ΓΙΑ ΔΕΣ ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ: ΝΑ ΣΕΡΝΕΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΤΗΝ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΜΟΥ:

Όχι δεν έχω χρόνο ελεύθερο, έχω όμως χρόνο περιττό. Σκαλίζω μέσα εκεί και βρίσκω τα δόντια, τα νύχια, τα κέρματα, καμιά φορά και τα οστά. Χάφτω τη λεία μου κι ενθουσιάζομαι. Εκσφενδονίζομαι προς το μέλλον. Και μέλλον έχω. Να το, εκεί. Το φουκαριάρικο με τα παντελονάκια του να στάζουν αίμα, το πουκάμισό του μες τη λίγδα, χάλια. Σηκώνω τους ώμους. Δεν θ’ ασχοληθώ. Ας επιληφθούν τίποτε μη κυβερνητικές οργανώσεις. Δεν είναι μονάχα δικό μου. Κι αφού το παρελθόν περιλαμβάνει ηρωισμός και επαναστάσεις για κλάματα, βιδώνομαι σ’ ένα παρόν για γέλια. Είναι, λέω, δειλία να ’σαι άθλιος και πιο παλικαριά να ’σαι γελοίος. Τουλάχιστον, έχεις πολλές ασχολίες ώσπου να κάνεις όλο σου το χρόνο περιττό [ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ από την ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΡΙΝ, εκδόσεις Νεφέλη, 2012] 


Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΟΥ
Συνωστισμός ακραίων προσωπικοτήτων
Σε ακραίες επιδόσεις και δραστηριότητες
Υπό ακραίες καιρικές συνθήκες,
Με άκρα εξάντληση ψυχής

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΟΠΤΙΜΙΣΤΩΝ
Για δες τους, χαίρονται για όσα θα υπάρξουν,
Ευσταλείς γέροντες καθισμένοι στον ήλιο.
Κοιτούν τον ημερήσιο τύπο,
Παινεύουν τους δρομείς και τους άλτες,
Χτυπούν τις χάντρες, συντηρούν τα περιστέρια,
Θάλλουν αδειανοί από χρόνο.

Πάνω τους φοινικιά η πλάτανος
Ή απλώς μια μισοπλυμμένη τέντα
Κρατά στον ίσκιο τα πενιχρά εισοδήματα,
Τις συμβουλές του φαρμακοποιού τους.
Ευημερούν απερίσκεπτα
Από το ένα δευτερόλεπτο ως το άλλο.

Πίνουν το γάλα της φωτεινής τους εξάντλησης
Σαν μωρά στην αγκαλιά της ευδίας
Με άρμα το παγκάκι γλιστρούν
Μες στην οριστική ανάληψή τους
Χαρούμενοι με όσα θα υπάρξουν
Εκεί.
Εδώ πια,
Φτάνει.

FAMILY SHOW
Κάθομαι μες τον εαυτό μου
Όπως μέσα στο βυθό.
Και αν η φύση μπορούσε να το αντέξει,
Θα έλουζε με φως την εγκατοίκηση,
Θα έλαμπε η ιερή σπηλιά,
Θα κρέμονταν μες στα νερά
Τα πόδια των αρχαίων πλασμάτων.

Βάναυσες άλλες αξιώσεις
Με ανασύρουν. Με πετάνε εδώ.
Κι αρχίζει η επιδρομή των ανθρώπων.

Όχι, δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ.
Δεν χρειάζεται να μεταλάβω.
Θα έμενε με λίγη υγρασία.
Δεν έχω πια δική μου θέληση.

Δεν πείθονται. Υποχωρώ.
Είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι
Χτυπούν την πλάτη μου, με ενθαρρύνουν,
Με δείχνουν με ενθουσιασμό μεταξύ τους,
Μου δίνουν χάπια, χάπια, χάπια.

Υποκριτές που σας ταράζει το Τίποτα.
Κολυμβητές με τα κρανία στο χέρι.
Επιχειρηματίες του τρόμου.

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ
Ήρθε η ώρα των τρυφερών αποφάσεων:
Να κόψουμε τις φλέβες μας;
Να πιούμε ένα ποτό με την παρέα;

Θα μπορούσαμε και να τα σπάσουμε όλα,
Πιάτα, ποτήρια, ανθοδοχεία…
Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα μπάνιο
Με άλατα σκορπιού και κρύας λάβας.
Κλειστή η μύτη, μέσα τα κεφάλια.

Θα μπορούσαμε και ν’ αρπάξουμε το φεγγάρι
Να το γεμίσουμε φιλιά,
Που έλειπε καιρό και ξαναπέρασε.
Κι έχει κουράγιο να κοιτά προς το σπίτι μας

ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ
«Πού πήγε τι να έχει απογίνει
Εκείνη η αμήχανη ιέρεια…
Άκαμπτη, ανθρωποφοβική και όμως
Κι όμως προφήτευε με τόνο υψηλό
Και ατιθάσευτη εικονοποιία.

«Προφήτευε»… Καλά… Παραισθήσεις.
Τρόμος αδύτου και μαστούρα δάφνης.

Καθόλου δεν της έλειπε η δεξιότητα.
Κυρίως, όμως της περίσσευε η πίστη.
Τιμούσε το αξίωμα. Δεν έβγαινε
Να συναγελαστεί με τον όχλο.

Όταν ορμήσανε οι Χριστιανοί, Ιουλιανέ,
Και κάψανε και ρήμαξαν τα πάντα,
Εδώ δεν την βρήκαν, να τη διαμελίσουνε,
Σαν εκείνη την άμοιρη, την Υπατία.

Κρυπτοπαγανιστές, ομοϊδεάτες σου,
Διέδωσαν πως ανελήφθη.
Παραμύθια.
Ανάξια της παράδοσής σας.

Οι νέοι πιστοί δεν ασχολήθηκαν.
Τους έφτανε που δεν βρισκόταν στα πόδια τους,
Έκφραση ζωντανή του παρελθόντος.

Τη σκέφτομαι αλλά μη διαπράξεις παράβαση
Αναζητώντας την. Από τι; Από τ’ άρωμά της;
Λέω, επειδή σεβόταν τη θέση της,
Θα της δωρήθηκε μια απρόκλητη θεοληψία.
Προείδε το ναό να καταρρέει
Και εγκαταβίωσε στον τάφο των ελασσόνων.
Όταν απουσιάζει η ψυχή,
Κανείς δεν διακρίνει το σώμα.

Δεν θα μπορούσε από ’κει κάτω, τάχα,
Να ψιθυρίζει πότε πότε κάτι;
Όχι ασφαλώς χρησμούς, ποιος τους χρειάζεται.
Μα κάποια ανεπαίσθητη ομολογία
Πως τόση στέρηση, τέτοια πανωλεθρία
Άφησαν κάπου μια εστία άθικτη,
Γιατί όχι ένα κερί χριστιανικό,
Που αυτό δεν σβήνει;

ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Όχι κοινός υπάλληλος: Μονόκερως.
Εργάζομαι ανάμεσά τους
Με τα ρούχα βρεγμένα απ’ τα βλέμματα.

Αλλά, καθώς είμαι καλός στη δουλειά μου,
Προσποιούνται ότι δεν βλέπουν.
Σκληρή προσπάθεια τυφλότητος, τόσο
Που τελικώς απορροφώνται τα μάτια τους:
Δύο κοιλότητες στο κρανίο.

Καθώς είναι καλοί στη δουλειά τους,
Προσποιούμαι ότι δεν τρομάζω.
Τέτοια προσπάθεια να ελέγξω το ρίγος,
Που οι μύες εντελώς συρρικνώνονται:
Μένω μόνο με τα οστά

Καθώς εξυπηρετούνται οι πολίτες
Προσποιούνται ότι δεν εισήλθαν σε θρίλερ
Με θίασο σκελετών και τεράτων
Και μεγάλη πείρα στο θάνατο

ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ
Επέζησα. Μα δεν θυμάμαι πια από τι.
Η μνήμη καταφέρνει να εντοπίσει μόνο
Βαριές συνέπειες από αίτια χαμένα.

Κάτι ξεσπούσε και τα σάρωνε όλα.
Άρχιζα απ’ το μηδέν. Ξεσπούσε άλλο.
Όχι αναπάντεχο. Το άκουγα να καγχάζει
Από μακριά. Δεν το ’βαζα στα πόδια.
Πεισμάτωνα αφελώς. Οχυρωνόμουν.

Τώρα προσέρχομαι στο πεδίο της μάχης
Με το περιβραχιόνιο του νοσοκόμου.
Με προσοχή περισυλλέγω τους νεκρούς.
Κόσμια τους ενταφιάζω.
Μα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν.
Τόσα όμορφα παιδιά σκοτωμένα
Θα άξιζαν κάτι περισσότερο
Από αυτήν εδώ τη χούφτα χώμα.
Θα ’πρεπε να μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Την υπερήφανη Μητέρα – Επιθυμία
Που τα ’στειλε στο μακελειό.
Να μπορώ να χτυπήσω μια πόρτα
Να παραδώσω τα λιγοστά τους κειμήλια.

Ας είναι… Κι αν προσκαλώ στο θρήνο το φεγγάρι,
«… Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά…»
Οι επιζώντες με το πορτατίφ του γραφείου.

ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ
Συστρέφει όλο του το σώμα
Γύρω από μια εστία ενδοσκόπησης.
Κολλάει πάνω στην πέτρα που κάθεται.
Όμως τα δάχτυλα κινούνται. Σχεδόν τρέμουν
Έτοιμα να μιλήσουν στη γλώσσα τους.

Όχι, δεν είναι «ο Στοχαστής του Ροντέν.
Τον παριστάνει.
Εγκαταστάθηκε στη μέση της αϋπνίας μου
Ως ένας συμβολικός εφιάλτης.

Τον περιπαίζω. Απλώνομαι στον καναπέ
Ολόκληρη τα μέσα έξω,
Ξεφορτωμένη από χαρακτηριστικά,
Με λαμπερό καθρέφτη το ταβάνι

Ποιον απ’ τους δυο θα διαλύσει το ξημέρωμα;
Τον επισκέπτη ή το σύμβολο οικοδέσποινας;
Τον στρόβιλο ή τη φαρδιά πλατιά εμένα;

Κι εγώ κι αυτός κοπανιστός αέρας.
Κι αν έχω κάποιες παραπάνω πιθανότητες
Είναι γιατί έχω προκύψει πρώτη
Από θεού οργή ή αϋπνία.
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Να, μια καλή ιδέα μυθοποίησης:
Θα πω να γράψουν στο σταυρό του μνήματός μου
Μονάχα το μικρό μου όνομα! Τίποτα άλλο.
Να λένε οι περαστικοί, οι τεθλιμμένοι των άλλων:
«Τόσο γνωστή, που φτάνει αυτό;
Τόσο άγνωστη, που δεν χρειάζεται άλλο;»
Κι όσοι διαθέτουν φαντασία να προσθέτουν:
«Μικρή; Μεγάλη; Ωραία; Όχι;
Από τροχαίο, χωρίς λοιπά στοιχεία,
Πλην ένα μενταγιόν με τ’ όνομά της;»
Τι προσοχή μεταθανάτια θ’ αποσπάσω,
Πόσο μυστήριο, τι ξαφνικές συγκινήσεις,
Ως τη στιγμή που θα φτάσουνε στον άνθρωπό τους,
Εκεί που κάθε περισπασμός αφανίζεται
Και συγκεντρώνεται η προσοχή ολόκληρη
Στον πολυαγαπημένο με τα πλήρη στοιχεία.

Τι ωραία που θα περιμένω τους επόμενους,
Με και χωρίς ταυτότητα, όπως έζησα,
Κι ανασηκώνοντας απλώς τους ώμους.

ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ
Τι ακριβώς θα θέλαμε να πούμε;
Με ή χωρίς τη διαύγεια;
Στοιχήματα ή κραδασμός της ενδοχώρας;

Υπαρξιακό τοπίο δι’ εκρήξεως της φαντασίας;
(Το έψαχνα παλιά, τώρα βαριέμαι).
Στοχασμός επί των πλήκτρων του κόσμου;
Κι αν παραμένεις σκοτεινός και του πάθους;
Μήπως συνδυασμός; Και ποιος σε σώζει
Από τον έρωτα της δικής σου εικόνας;

Και ο βίος;
Με ανταπόκριση ή εική και ως έοικεν;
Ή το διακύβευμα είναι η Θεία Χάρις;

Ας είναι… Το ελάχιστο λάδι μου
Δεν θα αναλώσω εις άγραν μανιφέστου.
Και η λαίλαπα της κριτικής; Σιγά…
Και το καντήλι μου
Είναι αρκετό ένα φύσημα του ανέμου

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ: «Αχ έχει η θλίψη θάνατο; Έχει. Όταν γεννιέται μια άλλη. Και τι θα πει πώς τη γνωρίζεις τότε; Το σήμα δεν είναι ό,τι λέτε εσείς χαρά (αν πούμε πως υπάρχει κάποια που δεν μπορεί ένα κύμα να σαρώσει). Είναι ο σφυγμός σου, όταν η γη βογκάει κάτω από τόσα χοντροπάπουτσα!    [από τη συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου Ελάχιστα Πριν]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις