ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «Έρχομαι»:

Και με όλα τα ΑΝ, τα ΘΑ και τα ΑΛΛΑ, που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα είχα μια απεριόριστη πεποίθηση -πιστεύτε με- Ήτανε χρόνοι οριστικής –πώς ν’ αμφιβάλλεις- αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως… Μ’ άλλα λόγια, ότι δεν ήταν εφικτό με την Οριστική, την Υποτακτική, την Ευκτική (ναι, θεέ μου, τόση ευχετική) είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα προστάζοντας: Να ’ρθεις, ξεκίνα είναι τέσσερις, στις πέντε να ’σαι εδώ!».. Ενώ η Προστακτική δεν είναι επίτευξη! Πρόκειται για μια μονάχα φαντασίωση που διαρκεί ως τις πέντε, έξη το πολύ. Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες: «ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάρη και σε λίγες περιπτώσεις μόνο λίγων τυχερών γίνεται κυριολεκτική. Μα ποιοι είναι κείνοι που προστάζουν δίχως τη ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν… [στίχοι από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΕΡΧΟΜΑΙ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1980]  


ΠΟΥ ΛΕΤΕ, ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ ΣΧΕΔΟΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΝ ΑΝΥΔΡΟ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΠΑΝΤΕΡΗΜΟ ΠΛΑΝΗΤΗ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ: έρχομαι
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος ενεστώς)
κι έπειτα «ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
«αλλά μ’ έπιασε η βροχή»
«Ήρθα» (σε χρόνο αόριστο) «αλλά είχες φύγει πια»
«Θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων)
Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δεν μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως
Σε τι θα με ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τότε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τώρα τι γινόταν
Τίποτα δεν γινόταν, σήμερα το απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».
Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχοσουνα, να ’ρχοσουν και τι να ’ταν)
ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στα ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής
«Αν έρθω», «όταν έρθω», «για να έρθω»:
Υποθέσεις δίχως θέσεις
Σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που δια μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στις Προστακτικής τις παραισθήσεις…
Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησαν ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις, αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής τη μπλόφα:
Ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α, ναι- κι ελθόντες:
Εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο
που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι!
Τέλος όλοι εκείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.

ΠΡΙΝ ΜΠΕΙΣ ΑΚΟΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΧΑΘΗΚΕΣ
Πριν μπεις σχεδόν
ακόμα στη ζωή μου, χάθηκες.
Μετά τα: χάρηκα και θα τα ξαναπούμε
δε συναντηθήκαμε ποτέ μας πια.
Τι χάθηκες,
μάλλον θα ’λεγα  εξατμίστηκες
σα στάλα από νερό
κάτω από τον αδυσώπητο
φρενήρη ήλιο του Ιουλίου.

Πώς γίνονται έτσι , Θε μου, όλα αυτά;

Να ’χει ήδη ξεκινήσει μια θύελλα
να θρασομανάει μια πυρκαγιά
κοντά τόσο κοντά
μια φρενιασμένη θάλασσα ν’ αφρίζει
στα πόδια σου μπροστά
κι από τη μια στιγμή στην άλλη
ψάχνεις
σπίθες που σβήνουν μες τη στάχτη μοναχά
μια ανάσα ανέμου
μόλις που σ’ αγγίζει από μακριά
ένα κουρασμένο κύμα που πεθαίνει
φτάνοντας
σαν από τόσα-τόσα χρόνια πριν
σαν από τόση απόσταση απροσμέτρητη
σε κάποια μυθική σχεδόν ακρογιαλιά.

ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΙΣ ΓΡΙΛΛΙΕΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΚΛΑΙΕΙ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗ ΣΥΧΝΑ Η ΒΡΟΧΗ ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ: 
Μέσα στη θάλασσα
μας έπιασε αναπάντεχα μια μπόρα
-μα τι μπόρα, φίλε μου, τι μπόρα!-
ενώ στο κοντινό μισοκαμμένο δάσος
οι αστραπές των κεραυνών
συμπλήρωναν τον όλεθρο
Άλλοι γελάγαν κάτω από τη θύελλα
«Ο βρεγμένος δε φοβάται τη βροχή»
κι άλλοι, βλέποντας τις φλόγες
«… ο καμένος τη φωτιά».
Μα εγώ
τόσες φορές κατακαμένος
τόσες φορές να μ’ έχει περονιάσει
ίσαμε το μεδούλι το νερό
Την τρέμω τη βροχή την τρέμω
που κάποτε θα πάρει την απόφαση
να με καταποντίσει οριστικά
τρέμω τη φωτιά
που θα με ζώσει κάποτε μαινόμενη
και θα με κάνει παρανάλωμα της λύσσας της
και θα με κάνει στάχτη
Την τρέμω τη βροχή
την τρέμω τη φωτιά
ας γέλαγαν όλοι οι άλλοι
ας σχολιάζαν
κάτω από τη μπόρα ανυποψίαστοι
[Ο ΒΡΕΓΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗ ΒΡΟΧΗ  από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΕΡΧΟΜΑΙ, εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ 1980]

Σταύρος Βαβούρης: ένας ποιητής από τους λίγους της γενιάς του που έγραψε μια ποίηση καθαρά βιωματική, βασιζόμενος στο γνήσιο αίσθημα, παλεύοντας με το ποίημα όσο κανείς… Αποτελεί, σύμφωνα με την κριτική ματιά του Ανέστη Μελιδώνη «αθυσαύριστο κεφάλαιο της ποίησής μας και οφείλουμε αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντί της να τον ανασύρουμε από την αφάνεια…» Το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του «είναι το πάθος, ένα πάθος ωμό και ασήκωτο, που το κουβαλούσε με τα σακατεμένα πόδια του όσο πιο μακριά μπορούσε»…  Τα ποιήματά του, σχετικά ή και άσχετα προς το περιστατικά της ζωής του, «είναι σαν τους κύκλους που η πέτρα προκάλεσε στην υδάτινη ατάραχη επιφάνεια, που απλώνονται αργοί και σιγά - σιγά βουλιάζουν στην επιφαινόμενη αταραξία. Επιφαινόμενη γιατί μόλις που αποκαλύπτουν τα άγρια πάθη του βυθού, που «καθαγιάζονται» όχι γιατί έτσι θέλει κι επιμένει ο Βαβούρης, αλλά γιατί ο ίδιος ο Χριστιανισμός  μας έχει διδάξει, ότι στην αγιότητα και την «καθοσίωση» φτάνουν όσοι περνούν τα ασφυκτικά κανάλια της άρνησης, της ταπείνωσης και του εξευτελισμού…»!  [Σταύρος Βαβούρης, Σε ρήματα ουδενός πειθόμενος, αποσπάσματα από κριτικές του Ανέστη Μελιδώνη]

ΧΙΜΑΙΡΑ (κι άλλα αντιπροσωπευτικά ποιήματα από όλες  ποιητικές συλλογές του Σταύρου Βαβούρη με ΚΛΙΚ εδώ):
ΕΔΩ, ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΚΑΛΠΑΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΚΥΜΑΤΑ
Όταν μας λέγαν οι παλιοί πιο λίγο πάθος. Είχανε δίκιο. Οι λογικοί «πιο λίγο βάρος θα βουλιάξουν τα καράβια», είχαμε, λέει, μπράτσα νεανικά. Αλλά μια και έγινε, γιατί ν’ αποδειχθεί το δίκιο των παλιών;.. Αδικηθήκαμε! Όχι, δεν είχαν δίκιο οι παλιοί! Αφού μας δόθηκαν καρδιές άστρα να θέλουν, άστρα γιατί δε μας δόθηκαν; (ΧΙΜΑΙΡΑ από την πρώτη ενότητα ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΦΩΣ του Σταύρου Βαβούρη – και με ΚΛΙΚ εδώ κι άλλα αντιπροσωπευτικά ποιήματα απ’ όλες τις συλλογές του)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις