ΣΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΛΟΙΠΟΝ ΑΙΩΝΑ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΦΗ ΚΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΣΑΕΙ ΘΑ… (σβήνει τη γραφή)

Είμαι ο συγγραφέας, είπε. Είμαι ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός κι ο θεατής (ποιητής και αναγνώστης). Είμαι κάποιος που θα υποδυθεί όλα τούτα τα πρόσωπα (που τα έχει ντύσει με τις λέξεις του). Είμαι εγώ που σας παρακαλώ: μη μπαίνετε απόψε στο Θέατρο (μη διαβάζετε αυτό το ποίημα)!.. Αυτός είναι κι ο τίτλος του έργου: ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ (είναι το ποίημα του τρελό).  Είμαι τέλος ο φύλακας που θα κλείσει τις πόρτες μετά την παράσταση και θα με ξεχάσει ολομόναχο μέσα στο σκοτάδι (ή ο βιβλιοθηκάριος που θα με παρατήσει σκονισμένο στο τελευταίο ράφι Ήρθε η ώρα είπε να σηκώσω την αυλαία!. Καληνύχτα… Ξαφνικά όμως (στο παρακάτω ποίημα) χιόνιζε!.. Το ποίημα ξεπαγιασμένο του  χτύπησε την πόρτα. Έτρεξε και του  άνοιξε, το πήρε και το ζέστανε στην αγκαλιά του. Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει… [ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ και η 2η στροφή από το ποίημα Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ,  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 1997 - σε παρενθέσεις σχόλια που με αρκετή δόση αυθαιρεσίας  προεκτείνουν την έμπνευση του ποιητή και τους ΑΓΡΑΦΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ: «Τα λόγια που έλεγε στις ωραίες γυναίκες έμοιαζαν με ποιήματα που δεν τα έγραψε ποτέ. Οι άγραφοι στίχοι του σπανίως τις άγγιζαν. Μα σαν περάσουν τα χρόνια θα τους θυμηθούν –το ήξερε και γριούλες πια θα λένε πως κάποτε υπήρξαν ωραίες κι αυτές -  ART by Tomaz Alen Korera surreal art]  


ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΗΡΕΣ ΛΙΓΟΝ ΑΜΜΟ, ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΕΣ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕΣ ΝΑ ΧΥΝΕΤΑΙ ΣΙΓΑ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΑΛΑΜΗ ΜΟΥ…
Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς να ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα!
Τη γδύνω!..
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τρία χρώματα:
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δεν σου είπα
και ποτέ πια δεν θα σου πω!

(αυτή την ιστορία έπλασε για τη ΣΙΩΠΗ, αγαπημένη των Ποιητών, ο Γιώργης Παυλόπουλος και καθώς στο γαλάζιο ουρανό της ποιητικής μας ηλικίας πάντα θα αναδύονται Ωραία Ποιήματα, με όλη τη Δύναμη των Λέξεων τους θα ορκιζόμαστε πίστη στα μυστικά και φανερά σημαινόμενα τους ξέροντας καλά ότι είναι ένα ΜΑΡΤΥΡΙΟ η προσήλωσή μας σ’ αυτά, όπως το λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα της ίδιας συλλογής):
ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Σήκωσα το σεντόνι
κι ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου
και πριν χαθεί
γύρισα να την κοιτάξω
και μη με κοιτάζεις είπε
δεν είμαι το σώμα που αγάπησες
αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι
κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς
κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι!

(στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του. Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς: δεν του πήγαιναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές. Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα πόνεσε πάλι όπως και τότε για τον χαμένο χρόνο της αγάπης):
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Είμαστε κάπου εκεί μαζί
και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε
και σε κοιτάζω
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
και σ’ αγαπώ
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για το χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δεν θα μπορέσουμε
να πεθάνουμε ποτέ
Εσύ που είσαι από μένα
κι εγώ που είμαι από Σένα
που είμαι τίποτα
χωρίς Εσένα.

Πες μου αν ξέρεις
-εγώ δεν ξέρω-
πότε σε γνώρισα και πού
πότε σε πρωτοκοίταξα
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
εγώ που σ’ αγαπώ
πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης
[στίχοι από το ποίημα ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, πρώτο της ομότιτλης συλλογής του Γιώργη Παυλόπουλου και στη συνέχεια Η ΣΙΩΠΗ, ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ της κι Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, τρία ακόμα ποιήματα από την ίδια συλλογή, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 1997]

ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο
Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά
και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του
αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων.
Υπάλληλος της νύχτας θα είναι ο εαυτός του.
Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι
και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα Ποίημα -
τη μόνη μονέδα που κρατά. Κι ο άλλος
αντί για εισιτήριο θα του δώσει
ένα λευκό τριαντάφυλλο
που θα σου φέρει απόψε στην Μονμάρτη.

Rue du Cenis αριθμός 32
θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανένας δεν θ’ ανοίγει.


Σ’ ΑΓΑΠΩ ΕΙΠΕ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ:
Εκείνο δε μίλησε.
Τον φίλησε στο στόμα ξέροντας
πως πάντα θα τον ξεχνούσε
για χίλια άλλα ποιήματα!..
-Ι-
Ξαφνικά το ποίημα σκόνταψε
κι έπεσε πάνω στ’ αγκάθια.
Το κοίταξε σχεδόν αδιάφορος
είχε κουραστεί πια να το προσέχει.
Την ίδια νύχτα στον καθρέφτη
είδε το σώμα του γεμάτο αγκάθια.
-ΙΙΙ-
Μια μέρα το ποίημα τρελάθηκε
βγήκε από τα μέτρα του.
Όσο κι αν προσπάθησε να το κρατήσει
εκείνο πάντα ξέφευγε σε κόσμους άλλους.
Σε μια στιγμή κοιτάχθηκαν βαθιά στα μάτια
και τότε το δέχθηκε όπως ήταν.
-V-
Κάποια νύχτα το Ποίημα περίεργο
μπήκε κρυφά στην κάμαρα του Ποιητή
Τον βρήκε να κοιμάται ήσυχος.
Έσκυψε πάνω του και τον παρατηρούσε.
Είδε τότε τα χαρακτηριστικά του να χάνονται,
τη μορφή του να γίνεται άγνωστη.
…………………………..
ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Αποφάσισε  τότε –μη ρωτήσεις ποτέ το γιατί-
αποφάσισε τότε να σκοτώσει το Ποίημα.
Πήρε κάθε προφύλαξη έκρυψε το μαχαίρι
και παραμόνευε.

Το ποίημα βεβαίως δεν ήταν ανύποπτο.
Ήξερε τις προθέσεις του ποιητή από καιρό
αλλά μήτε το απόφευγε μήτε τον προκαλούσε
και κάπου-κάπου έκλαιγε κρυφά.

Ώσπου έγινε το τέλειο έγκλημα.

Μαχαιρωμένο το Ποίημα
μέσα στην καρδιά του Ποιητή
έμεινα άγνωστο για πάντα
………………………..
Ο ΑΛΛΟΣ
Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα
περασμένα μεσάνυχτα
ήρθε πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι
με δυο γυναίκες αγκαλιά
και κάτω απ’ το παράθυρό μου
κατέβα άθλιε μου φώναξε
παράτατα που να σε πάρει
σκίστε επιτέλους τα χαρτιά.

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα
όμως ο δρόμος ήταν έρημος
και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα
κι όλη τη νύχτα πάλευα
χωρίς να το τελειώνω.
(Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και το ΠΟΙΗΜΑ κι άλλα για ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ, που είναι το ΠΟΙΗΜΑ από την ποιητική συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1997)

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗ
Μια κυρία που λάτρευε τις τέχνες
είπε στον μικρό ζαχαροπλάστη:
Δείξε μας την τέχνη σου μικρέ
Και κείνος φτιάχνει ένα ζαχαρένιο κρίνο.

Όμως την κυρία δεν την ικανοποιεί
και κείνος φτιάχνει μια ζαχαρένια πάχνη
και μέσα στην πάχνη ζαχαρένιο κήπο
και μέσα στον κήπο βάζει το κρίνο.

Και πάλι την κυρία δεν την ικανοποιεί
και κείνος φτιάχνει ζαχαρένιο σέρσεγκα
να πίνει μέλι από το κρίνο.

Μήτε κι αυτόν την ικανοποιεί αισθητικά
και τότε ο μικρός κάνει το σέρσεγκα τρελό
μπαίνει κάτω απ’ το φουστάνι της κυρίας
και κάπου εκεί
χώνει το ζαχαρένιο του κεντρί!

ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ
Το τρένο πέρναγε ολόφωτο μέσα στα χιόνια. Ήμασταν μόνοι στο βαγόνι. Κρύωνε. Την τύλιγα με τη χλαίνη μου και τη φιλούσα. Δεν ξέραμε πού πάμε.
Κάποιος με λερωμένο επίδεσμο στο κεφάλι μισάνοιξε ξαφνικά την πόρτα. «Φτάνουμε σε λίγο στο φυλάκιο», είπε. Και την ξανάκλεισε με πάταγο.
Το τρένο σταμάτησε πιο κάτω. Σκύψαμε έξω από το παράθυρο κοιτάζοντας την απέραντη λευκή ερημιά. Διακρίναμε το φυλάκιο. Σχεδόν γκρεμισμένο, γεμάτο τρύπες από βλήματα.
Ύστερα φάνηκε ο φύλακας. Ερχόταν κουτσαίνοντας προς το βαγόνι μας μ’ ένα φανάρι. Γέρος. Πράσινο ξεθωριασμένο κασκέτο. Στα γένια του η ομίχλη με παγωμένες νιφάδες.
Τον αναγνωρίσαμε και οι δυο μας αμέσως. Το χέρι της έτρεμε μέσα στο δικό μου. Ο γέρος πλησίασε στο παράθυρο και σήκωσε το φανάρι ψηλά, κοντά στο πρόσωπό της. Την κοίταζε σαν να κοίταζε την τελευταία του ανάμνηση. Εκείνη δάκρυζε ασάλευτη.
Όταν ξεκίνησε το τρένο, σε όλα τα παράθυρα ήταν μονάχα το δικό της πρόσωπο.
Εγώ τώρα ήμουν ο φύλακας. Με την παλιά μου χλαίνη γεμάτη χιόνια.
[ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ  από την ποιητική συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1997]

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ και ένας στίχος ΕΝΥΠΝΙΟΣ: Ένας ταξιδιώτης αποκοιμιέται πάνω στο άλογό του και βλέπει στο όνειρό του πως τάχα το ταξίδι του είναι ένα όνειρο που το βλέπει κοιμισμένος πάνω στο άλογό του!.. Ονειρεύτηκα πως έγραφα κάποτε ποιήματα, τίποτα όμως δεν θυμόμουν εκτός από ένα στίχο μονάχα: Ονειρεύτηκα πως έγραφα κάποτε ποιήματα       [Γιώργης Παυλόπουλος, Λίγος Άμμος, εκδόσεις Νεφέλη 1997]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις