Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑ ΤΗΣ (γι’ αυτό φυλάξου που έρημος μιλάω με τη σιωπή μου)

Κι έγινε να ψάχνω για λέξεις  άφοβες, για λέξεις μάχιμες κι αθάνατες, για λέξεις παρατεταμένες που ατές τους παρατείνονται ανυπόμονες πεισματικές, για λέξεις αμαζόνες απόκρημνες, έψαχνα για τη λέξη που όλη απόγνωση πηδάει στο κενό και που στην προσγείωση χίλια κομμάτια!.. (όμως…) Δεν ξέρω τη λέξη δεν την άκουσα ποτέ, δεν γράφεται, δεν λέγεται, δεν ξέρω τη λέξη ίσως ωκεανός, ίσως χτύπος που αλητεύει μες το αίμα, ίσως γυναίκα, δεν ξέρω τη λέξη… Υποπτεύομαι το κάθε βήμα, την πιστολιά που ταξιδεύει ανάμεσα στ’ άστρα αθωωμένη παρότι ένοχη. Κι εσένα το μικρούλι λεπιδόπτερο ν’ αντανακλάς τ’ άγλωσσο χάος στον αστερισμό των ωαρίων!...  [ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΕΓΟΝΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ κι άλλες επιλογές από το ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ του Έκτορα Κακναβάτου με εικόνα λέξεων τον ΥΠΕΡΗΧΟ του από την ίδια συλλογή]


ΑΥΛΙΔΑ – ΣΧΟΛΙΟ [είναι λοιπόν η τραγωδία «μίμησις πράξεως, σπουδαίας και τελείας;)

Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση μες στην οβίδα;
Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;
Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της τον είπαν πετεινό; 
Πού την εσφάξανε; 

Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι που
μέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβο
Το σκυλί  ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένο 
Στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες, είπαν. 
Η ψυχή της πού έφευγε; 
Και τότες –χίλιοι ταύροι - 
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε 
ούριος άνεμος
-Αχαιοί  στα πλοία…
Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκαν
κι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
και Πρίαμος και λαός εϋμμελίω Πριάμοιο
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να ’ναι αλάθητος ο λόγος σου
να ’σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος για αθλιότητες δεδοξασμένων!

ΜΥΚΗΝΕΣ

Άλλαζε πάλι την αίρεσή του ο κόλπος σου
Δεν ήταν τα μαντεία που χλομιάζαν
Ούτε κι εσύ πολύ πιο πριν νεκρή
μια και δυο και εφτά φορές σφαγμένη
Με το διπλό τσεκούρι σου που τώρα μόνο του 
γκρέμιζε τις πύλες
κι όπως σκυλί ολόλυζε: ολαγαμέμνονα

Ακράτητο χύνονταν το πάμφωτο χάος
ως αρμονική αιώρησις
ότι ακέφαλον τον ψηλαφούσες στο κρεβάτι σου
όταν αυτός πια σύννεφο
πανιά που μίσευαν,
κατάρτια.

ΑΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΒΑΚΧΥΛΙΔΗ

Φυλάξου όταν το μηδέν στο μήνα των ερώτων του ρωτάει
Απ’ τη γενιά του Λάιου δεν είναι πια κανείς που να μιλήσει
Αν δεν μπορείς αλλιώς, κι είναι να πεις,
φυλάξου
το κίτρινο είναι στύση

Για τ’ άλλο χρώμα: την αρματοδρομία λέω
μέσα στο μάτι της μπεκάτσας, να την πεις
Για το κεφάλι της που έγειρε και το δείλι από τότε
λυπημένο χιόνι… μην μιλήσεις
Και για το αλληλούια πάνω στο μαχαίρι μου
Τάχα δεν το ’ξερες που η φουντουκιά ταξιδεύει με τ’ αστροπελέκι; 
Και για την πετονιά σου που σκάλωσε σ’ αστεροειδή
μην πεις
Και που ο κασσίτερος δεν είναι μνημη
Για άλλο χρώμα μην μιλήσεις…

Θα ’ναι ο μήνας που το λείψανο του Βακχυλίδη
φουσκώνει μες τον τάφο του, που ξεχειλίζει
τότε το μηδέν είναι στους τάφους του
Φυλάξου σαν θα κόψει δρόμο να σου βγει μπροστά
Μέρες του οργασμού του τα περνάει ένα χέρι όλα
Τύμπανο πια του ωκεανού
σπρώχνει τα χέλια στην ανηφόρα τους
Ο πύργος του Άιφελ γδύνεται την αγιοσύνη του
γίνεται ιροκέζος
Η αιωνιότητα τρώει τον μεταξοσκώληκά της
Η παγωνιά κυλάει αρμόνια στη στέγη του νερού
Ω Πολωνία ερωμένη των ερωδιών
είναι το σπασμένο μου γόνατο
Όπως η Περσέπολις είναι χλομή η ανεμοθύελλα
που σέρνει πίσω της η φυσαρμόνικά μου

Είπα φυλάξου που έρημος μιλάω με τη σιωπή μου
Κι άκου αυτό: έτσι κι ασελγήσεις πάνω της
κοίτα μη βρεθείς μπροστά μου!

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν στο Ποίημα και  δείχνουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε άγγελοι με φύλο! Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς  κι ερανίζομαι από τη γύρη των Λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης, σήμερα επιλογές από το ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ του Έκτορα Κακναβάτου 

 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις