Όταν στις φυλακές των λέξεων βρούμε το ξοδεμένο μας πρόσωπο, όταν μουσκέψουν οι μουσικές κι απλώσουμε τα χέρια στην προοπτική του ήλιου, όταν όλα τα μονοπάτια μας οδηγήσουν εκεί που θα ’ναι άχρηστες οι εξηγήσεις, τότε θα συμβεί το άπαν και μεμιάς θα σβήσει. Με την ανάσα δίφθογγη θα χαϊδέψουμε το παρόν της θάλασσας και μοίρα θα γίνει η ύλη μας χωρίς προσχήματα δικαιολογίας μορφασμούς και ημίφωνα δάκρυα… Μας περιμένουνε μάτια που δεν έχουμε  καν φανταστεί χειρονομίες και πόρτες  ως τώρα κλειστές και μια απεραντοσύνη πέρα από κάθε σκοτάδι ένα νησί στο τέρμα της θάλασσας ένα παιδί στο πρωινό της σελήνης… Κάτω από σκιές δέντρων βραδιάζει Παρασκευή και το διήμερο θριάμβου για τη μεσαία τάξη.  Η Δευτέρα είναι των δολοφόνων. Σε πόλεις από σωλήνες και σύρματα σβήνει το φεγγάρι πνίγεται μέσα σ' άναρθρα όνειρα... Ελάτε στη φωτοβολίδα της νύχτας γιατί δεν έχει ηθική το σκοτάδι. Στην ανέμελη πορτοκαλάδα στις μουσικές των βιβλίων. Ως εκεί  που σταματά η συνήθεια κι αρχίζει η παρέα. Μέχρι τα χείλη της συνείδησης. Μετά ξεχάστε ηλικίες κι αρώματα…  [αποσπάσματα από τη συλλογή του Νίκου Βουτυρόπουλου, Η ΙΔΙΑ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, εκδόσεις Φαρφουλάς 2013]


ΓΑΜΑ (από τη συλλογή ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΨΕΜΑΤΑ)
Η μέρα έβρεχε, εγώ έπινα καφέ προσπαθώντας να θυμηθώ παλιά ποιήματα. Είπα ψέματα, αυτή είναι η αλήθεια μου! Για ώρες μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ έστω μια σίγουρη λέξη. Ουρανογραφίες… να που κάτι βρήκα!
Η ποίηση; Τίποτα παρά μια μέθοδος να βλέπεις απ’ το σκοτάδι, δηλαδή ό,τι προλάβεις μέχρι τα 12… άντε, λίγο αργότερα.
Εντόπισα τον ήχο των πουλιών.
Η άνοιξη κρύβεται
Η βροχή ψιθυρίζει
Αναζητώ τις ρίζες μιας αναπάντεχης περιπλάνησης, σκέφτομαι να διαλυθώ σε όλα τα στοιχεία του σύμπαντος, μήπως καταφέρω να επανέλθω όπως ήμουν, προτού με γνωρίσω, θυμάμαι ωστόσο την παιδική μου ηλικία, ταινία βουβού κινηματογράφου, να παριστάνω τον Σαρλό, κι όλοι οι θεοί να είναι πιο αστείοι απ’ τους ανθρώπους. Το γέλιο και ο πόνος είναι η μοναδική θρησκεία, δεν χρειάζονται άλλα ουσιαστικά. Θα έρθουν δύσκολα χρόνια, όλοι λέγανε, κι εγώ τους άκουγα, φωνές από μακρινά αστέρια που μόνο τις νύχτες νοσταλγούσα, προετοίμαζα κρυφά τη δικιά μου περιπέτεια, ενθουσιασμένος με τις κραυγές των ζώων, τις εμφανίσεις των σύννεφων, την επιδερμίδα των δέντρων και το χιόνι της Άνοιξης, τη λιωμένη καρδιά του χειμώνα, όπως μου μιλούσε η άχρονη όραση των εποχών.
Στο φως βρήκα απέραντες στιγμές
Στο σκοτάδι φόβο που ανατέλλει πάνω από πράξεις
Έτσι, αρνήθηκα τον ύπνο μετά από αιώνες αγωνίας
Κι έψαξα ένα μικρό κοχύλι στην αμμουδιά του χειμώνα
Με ανάσες κυμάτων και τον ήλιο
Να πυρπολεί βήματα αγαπημένων προσώπων
Καθώς έρχονται από την σιωπή της θάλασσας
Και χάνονται σε άγνωστους προορισμούς
Τίποτα δεν είναι αρκετό, όταν γίνεται κουβέντα για χαμένες εποχές. Είναι γιατί δεν συμβαίνουν ταραχές σε χορδές γελαστών τοπίων, αφού μυστικές φωνές συνηχούν με σκέψεις, και σκυφτοί οδοιπόροι αντανακλούν σε λιθόστρωτα παρακμής. Με άλλα λόγια έπρεπε να προχωρήσω, ήταν μια χίμαιρα που βάραινε κάθε λεπτό, μόλο που συχνά την έπνιγα, λες κι είχα τη δύναμη να τεμαχίσω  μυθολογικά τέρατα. Ιδεολογία μου ήταν η άρνηση του μύθου που ποτέ δεν ξεφορτώθηκα, το αντίθετο μάλιστα, έφτιαξα αρκετούς από δαύτους, να με συνοδεύουν σε μοναχικά παραληρήματα. Στο τέλος με σύντριψαν οι μύθοι, αρρώστησα και… έχω μισο-ξεχάσει τις παιδικές προσευχές, φαντάζομαι ώρες-ώρες πως αυτές θα με γλίτωναν από όσα δεν κατάλαβα. Τοιουτοτρόπως η θλίψη μου είναι για γέλια.

ΘΗΤΑ
Συμβάντα και σύμβολα
Κάποτε διάβαζα τις Γραφές
Υπάκουος στις μητρικές χειρονομίες
Και γνώρισα τον πατέρα μου
Όταν κατάλαβα πως γερνάω.
Μήπως γνωρίζουμε κάποιον
Απ’ το βασίλειο της Σιωπής;
Συμβαίνει στους ικανοποιητικά απρόσεκτους
Και πιστούς μιας βαλτότοπης αντίληψης.
Αντέγραψα στιχάκια για γελαστά κορίτσια
Ποτέ δεν τους τα ’δωσα
Αφού κατοικούσα στο κουκλοθέατρο της αυλής μου.
Έζησα όσα ονειρεύτηκα
Μόνο που ήταν Άνοιξη διαφορετική
Φριχτής συντομίας.
Έτσι. οι πληγές πληθαίνανε με τα χρόνια…
Μάρτυρες της μοναξιάς
Όσοι δεν την αντέχουν
Καταντούν παράδοξοι
Δαίμονες θλίψης.
Συμβαίνουν ωστόσο αναπάντεχα διλήμματα
Και τραγούδια της κόλασης
Και αξεπέραστες καχυποψίες
Όταν οι αλήθειες βρίσκονται σε διωγμό
Από καταστάσεις των πράξεων.
Κορυφές τοπίων δείχνουν αναίμακτες εποχές
Όσο η μνήμη αντιδρά στην πραγματικότητα.
Για σκέψου!
Ο μικρό
Είδα πατρικές συμβουλές να συντρίβονται σε παθιασμένα κύματα
Είδα φώτα αγάπης να ζητούν εξιλέωση
Τυφλωμένος γυρνούσα σε δρόμους με ληστές
Ώσπου να γίνω καχύποπτος, σαν εκτόνωση
Μιας ιστορίας που δε γράφεται ποτέ
Διωγμένος απ’ την μνήμη συμβάντων με άγνοια
Παραμιλάω σε πάρκα όταν λείπει η στοργή.
Κοίταξα τα μάτια της νύχτας
Και στάθηκα στην άκρη του σχίσματος
Αδύναμος να αποφασίσω.
Δεν υπάρχει επιστροφή για όσους
Γύρισαν την πλάτη στους καιρούς.
Και η αυγή καυτό μαρτύριο
Για τους θαμμένους της συνείδησης.
Ξυπνώ αγωνίες, σφραγίζω πελάγη
Αντικρίζω συνήθειες, με κουράζουν οι ανησυχίες
Κλαδιά του πικρού αδιέξοδου, λατρεμένης ασχολίας,
Αφού ελλείψεις τρέχουν φωνάζοντας
Κι εγώ αναμετριέμαι με λέξεις. Πφφφ…
Πιστεύω επιφωνήματα
Μου φαίνεται, είναι ό,τι έμεινε από
Τον μόχθο των απόψεων
Στη γη των ανθρώπων. Αμήν.
Παραμένω επιρρεπής. Ξανά Αμήν.
Αλλά είναι αυτή η χλόη με τα λεπτά σώματα
Όταν κρύβονται οι χειμώνες
Τη γνωρίζω από μεταφράσεις ψυχών
Όταν σταματάνε οι ερμηνείες
Τότε κάτι μπορεί να συμβεί
Πέρα απ’ τις σημασίες.
Λιθογραφώ αποσπάσματα απ’ το αύριο
Όλα τ’ άλλα είναι μακρινές απολαύσεις,
Λάτρης της παγκόσμιας φιλίας ξυπνάω
Να πάω δουλειά όταν πουλιά κελαϊδάνε
Και σειρήνες προειδοποιούν για φόβους.
Συχνά εξατμίζω φυγές ενός κόσμου άλλου
Ολόκληρου μες την ατέλεια μου.
Τα καλοκαίρια περνώ με θάλασσες
Και νότες κρυφές. Ώσπου να καταλάβω λίγο
Το, χε χε… ανείπωτο

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (από τη συλλογή ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ)
( Ι )
Σ’ έναν ορίζοντα
Πέρα απ’ τα πράγματα
Ύψωσαν λάβαρο
Της ουτοπίας
Απόντες ποιητές
Μια λέξη είναι
Αν την διαβάσεις
Γίνεται χίλιες
Αν την διαβείς
Γίνονται θαύματα
( ΙΙ )
«Μόνο να δίνουμε μπορούμε
Γιατί σαπίζει ό,τι κρατάμε»
Είπε το σύννεφο
Το πολύ δεν είναι ποτέ αρκετό!
Δεν είναι αίσθημα η αγάπη
Αλλά αδέσποτη ζωής στάση
Πληθυντικών αριθμών
«Το ψέμα είναι πάντα κοντά μας»
Θυμάσαι που το ψιθύριζες;
Μια Ιουλιέτα ήσουν και τίναζες
Τον κισσό απ’ τα μαλλιά μας
( ΙΙΙ )
Αν θες να ξέρεις
Τι θα ζήσεις
– Δηλαδή η εμμονή σου –
Συχνά αναγκάζεις
Προσποιούμενες υποκλίσεις
Και αποτέλεσμα;
Τίποτα
Πότε θέλεις κάτι;
Όταν νομίζεις πως το θέλεις
( ΙV )
Πόσο μεγάλη είναι η νύχτα;
Μόλις ξεκίνησε
Ηχήσαν τα τύμπανα ενός αδιάφανου μαύρου
Τους  δείκτες γύρισε η σιωπή
Πες πως δεν βλέπεις, δεν είδες ποτέ!
Πίσω κοιτάξαν οι έρημοι χρήστες
Μιας συμφιλίωσης με το παρόν
Μόλις ακούστηκαν κάποιες κουβέντες…
Γδύνουν οι ώρες το παρελθόν
Καρδιές σαλεύουν αίμα ανάμικτο
Με εικόνες που φεύγουν και γίνονται ένα
Μέσα σε ζάλη βαθιάς αγρυπνίας
Οι κήποι φώτισαν άγρια όνειρα
Η νύχτα έσπασε σαν κιμωλία
( V )
Πάλι μιλάς σε καθρέφτες
Θυμάσαι στα σχολικά βιβλία
Σκληρές γραμμές και πρόσωπα μυστήρια;
Παιδιά είμαστε ενός πολέμου
Που ακόμη δεν τελείωσε
Θυμάσαι πως κυλούσαν
Οι ώρες απ’ τα μελανοδοχεία;

III
Στην Ευαγγελία

Νέκυιες λέξεις στης αυγής το συνάντημα
όταν άδηλοι στόχοι οι φωνές μας.
Κι είναι μια οπτασία,
μωρό μου σαν χιόνι απέραντο,
την ώρα που λάμπει τ’ ανθόφως,
συμβαίνει τότε να ξυπνά
ξεχασμένο το αίμα.
Ας προκύψει λοιπόν το κοντινότερο βήμα!
Να υποφέρει η αφή σαν ηλιοτρόπιο
σκυμμένο από ένα φιλί.
Οι νότες ελπίδες
αγκαλιές στεναγμών,
όσο μας μοιράζεται ο έρωτας
χωρίς προθεσμία
στης τρικυμίας τα σύνορα.
VII
Ήσουν παιδί από γυαλί.
Του χειμώνα το αίμα
μάζευες σε μια κούπα
ριγμένη στο δρόμο
που μας στέρησε
κάθε ήρεμη αιτία.
Τώρα κοιτάς
σα σύννεφο έτοιμη
να επιτρέψεις
την τόλμη της βροχής
στην άνυδρη
αυλή της ζωής μου.

XI
ΠΩΣ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ ΤΟ ΦΩΣ
Τίποτα δεν ταιριάζει
όταν τοίχοι χλωμοί
και προσκέφαλοι θόρυβοι
συνοδεύουν
τη μεγάλη μας στέρηση.
Τίποτα δε μας νοιάζει
όταν ρωτιόμαστε
αν κάτι αλλάζει,
όταν τις λέξεις τεντώνομε,
για να χωρέσουν
στις τυφλές μας συνήθειες.
Οι γκρίζες χορδές του επόμενου ορίζοντα
της πόλης οι κάθετοι δρόμοι
θα ορίσουν ξανά τα φιλιά μας;
Λες;

ΘΑ ΣΟΥ ΜΙΛΗΣΩ
Θα σου μιλήσω για κάτι πάπιες πλαστικές
παιδικά παιχνίδια στο νερό
για τότε που μάτωσες πρώτη φορά
και με τρόμο έδειχνες το αίμα
θα σου πω μετά για τα πρώτα σου βήματα
τα κλάματα τις λέξεις
για ρόδα που μάδησες
και πληγές απ’ του κόσμου τ’ αγκάθια
για την καμπύλη του τίποτα και της αλήθειας
για ξοδεμένες νύχτες
τον αιώνα που ‘γινε εφιάλτης
για τις μέρες του έρωτα και της πλάνης
για κόλπα ανθρώπων από λάσπη
στην αρχή ήταν ο πόνος θα σου πω
και ο πόνος ήταν του θεού
και θεός ήταν ο πόνος
αλλά μη με πάρεις στα σοβαρά
πια τα χάσαμε αυτά.



Οι ΛΕΞΕΙΣ μέσα στο ΠΟΙΗΜΑ, εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι ΕΙΚΟΝΕΣ που τις έντυσαν, λαβύρινθος επιθυμίας ΛΕΞΕΩΝ για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν, για να δείχνουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε άγγελοι με φύλο! Κι οι ΛΕΞΕΙΣ που έντυσαν σήμερα την εικόνα του ποιήματος είναι από ποιητικές συλλογές του Νίκου Βουτυρόπουλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις