Ε ΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ

Σπέρνω  προς  τα  έξω μόνο  φύλλα και  κλαδιά μόνο  αφορμές να  μεγαλώσει  λίπασμα. Σπέρνω μυαλό έξω απ’ τις σκέψεις μουσική έξω απ’ τον  ήχο πέρα  απ’ τα σύνορα  πατρίδες. Έπειτα σπέρνω Αυλίδες χωρίς θυσίες και  Ιφιγένειες αντωνυμίες  στη θέση  φίλων Αυτός   Αυτή  Κανείς. Τέρατα  έξω από  το  μύθο πλάι  στο  πρωινό  ντεπόν (μισή φρίκη  πριν από το  γάλα κι ύστερα ανά  πέντε  σκέψεις). Σπέρνω  κι  ο  σπόρος  μου έξω  από  τη  χούφτα φτύνει  τον  ουρανό τον  ήλιο  τα  χωράφια πράσινα  του Βαν Γκογκ σε   ανυπάκουες  γραμμές. Εγώ κατά  προτίμηση στο  ράμφος των  πουλιών [ΣΠΟΡΕΑΣ από τη συλλογή του Κώστα Τσιαχρή ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑ]


ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ
Σα φύλο / Σα σπέρμα
που το σήκωσε / που το τίναξε
η έμπνευση/  η έμπνευση
μέσα στα πόδια μου /  μέσα στα χέρια μου
χορεύεις /  γυαλίζεις
παιχνιδιάρα λέξη / παιχνιδιάρα λέξη
και μόλις πάω /  Ύστερα πέφτεις
να σε χαιδέψω / και θρηνείς
απότομα γυρίζεις /  στο πάτωμα
μου δαγκώνεις/  γιατί σου στέρησα
το μυαλό / τη μια σου ευκαιρία
να μπεις στο[ν] κόλπο
τη μια σου δυνατότητα
να γίνεις Ποίηση

Ο ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ
Να ’ρθει μια μέρα
που θα ζωθώ με στίχους
σ’ ένα μεγάλο δρόμο
με πολλούς ανθρώπους
Θα’ χει φωνές
και γέλια και μαλάματα
Θα λάμπουν ήλιοι τα γράμματα
μέσα στο ποίημα
και θα χάνονται οι κανόνες
Και να τραβήξω το κορδόνι
ξαφνικά
Πάνω στην έξαψη της πλήξης
Εγώ ταιριάζω μοναχά με τις εκρήξεις
Χίλια κομμάτια
θα χαθούν τα μέτρα
Ίαμβοι και τροχαίοι
θα γίνουν κρότοι
κολασμένα κουδουνάκια
και θα τρομάζουν
τα φιλήσυχα ανθρωπάκια
Ε ναι λοιπόν η ποίηση
μια πράξη απελπισίας

Ο ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ
Μικροί μου στίχοι
πρόχειροι
γυμνοί
ρυτιδωμένοι
μ’ ένα βερνίκι
θα σας βάψω
που να μπαίνει
και να βγαίνει
Θα σας φωτίζω
με την Αφροδίτη
και τον Άρη
Θα με γεμίζετε
με στόμφο
με καμάρι
και θα σας περιφέρω
σαν πραμάτεια
σα σκουπιδάκια
που θολώνουνε
των κριτικών τα μάτια
Θα λένε
Τι πνοή !
Τι μεγαλείο !
Ύστερα θα σας παρατάω
στο κρύο
χωρίς συμπάθεια
χωρίς καμία ενοχή
Θα πίνω τον καφέ μου
στο Θησείο
Ένας τουρίστας
στης ιδέας το κορμί

ΕΠΙΔΕΙΞΙΑΣ ΣΤΙΧΟΣ
Όταν σ’ έφτυσε η Μούσα
σε πήρα κάτω απ’ τα χαλίκια
μισοπεθαμένο στίχο
Στόμα με στόμα
σου έδωσα πνοή
σε φύσηξα
Κι όταν σηκώθηκες
αντί να βάλεις το κλειδί
στην πόρτα της ιδέας
κρυβόσουν πίσω από θάμνους
παραμόνευες
μην τύχει και περάσει
κάποιο θύμα
να πεταχτείς απότομα
μπροστά του να του δείξεις
τ’ απόκρυφά σου
κάτω από την καπαρντίνα

ΨΙΘΥΡΙΣΤΕ ΜΕ 
Χωρίς  κραυγές
γλώσσα με γλώσσα
χωρίς βήμα  ψηλό
λέξη με λέξη
ας μην ακουστώ
ας  μην αρχίσουν
πυροβολισμοί
ας ξέρουμε
μόνο εσείς κι εγώ
ψιθυρίστε  με
γνωρίζουν οι νεκροί
γνωρίζουν οι πέτρες
γνωρίζουν οι σκόνες
εκεί  ανήκω
ανάστημα μιας λεπτομέρειας
χαμένης κάπου
κάποτε ή  ποτέ
σα  μήνυμα  σε λάθος πόρτα
εργάζεται ο καιρός
και  δίνει δύναμη
στο μεταξύ
χαλάει  τον ήλιο
τρέφεται από κάτι
στάχτες
αρμενίζει σε φιλόξενα
τοπία της πληγής
Ξέρει τη γλώσσα τους
βρυχάται  σιγουριά
Μην τον ακούτε
ψιθυρίστε με

ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ
Εκείνος
στίχος πρόστυχος
πολιορκεί
μια λέξη επικίνδυνη
προκλητική
Κάθεται στο παγκάκι
και καπνίζει
κι έχει μισάνοιχτα
τα γράμματά της
Κάτω από το μπλουζάκι
δυο οξείες
ερεθισμένες
τονίζουν τα νοήματα
που κρύβει
Βάζει το χέρι του
στο καλλιγράφημά της
και το τρίβει
Πετάγεται απότομα
φωνάζει
Ασφυξία!
Τον χαστουκίζει
στο ρυθμό
στην ομοιοκαταληξία
Εκείνος
στίχος πρόστυχος
θυμώνει
επιμένει
της υπόσχεται καριέρα
στην ποίηση
στο πεντάγραμμο
λαμπρή πρεμιέρα
εν τέλει
στο γυμνό
και στο ακατάλληλο


[ΠΗΓΗ: Κώστας Τσιαχρής, ποιήματα από την υπό έκδοση συλλογή: ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑ – Ο Κ. Τ.  γεννήθηκε στο Μόναχο το 1970. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρετεί στη Μέση Εκπαίδευση, αλλά παράλληλα ασχολείται με τη λογοτεχνική κριτική, την ποίηση και τη μουσική] 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις