Η ΖΩΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ: ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ ΣΩΣΤΑ

Ρώτα όποιον ποιητή θες και θα στο ομολογήσει: ορισμένα ποιήματα γράφονται μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσει ο ποιητής μια συγκεκριμένη λέξη: Σεμίραμις, κουκούτσι, Λίβανος, ανεμιστήρας, αντικαταβολή, πυρετώδης, σέρτικα, ανανήψω, εννιά και τέταρτο, μαντολίνο, φέιβ βολάν, ρημάδι, ευλογητός, σεβντάς, ροδόνερο, τερέβινθος, δισάκι, λείπεις, Βεατρίκη. Άλλα ποιήματα βέβαια γράφονται για εντελώς άλλους λόγους, ανεξιχνίαστους… Εγώ αγαπάω τα μικρά ποιήματα, την ΙΟΝ αμυγδάλου, τις περιπέτειες του Τομ Σόγερ, τη μηλόπιτα, τις άκοπες σελίδες των βιβλίων, τις αμυγδαλιές -ακόμη κι αν δεν είναι ανθισμένες- τα σύννεφα στον ουρανό, τις φυσαρμόνικες, τον Λουίς Μπουνιουέλ… Αγαπάω ακόμα τις ριγέ γυναικείες κάλτσες, τ’ αρχαία ελληνικά αγγεία στα μουσεία, την ησυχία των αναγνωστηρίων, τον Μακιαβέλι και τα γραμματόσημα, τις καραμέλες με γεύση κανέλλα, τα δύο λάμδα στη λέξη «κανέλλα», τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων (παρατονισμένο), τις ξύστρες, τα μελομακάρονα… Αν ονομάσω ρωγμή του χρόνου το νεραντζί που αναδίδει η μασχάλη σου, η στάθμη της πραγματικότητας υψώνεται, βγάζοντας ήχους σιγανούς, κι ύστερα πάλι υποχωρεί, σαν τα νερά του Ευρίπου. Θάλλεις, το ξέρω, ερήμην των κινήσεων της σελήνης, μα τις παλίρροιες  του σώματός σου τις ελέγχει, μην αμφιβάλλεις, η ηχώ των ποιημάτων μου… Πόσα ποιήματα, σκέφτομαι, δεν θα ’χαν γράψει οι ποιητές μας για τις κουτσουπιές της άνοιξης και για τις ανθισμένες αγκινάρες… Ας ήταν μόνο άλλο το όνομά τους!.. [ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ,ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΑΠΕΣ, ΕΝΤΕΚΑ Η ΗΧΩ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ και ΚΟΥΤΣΟΥΠΙΕΣ και ΑΓΚΙΝΑΡΕΣ από την ποιητική συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016- ART by Alex Howitt]  


ΟΥΤΕ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΩ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΝΕΡΑ (που είναι το πιο αγαπημένο μου απ’ όλα τα θαύματα. Τα άλλα δύο είναι ο ΕΡΩΤΑΣ και η ΠΟΙΗΣΗ):
Από μακριά έμοιαζε να ’ναι
ένας συμπαγής ψηλός τοίχος,
μ’ από κοντά
μπορούσες να διακρίνεις
τη μικρή ρωγμή
που ο περσινός σεισμός
είχε ανοίξει στα πλευρά του.

Κόλλησα το μάτι μου και κοίταξα
από την άλλη μεριά
(όπως σ’ ένα ποίημα του Εγγονόπουλου)

Είδα ένα κορίτσι
να έχει ανοίξει τη ρόμπα που φορούσε-
πώς έλαμπαν στον ήλιο λευκά
τα στήθη και τα πόδια του.
Είδα ένα ξύλινο παγκάκι στη σκιά
κι ένα βιβλίο πάνω του,
μια βρύση που έσταζε
και γέμιζε έναν μεταλλικό κουβά
και μιαν ομπρέλα ανοιχτή
παρατημένη σε μιαν άκρη.

Στ’ αφτιά μου έφτανε η μουσική του Miles Davis
από το Ascenseur pour l’ echafaund.

Εδώ θα μπορούσα να ζήσω,
πρόλαβα να σκεφτώ
πριν ξυπνήσω.

ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ
ΑΛΛΟΙ ΠΕΡΝΟΥΝ ΑΠΛΩΣ ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΣ ΩΡΣΕ!!!
[στον τίτλο στίχοι από το ποίημα ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, το ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΜΕΣΗΒΡΙΑΣ και κατακλείδα (με κεφαλαία το τελευταίο δίστιχο από το ποίημα ΤΑ ΣΥΚΑ, όλα από τη συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016]

ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Είχα μια ώρα ελεύθερη σήμερα το πρωί
και βγήκα να περπατήσω στην παγωμένη ηλιοφάνεια,
για να βρεθώ ύστερα από λίγο, χωρίς να το καταλάβω,
στο μικρό νεκροταφείο στην άκρη της πόλης.

Στάθηκα παραξενεμένος για τα βήματα μου
σ’ ένα πεζούλι να σημειώσω δυο-τρεις στίχους
για την περίσταση, μα θυμήθηκα
ένα ποίημα του Ρέιμοντ Κάρβερ
κι ύστερα ένα άλλο του Ρέιμοντ Κάρβερ
κι ύστερα ένα άλλο του Καρούζου
κι ένα τρίτο μετά

κι έτσι έκρυψα τετράδιο και μολύβι,
μάζεψα από κάτω ένα σπασμένο μάρμαρο
κι έφυγα.

Δεν είχα εξάλλου τότε
κανέναν πεθαμένο δικό μου ακόμα.

Ωραία ήταν και διδακτικά,
όπως περίπου πρέπει να είναι
τα ποιήματα
και οι μοναχικοί περίπατοι


ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΑΠΟΨΕ ΠΟΥ ΦΥΣΗΞΕ ΛΙΓΑΚΙ ΚΑΙ ΒΓΗΚΑ ΣΤΗ ΔΡΟΣΙΑ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΩ:
Όχι τους μεγάλους και γνωστούς,
που τους ξέρουν όλοι με τ’ ονοματεπώνυμό τους
και την ημερομηνία της γέννησής τους
ούτε τους δικαίως ή αδίκως λησμονημένους,
τον Αναστάσιο Δρίβα, ας πούμε, και τον Δημήτριο Κόρσο,
που το όνομά τους το θυμούνται
δυο-τρεις μελετητές και άλλοι τόσοι αναγνώστες.

Τους άλλους σκέφτομαι εγώ, εκείνους
που στα σχολικά βιβλία της λογοτεχνίας
βρίσκονται ένα-δυο ποιήματά τους,
μα μένουν πάντα εκτός της διδακτέας ύλης

και ευκαιρία μοναδική να διαβάσει κάποιος
τους στίχους τους είναι οι μέρες των εξετάσεων,
τότε που, όσο γράφουνε οι μαθητές,
βαριούνται οι δάσκαλοι που τους επιτηρούν
και πιάνουνε να ξεφυλλίσουνε κάνα βιβλίο
απ’ τα παρατημένα πάνω στα θρανία.

Αυτούς τους ποιητές σκέφτομαι!
[ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ από την ποιητική συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016]

ΓΙΑΤΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΘΕΛΩ ΤΩΡΑ ΕΔΩ ΝΑ ΤΡΥΓΗΣΩ ΤΟΝ ΙΔΡΩΤΑ ΠΟΥ ΚΥΛΑΕΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ:
Σ’ ένα γούβωμα της πέτρας ρηχό
που ’χει μαζέψει λίγο νερό της χθεσινής βροχής
περνάνε δυο σύννεφα κι αντανακλώνται
βιαστικά και απαράλλακτα όπως στον ουρανό.

Σε μια τέτοια προσφορά προσκυνάνε το Θεό
οι μυστικοί της Ανατολής που διαβάζεις
και γεύονται με τα χείλη τους τη θεϊκή ουσία.

Όπως εγώ τις ελάχιστες σταγόνες του ιδρώτα
που κυλάνε μέσα στον αφαλό σου
καθώς ξαπλώνεις ανάσκελα επάνω στο χορτάρι
και με το βιβλίο που κρατάς
κρύβεις τον ήλιο απ’ τα μάτια σου.
[ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ στον τίτλο και ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ από την ποιητική συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016]

«Τι ωραία που θα μύριζε εκείνο το πρώτο φρεσκοκομμένο φύλλο συκής επάνω στο κορμί της Εύας» Αναρωτιέται στο ΦΥΛΛΟ ΣΥΚΗΣ ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Και συμπεραίνει:  «Με πόσο αλάνθαστη σοφία συνδύασε ο Δημιουργός τις δύο εξαίσιες μυρωδιές. Άνοιξη θα ’τανε, οπωσδήποτε, που ευωδιάζει η φύση»!.. Μιαν άλλη συλλογή του ο  Γιαννακόπουλος την τιτλοφορεί ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΤΗΡΕΙ. Και με αυτή τη δουλειά καταπιάνεται εδώ και δύο δεκαετίες ο ποιητής: με τη σημασία στη λεπτομέρεια που την αφήνουνε να περνάει έτσι, ενώ εντός της μπορεί κάλλιστα θαύματα να ενέχει που στραφταλίζουν θελκτικά -  στην παρούσα συλλογή όμως  ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ; αναρωτιέται ο  Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος – εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις