμαι ηθικός χωρίς την ηθική
Κι εγκληματίας χωρίς εγκλήματα
Είμαι έτσι απλά πρώτα εγώ
Μετά κάποιος άλλος που αξίζει τον αέρα που αναπνέει
Από μόνος μου δοσμένος σ’ ένα φως
Όχι από ανάγκη
Σ’ ένα φως που δεν επενόησε ο θεός
Κι όμως είναι φως όμοιο με Κείνου
[ΥΠΟΤΑΣΣΟΝΤΑΣ ή ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΣΧΗΜΑΤΑ  από τη συλλογή του Δημήτρη Ποταμίτη ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΑΞΟΦΩΝΟ, εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ 1978 ]

Ε ρε γέρο και να ’ξερες τι πα να πει ν’ ανταλλάσεις Ποιήματα
Νομίζουν πως ο ποιητής είναι ο φανατικός του ρήματος, ο μονομανής του επιρρήματος, o εραστής των επιθέτων και των ουσιαστικών. Νομίζουν πως η γλώσσα είναι προνόμιο του όχλου και όχι εκδίκηση του νου πάνω στην ύλη και ο ποιητής ο ερευνητής του ήχου σ’ ένα κοχύλι. Ομολογώ ότι υπήρξα λεξιμάγος: την ετυμολογία ανήγαγα σε συμβόλων επιστήμη. Ίσως γι’ αυτό βαρέθηκα τις παρομοιώσεις τη λογική αποκλήρωσα και είπα ό, τι απάνω μου δεν είναι λογικό να εξερευνήσω. Όμως γι’ αυτό πονάει ο νους και γίνεται έμμονος σπουδαστής μιας πεταλούδας. Όχι αφ’ υψηλού επόπτης, όχι φυγάς σε παίγνια μα πανταχού παρών εικονοκλάστης που όμως μπορεί να ξεπερνάει τα δεδομένα του και σε λιβάδια θεϊκών αγελάδων να τυρβάζει πάντα μετά τα φυσικά σαφώς μετά τα φυσικά… Γιατί τα ποιήματα πρέπει να γράφονται σα τσιγκούνα βρύση στάλα-στάλα και να διαβάζονται σαν ποταμός Γιατί η Ποίηση είναι η συμμαχία των πληγωμένων λέξεων που χρειάζονται φροντίδα, χάδι, νυστέρι, μορφίνη, χειρουργείο προπαντός τεχνική, για να γεννηθούν και να γεννήσουν. Το Ποίημα είναι αίσθηση μιας σκέψης χνούδι, το αποτέλεσμα μιας παραβιασμένης θύρας, η αριστοτεχνική του ονείρου ή τελικά το θήραμά του, ιπτάμενη κυρία των αιθέρων, αιθεροβάμων αεροσυνοδός στην ερημιά του, φτιασιδώνεται να νικήσει τον τρόμο με κόκκινα νύχια για να με παρηγορούν στην αχρωματοψία του κενού μου à ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ, ΕΜΜΟΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΣ ΜΙΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ  

κι άλλα αντιπροσωπευτικά ποιήματα από την ίδια συλλογή του Δημήτρη Ποταμίτη με ΚΛΙΚ εδώ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις