Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΗ Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ:

Δες! Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει την ομίχλη, το πείσμα, την έμμονη στην ουτοπία… Ας παίξουμε ένα παιχνίδι: «Τι βλέπω;» Περιέγραψε την πόλη. Μοιάζει με νεκρό τοπίο. Ξέρεις πώς είναι ένα νεκρό τοπίο. Μέρος παράξενο ακόμα και στο όνομα (ακούγεται μυστήριο σαν τρίξιμο δοντιών). Δεν καταλαβαίνεις τις εποχές και το παλιό, είναι που αλλάζει χίλια πρόσωπα… Εχθρικά είτε φιλόξενα στήνουν το σκηνικό, ώστε ξαφνικά ανυποψίαστος να εμφανιστείς για να διχάσεις εχθρούς και φίλους!.. Εδώ η τέχνη του να παίζεις ταυτίζεται με την τέχνη του να επιλέγεις –αλλά  δίχως χαμένες μάχες. Κάτι σαν κορώνα ή γράμματα (δεν έχει σημασία, για να φύγω κάνω σχέδια). Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ΄ το παράθυρο (μαζί με το κινητό) θα πάρω το σάκο μου, δυο αλλαξιές  θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα… Χρειάζομαι τα πόδια μου, γιατί το εισιτήριο στο στόμα είναι απλώς ένα χαρτί με τ’ όνομα  δυο πόλεων. Αδελφέ μου, δεν θέλω να μαντρωθώ, Μόνο να πίνω τσιγάρα και τεκίλα, να μιλώ για τον Καβάφη, να εκβιάζω τις συνθήκες να στραβώσουν. Μα είναι ανάγκη, με νιώθεις, αν μπορείς πόνταρε στην τύχη μου. Κάπως –έστω κι ενοχικός- θα δικαιωθείς!.. [αποσπάσματα από το ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ, μια ποιητική σύνθεση  της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου, εκδόσεις Vakxikon.gr 2016, που αποτελείται από μια εισαγωγή και τέσσερις ενότητες. Στην ουσία πρόκειται μια επιστολή σ’ έναν αγέννητο αδελφό που ζει παρασιτικά μέσα στην ηρωίδα – ART by Idil]



ΟΤΑΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ
Όταν περιμένω τα λεωφορεία
λιώνω ξένα αποτσίγαρα στο πεζοδρόμιο
-σκοτώνοντας τα παιδιά της αναμονής σαν να ήτανε
μυρμήγκια.
Μια τυφλή κίνηση.

Είχα σκληρά πόδια από πάντα.
Επιδεικτικά
Τα ’βαζα γυμνά μες στις τσουκνίδες για την μπάλα
τις εποχές που με κοστολογούσαν
από τις γρατζουνιές και τα γδαρμένα γόνατα.

Πότε τα πρωτοξύρισα;
Πώς το καβάλο έγινε εμπόδιο;
(ανάθεμα κι αν θυμάμαι)
Μόνο που
το ’θελα να ’μαι άνδρας
-και τώρα που δε θέλω-
έτσι ατίθασο που έμεινα να τους εκδικηθώ;

«Τα μικρά δάχτυλα των χεριών μου
δεν τεντώνουν τελείως.
Μένουν
ελαφρώς λυγισμένα»

«Κοιμάμαι στο πλάι και δίχως ρούχα
όταν δεν κάνει κρύο –μ’ αρέσει
η αίσθηση ελευθερία που αφήνει»

«Θα σε πάρω.
Στην αρχή το αυτί –τη γλώσσα μετά-
άμα δαγκώνεις, γίνεται πιο γλυκό»

Για παραπάνω;
Ούτε λόγος ανάμεσα στις καληνύχτες.
(ποιος θα χόρταινε μ’ αυτά τα λίγα;)

Αδελφέ μου,
Υπάρχει και χειρότερη θέση από του προδομένου.
Σε μένα -τον κακό της ιστορίας-
τον απατεώνα.
(ποιος θα σταθεί;)

ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ!.. ΔΕ Θ’ ΑΝΟΙΞΩ ΦΩΣ. ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΕΙΟΣ Ο ΧΩΡΟΣ – ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ (νομίζεις πως ξέρεις το σπίτι που μεγάλωσες)
Πέμπτη ξημέρωμα
(επιτέλους μόνη)
Ελευθεριάζω –χαζεύω τα μαλλιά μου στον καθρέφτη.
Μένουν ανοιχτές πληγές.
Αν μπορούσα να σου μιλήσω για ένα θέμα
θα ήταν για  τη συντροφικότητα.
Θα ξεκινούσα κάπως έτσι:
«Πρόκειται για κάτι που γνωρίζεις καλύτερα από μένα
που όλος ο κόσμος  γνωρίζει καλύτερα από μένα.
…………………………….
Τελικά στα σκοτεινά
ούτε το σώμα μου δε νιώθω να ξεντύσω.

Για σιγουριά

ας επιστρέψω

στον τρόμο τους

για τη μοναξιά μου

ακροβατώντας
…………………
Άλλωστε ποτέ μου δεν αγάπησα τα βράχια
(τραχύτητα, αφυδάτωση)
Πιο πολύ σιχάθηκα αυτές που φουσκάλιαζαν στον ήλιο
(πλήξη, αναμονή)
Ήτανε μέγα λάθος το καρτέρι για τρελούς
-         ‘φταναν λιγοστοί.
Με τα νύχια ξεριζώναμε τα ουρλιαχτά τους απ’ τα σπλάχνα,
μα δε θυμάμαι μια φορά να χορτάσαμε τον πόνο.
Πλέον
τρομερή ευκολία των περιστάσεων:
Πόσταρα μια γλυκιά φωτό,
έκοψα την ουρά μου με μπαλτά
και χύνω στάλες το φαρμάκι στον αμφιβληστροειδή.
Εξάλλου
ποιος θα βούλωνε τα μάτια του με κερί;
Αυτοί φαντάζομαι –εγώ
κάνω υπομονή και όταν αρχίσουν τα ουρλιαχτά
τελειώνω.
Πεθαίνω απ’ αυτό!

Αδελφέ μου δεν ντρέπομαι.
Τις νύχτες –που γυρνώ μες τα γδαρσίματα-
απλώνω το δέρμα μου στα κάγκελα
να τους κοπεί η θέα.
Ξαπλώνω.
Είναι κάτι σαν μαλακία
(αλλά πιο άβολο)
από τον τρόπο που με πηδάνε
να μαθαίνω για τον εαυτό μου
[αποσπάσματα από το ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ της Αλεξανδρας Σωτηράκογλου, εκδόσεις Vakxikon.gr 2016]
               
Και τέσσερα ποιήματα χωρίς τίτλο όπως αναρτήθηκαν στο περιοδικό ΘΡΑΚΑ
1.
Το πιστεύω αυτό που λέω, άσε με να μπω μέσα,
είναι μόνο για να μετρήσω τις ανάσες σου,
γύρνα αργά τώρα η γλώσσα μου να πνίξει το βογγητό σου,
κι αν σε τραβώ, το κάνω γιατί μπορείς να φτάσεις,
τέντωσε μου τα πλευρά σου να μιλώ ατέλειωτα,
είναι για να τρέφομαι αχόρταγα απ’ τους οργασμούς σου.
Να γελιέμαι πως είμαστε μαζί.
2.
Πάνω στο ζεστό τσιμέντο
αρέσκομαι να φλέγεται το πετσί μου.
Νιώθω τη θέρμη να φουντώνει αρχικά επιδερμικά,
έπειτα βαθύτερα, πιο χαμηλά,
αναρωτιέμαι
πώς θα ‘ταν  να λιάζομαι γυμνή,
η κάψα γλείφει την ουλή μου.

Κάπου εκεί στέκεις,
ο άντρας με τα χίλια πρόσωπα, σε θέλω.
Ηδονή της καμένης γης ο θρίαμβος του νικητή
που τα λάφυρα πετά
στον πιο βαθύ το λάκκο,
έτσι κι εγώ θα σε πετάξω,
βορά στη φιλαυτία μου.

Στ’ αλήθεια μια ακόμα αφορμή
να καίω τις σάρκες μου στον ήλιο.
3.
Ένα κελί με άσπρους τοίχους διψάει για χρώμα
αν όχι εγώ, τότε ποια
μπήγω τα χέρια μου βαθιά μες στο χώμα
να νιώσω.
Ξέρεις τι είναι σπάνιο;
οι ευκαιρίες
ούτε καν οι δεύτερες.
Τι να πω δεν έχω κέφια, δώστε μου ένα φάρμακο;
έγινε κι αυτό
όποιος μένει ακίνητος στο γράψιμο  πεθαίνει.
4.
Ο θείος μου είναι μοναχοπαίδι.
 Κατηγορούσαν τη μάνα ότι έχει ένα παιδί και ότι δεν ξέρει.
Ας μας πουν κι αυτοί που έκαναν δυο και τρία
και πάλι ένα παιδί έχουν.
Ας μας πει κι αυτή που έκανε δυο γιους
μα αγάπησε τον έναν,
όχι αυτόν πάντως που κάθε πρωί της χτυπάει την πόρτα και λέει
« Μάνα, είσαι καλά;»

Το μήνυμα στο αδελφό της είναι εύγλωττο και γεμάτο ποιητικές αρετές. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο γράμμα σε κάποιον που λείπει, αλλά είναι παντού στο σώμα, το μυαλό και την ψυχή της ποιήτριας. Η Σωτηράκογλου αδράχνει την ευκαιρία και μπαίνει σε ένα «ξένο» σώμα χωρίς όμως να χάνει την ταυτότητα της. Γίνεται η φωνή και η έκφραση του. Αποδοκιμάζει με την αιχμηρή ειρωνεία της την προσδοκία των γονιών για ενσαρκωμένη επικυριαρχία του αρσενικού. Εξομολογείται την προσπάθεια της να αποδράσει από τη ζοφερή, πνιγηρή ατμόσφαιρα που προφανώς βρήκε αλλά και δημιούργησε. Ο λόγος σίγουρα είναι σπαραχτικός, αλλά το μέτρο μένει στον συμπυκνωμένο λόγο της ποίησης. Εκεί, ξεχωρίζει το καλλιτεχνικό αισθητήριο της ποιήτριας που μέσα από μία σκληρή, τραχιά ιστορία μας οδηγεί στη θυσία και τη λύτρωση... Αξίζει να επισημάνουμε τον τρόπο που χρησιμοποιεί – αξιοποιεί την παρένθεση και την παύλα. Τακτοποιεί τις δεύτερες φωνές, όσα δεν μπορεί πει άμεσα, τις παύσεις που κρύβουν τα ανομολόγητα που περιμένουν να λουστούν στο φως. Στο φως που χαράζει το μαύρο [αποσπάσματα από την κριτική του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις