Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΙ ΑΛΛΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΠΟΝΟΥ:

Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα/Ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει/ πάπυρος ξεδιπλώνεται στο χρόνο/ βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές./ Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν./ Ύστερα η γάζα στο οστεοφυλάκιο/ μούμιες αναμνήσεις τους τυλίγει… Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω./ Διαβάστε την πινακίδα, / είμαι από την γενιά του ιδιωτικού οράματος/που ομφαλοσκοπεί. / Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι/ χώνονται στους στίχους/ μπλέκονται στο αμπάρι/ πλημμυρίζουν το κατάστρωμα   [ως τίτλο της ανάρτησης επέλεξα το 2ο τετράστιχο από το ομότιτλο ποίημα της συλλογής ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ και υπότιτλο-λεζάντα το 7ο και 5ο απόσπασμα από το ίδιο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη. Ακολουθούν στο κύριο σώμα της ανάρτησης τα υπόλοιπα αποσπάσματα των… ομοτράπεζων και τα ποιήματα Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ, Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ και ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ, που είναι και τίτλος της πρώτης ενότητας – οι φωτογραφίες ανάμεσα στα ποιήματα είναι της Μαρίας Κοσσυφίδου]


ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ
       -Ι-
Ο άνδρας στην φαντασίωσή της γέρασε
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.
       -ΙΙΙ-
Τελευταία χτυπούν την πόρτα της
παράξενοι άνθρωποι χελώνες
κουβαλούν λεν
το σπίτι τους στην πλάτη
περπατούν αιώνες
κάποιοι απ’ αυτούς στάζουν νερά
τα σανίδια σαπίζουν
από την υγρασία
Δώσε μας, λένε, ένα κεραμίδι
τους δίνω μόνο ένα βελανίδι
τόσο είναι το αντίτιμο
των στίχων
Κάποιοι ζητούν ένα φτυάρι
Να θάψουμε λένε την ντροπή.
Στην αυλή μετά βρίσκει παιδικά παιχνίδια
ξεσκισμένα αρκουδάκια
πνιγμένα λαγουδάκια με μάτια χάνδρες
κι ένα μουσικό κουτί
μ’ ένα ξεκούρδιστο νανούρισμα.
       -ΙΙΙ-
Μερικές φορές έξω απ’ το παράθυρο
περνάει ένας νεαρός
με μια ζώνη δεμένη σφιχτά γύρω απ’ το λαιμό.
Στο οικοτροφείο περνούσα καλά, της γνέφει
αν εξαιρέσεις τους αλλεπάλληλους βιασμούς,
ένας άλλος σωριάζεται στην τριανταφυλλιά,
την βάφει κόκκινη
στην πλάτη σφηνωμένο ένα μαχαίρι
τραγουδάει για λύκους και μαύρες κουκούλες
μα μία σβάστικα που απλώνεται παντού
       -ΙV-
Που και που χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι.
Έχει ένα καλαθάκι με φράουλες
δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα.
Φάε, μου λέει είναι ματωμένες
και πασαλείβεται με αίμα.
       -VI-
Προχθές ήρθαν χαρούμενοι εκδρομείς.
Κουβαλούσαν μαζί τους σπιτική αρκούδα
Είχαν καλαθάκια με  φαγητό,
στρώσαν καρό τραπεζομάντηλο
τα σώματά τους διάτρητα από σφαίρες.
Ένας απ’ αυτούς ανοίγει ένα κρασί
και της προσφέρει ένα ποτήρι
Πάρε της λέει το νομίζεις για αρχή
αλλά είναι στην πραγματικότητα το τέλος
       -VIII-
Πούπουλα,
Πούπουλα στο χιόνι,
Και μόνο η ανάσα σου ζωή

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας.
Κάποιοι δεν θεραπεύονται ποτέ.
Στο δέρμα εμφανίζονται εξανθήματα
όπως τα ζωντανά ηφαίστεια που προκαλεί
η καύτρα ενός τσιγάρου
φορούν μικρά ρακούν για δερμάτινα παπούτσια
που αργά τους τρων τα πόδια
με ένα καμπριολέ αυτοκίνητο
διασχίζουν αυτοκινητόδρομους
σταματούν από σπίτι σε σπίτι στην Νεβάδα
πλασιέ ενός πόνου που πρέπει να επιδείξουν
σε αδιάφορες νοικοκυρές που τρίβουν τα πατώματα
σε άνδρες που καλλιεργούν κολοκύθες
για να συμμετέχουν σε διαγωνισμό μεγέθους.
Ακόμα όμως κι αν όλα  παν καλά
και η ανία μετατραπεί σε άνοια
ή εξοικονομήσατε από την απουσία χώρο
αφού έφυγαν οι μαύροι καναπέδες
με τα φουσκωτά σαγόνια
που σας καταβρόχθιζαν ολόκληρο
αν δηλαδή ανήκετε στους λίγους εκλεκτούς
που απλώς τινάζουν το στρώμα
και αγνοούν το βαθούλωμα
από το περίγραμμα του κορμιού
που κοιμήθηκε μαζί τους ένα βράδυ
ακόμα και τότε
μην θεωρήσετε ποτέ πως είστε ασφαλείς.
Μπορεί μια μέρα καθώς αδιάφορος
κοιτάτε τις βιτρίνες
κάποιος αθώος από πίσω να προφέρει ένα όνομα
και το δάχτυλο που κάλυπτε την τρύπα
κι εμπόδιζε με τόσο κόπο την ορμή
ξαφνικά να παραλύσει
το φράγμα ολοκληρωτικά να καταρρεύσει
και το νερό να πλημμυρίσει
όλη την πόλη που συναρμολογούσατε
με τόση υπομονή

Εσείς ο αρχιτέκτονας της λήθης

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ
Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
πεθαίνουν σε τάφους μαυσωλεία.
Στο σπίτι του κρεμασμένου
υπάρχει πάντα άφθονο σκοινί.
Αν τρεις μέρες κοσκινίσεις
τρως μουχλιασμένο πάντα το ψωμί.
Ο αδελφός ρίχνει μπύρα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα
και αφήνει πάνω ένα πακέτο με τσιγάρα,
μήπως κρυφά πάλι ο πατέρας
τώρα πια που καθόλου δεν πειράζει,
θελήσει να καπνίσει.
Τελικά αποδείχθηκε ότι ο μπαμπάς μου είχε δυο ζωές,
μία δική του, μια δική μας
μόνο που η δική μας έλειπε πάντα σε ταξίδι για δουλειές
ένα άγνωστο κορίτσι κλαίει πάνω στο φέρετρο
άγρυπνες οι νύχτες με τεράστια νύχια
σκίζουν την επιφάνεια του γυαλιού
θα πάμε στη Ζάκυνθο υπόσχεται ο μπαμπάς στη νέα σύζυγο
την ώρα που τον παίρνουν στο φορείο για εγχείρηση
ύστερα κάπως ξεχνάει να αποχαιρετήσει
τους κατιόντες που υποθέτουν συγγενείς.
Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
δεν είχαν ποτέ καλοστρωμένο κυριακάτικο τραπέζι
κανείς δεν τους πέρασε ποτέ το αλάτι
όσο για το βούτυρο απλώς έλιωνε πάνω στις πληγές
αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
διακριτικά ας αδειάσουν τα σταχτοδοχεία
και ας προσφέρουν πηχτό καφέ παρηγοριάς
σε σεμνά φλιτζανάκια ενός δακρύου

Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ
Εμένα ούτε οι νεκροί μου είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λεπτά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι  μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στη μύτη.
Θροΐζει ο αγέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες το πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας


[επιλογές από την πρώτη ενότητα της συλλογής ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ της Χλόης Κουτσουμπέλη, εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2016 – ART by…]            

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις