ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ και ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ:

Σκέφτομαι να ξεφύγω από τη νύχτα, να τολμήσω κάποτε κι αυτό… Μα πάλι πώς στο άπλετο φως να φέρω εσάς που χρόνια συντηρώ μες το σκοτάδι κάτω από φλέβες πίσω από ρυτίδες… Όπως και να ’χει δεν αντέχω να προδώσω στίχους που υπαινίχθηκαν πρώιμα ουρλιαχτά απέτυχαν εμπορικά και θάφτηκαν μαζί μου στο σκοτάδι… Πρέπει να βρω ξανά τα κομμένα απ’ τη ρίζα τους πόδια μου σε μιαν άκρη πετώντας τα δυο δεκανίκια το χαμένο κουράγιο να βρω να βαδίσω απαλείφοντας τύψεις πικρές και ενοχές… Πρέπει να βρω ξανά δίχως άλλο το παιδί- αρνητή χαλασμένο χρονόμετρο που ξεκίνησε χθες ή προχθές ή πριν από χρόνια και πριν χρόνια σταμάτησε ή προχθές… μόλις χθες στο μετέωρο χάδι σου [ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ α και β  από τη συλλογή του Κώστα Ριζάκη ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Ο Βυθός μου τα πράγματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015 – ART by Yamamoto Masao and YAMATO bay night]



ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ (α)
δεν μπόρεσα μητέρα ούτε κι απόψε
να συγκρατήσω την παλιά φωνή σου
σαν αίλουρος με πρόφτασε κάπου στον ύπνο
με νύχια και με δόντια ορμώντας στα τυφλά
όταν συνειδητά της έκφραζαν το δρόμο

δε μπόρεσε μητέρα ούτε κι απόψε
τι κι αν απεγνωσμένα πάλεψε όλη τη νύχτα
κερδίζοντάς τους στα σημεία τελικά
δε μπόρεσε αχ δε θέλησε η φτωχή
στο βάθρο της του νικητή ν’ ανέβει
μ’ ένα της πήδημα να φτάσει ως εμάς

ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ (α)
κάποτε η ανακύκλωση τελειώνει θες δεν θες
χαμένος τότε ή κερδισμένος επιστρέφεις
χαμένος τότε ή κερδισμένος επιστρέφεις
στο σπίτι που φαντάσματα στερνά το κατοικούν
ονείρων ίσκιοι σε λυμφατικά κρεβάτια
πρόσωπα φορτωμένα οικείες ενοχές
μιας εποχής που χώρεσε παιδί έφηβο κι άνδρα

με στάσιμο το κλάμα στη μεσαία κάμαρα
ν’ αναμοχλεύει την αγιότητα της μάνας σου

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (γ)
πάντοτε τελευταία έρχεται στον ύπνο μου
όλο στοργή ταιριάζει τα σκεπάσματα
μου σκιάζει το προσκέφαλο δειλά
σκύβοντας με  φιλά καταμεσής
στο μέτωπο σα σφαίρα

κι όπως ευφρόσυνα στον ύπνο μέσα στρέφω
στην πρόσκαιρη διάθεση αλλάζοντας πλευρό
και τρίζει από καινούριο βάρος το κρεβάτι
ακούω τυφλά την ίδια πάλι εκπυρσοκρότηση

στην άλλη μέρα ψηλαφώντας δίχως μάτια
στην ανεξίτηλη ομιλία που βοά

καταμεσής στο μέτωπο σα σφαίρα!

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (δ)
ακόμη κλείνω με προφύλαξη την πόρτα
γυρίζω πάλι το κλειδί στην κλειδωνιά
έπειτα ανάβω στα δωμάτια τα φώτα
και ξαναβρίσκω ίδια φτου κι απ’ την αρχή:
το μπούκωμα στων ρουθουνιών τη σήψη
τη λοιδορία στης αδράνειας το σαράκι
χίλιους πλεγμένους στις γωνιές ιστούς αράχνης
βεβαρημένο σώμα υπόδικο το παρελθόν

-μα  τέλος πάντων τι φοβάμαι μη μου κλέψουν
τι μου συμβαίνει και τις νύχτες μου αγρυπνώ
τι στο θεό μου διεκδικώ σ’ αυτό το σπίτι-
βεβαρημένο σώμα ακοίμητο το παρελθόν

στην αγκαλιά του τώρα πιο σφιχτά με κλείνει
τα φώτα σ’ όλα  τα δωμάτια ανάβει

γυρίζει πάλι το κλειδί στην κλειδωνιά

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (ε)
πέντε ζευγάρια δάχτυλα τα χέρια μου νεκρά
πέντε ζευγάρια δάχτυλα ως πριν ερωτευμένα
εύκολα δε λυγίζουνε κι άκαμπτα πώς κοιτούν
τη νύχτα σέρνοντας χορό στον ύπνο να βλογάει

καμένα αποτυπώματα την ήττα μιας ζωής
απόστημα διάρρηξης σε νόμιμη ταυτότητα
χρώματα που κοιμήθηκαν στον στίχο τους νωρίς
και ξύπνησαν ποιήματα μακριά από τον ουρανό

μαζί μου μες στα χώματα

ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ (β)
πλήθος συμβάντα έλπισα κοντά τους να δεθώ
κόμπος-θηλειά στην άκρη τους ακέραιος ν’ ανήκω
κι ακόμα πριν Μινώταυρος συλήσω τη σιωπή
να με προφτάσει στα άδυτα ο λυτρωτής Θησέας
κουβάρι ξετυλίγοντας τα όσα μας χωρίζουν
αυτός μόνο νικώντας με  να σε ελευθερώσει
φθόγγο και λέξη και φωνή παρθένα μου ομιλία
που από καθέδρας βίαζα στυγνός τη δύναμή μου

-πάντοτε χάνω όταν αργός δεν ταξιδεύω
κι όταν ταξίδεψα το φως δεν πήγα μακριά:
θαμπώνει ο μύθος κι η πνοή και τ’ όνειρο κι ο ήχος

του κουβαριού μου μαύρα πάλι τα πανιά

ξανά γκρεμίζω τον πατέρα μου απ’ το βράχο!

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (στ)
η στέρηση με αποδίδει φως
στο φως του κόσμου ορυκτό αλάτι

αυτός που κοίταξε βαθιά
τη μοναξιά στα μάτια
κρατάει βλέμμα προτροπής στους επιλήσμονες
χέρια χωρίς εγκλωβισμό σε αποτυπώματα
πλατειά φτερά
να κρύβει τους χαμένους –
αυτόν που κοίταξε βαθιά
τη μοναξιά στα μάτια

η στέρηση τον αποδίδει φως
στο φως του κόσμου του ορυκτό αλάτι

γεύση στυφή στη βάναυση συνέχεια
 [από τη συλλογή του Κώστα Ριτσώνη ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Ο Βυθός μου τα πράγματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις