ΠΕΡΙΣΥΛΛΕΓΩ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΣΑ ΓΗ:

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα κι αφημένα στον ίσκιο τους… Σειρά από άδειες λάμπες με παρατηρούσαν όλη νύχτα. Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου. Το παράθυρο σιγοτραγουδά: όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά…  Το σπίτι μου είναι γη των δέντρων. Ανοίγουν τη φωνή τους αν ακούς, βλέπεις πέφτουν οι καρποί τα φύλλα τα ονόματα. Σκαλίζω μ’ ένα καρφί σε μια αίθουσα αναμονής πόρτα που δεν ανοίγει. Φτιάχνω ένα άγαλμα στα σωθικά του, η φωτιά φουντώνει με τα ονόματα που της δίνω. Αποκοιμάμαι στα πέτρινα πόδια του. Φιλούν τα χείλη τα μάτια μου, σκορπιοί που γεννούν μέσα στα όνειρα… Tις νύχτες κλαίω αλλά κανείς δεν μ’ ακούει μόνο ο αντίλαλος που πληθαίνει στο στόμα του πηγαδιού. Φυτεύω το δάκρυ, το αίμα, τη στάχτη, φυτρώνουν όμορφα δέντρα στο σπίτι μου… Αποφάσισε στα 72 της να μην ξαναδώσει κλαδάκι σε ξένο. Σκεπάστηκε με το τρύπιο της όνειρο στράφηκε στον τοίχο κι έγινε η σκιά ενός παιδιού στο ψύχος της μνήμη [σκόρπιοι στίχοι της Ρωξάνης Νικολάου από την ανέκδοτη συλλογή της ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ – ART by SILIVONCHIK Anna Go Home]



ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.

«Ν' αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρια
στάζει
ολοένα
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς»

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
«Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ’ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις»

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

«Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.
Άφωνο παράθυρο που μόνο δείχνεις
και τώρα με γελάς.
Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω»

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.

ΟΞΑΝΑ
Η Οξάνα άκουγε στην κουζίνα ένα τραγούδι ρώσικο.
Και τρέχανε τα δάκρυά της χωρίς να τα σκουπίζει μόνο
σκούπιζε δυνατά τον πάγκο.
«Μιλάει για τη μητέρα το τραγούδι. Άκου.
Είμαι 60 χρονώ και σαν παιδάκι την καρτερώ
να χωρίσει τα βρώμικα νερά από τα δάκρυα
που μαζεύτηκαν στο κιούπι του λαιμού.
Κάποτε παραμιλώ ή τραγουδώ.
Τη γλώσσα μου οι τοίχοι την απορροφούν βουβοί.
Μητέρα
εγώ η δυνατή σου κόρη αθλήτρια και αντρική
γέρνω με τη μέρα γερνώ πολύ.
Τελευταία μια θύελλα στο δικό σου σχήμα
μπήγει καρφίτσες στις παλάμες μου.
Πεθύμησα τα δάχτυλά σου
που μύριζαν παιδικά μαλλιά
κι ανεβοκατέβαιναν
τη μακριά σκάλα του αύριο σαν άρπα».
Τα μάτια του παραθύρου μισόκλειναν
στις ερημικές σκιές της αυλής
των ηλικιωμένων που κοιμόνταν.
Γυναίκα που γύρευε πέτρα να σπάσει
το γυαλί της νύχτας της άκουσε το τραγούδι.
Έσπρωξε την πόρτα αγκάλιασε σφιχτά την ξένη.

Χορέψανε για λίγο μαζί ενώ η Οξάνα σιγοτραγουδούσε
τα πιο πάνω λόγια.

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΧΛΟΗ
Πυροτεχνήματα στιγμών καθώς εξατμίζονται.

Του αγαπημένου μου τ’ αρέσουν οι θόρυβοι
στην κουζίνα τα πιατικά και τα μαχαιροπήρουνα
όταν συγκρούονται οι σπίθες που βγάζουν
του θυμίζουν τρυφερή ερωτευμένη χλόη
που σπαράζει καθώς σβήνει τη νύχτα ο αυγερινός.

Ταξιδευτές λέει κάθονται στο τραπέζι μας
σε σκονισμένους δρόμους έχουνε βυθίσει
την καρδιά τους
ληστές που έστηναν καρτέρι
κι εύκολα έπαιρναν τα μάτια των κοριτσιών.

Τα δευτερόλεπτα που σβήνουν κάνουν τέτοιο θόρυβο.
Αγάπη μου αγάπη μου
είναι ωραία η θαλπωρή της κουζίνας μας.

ΑΣΤΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥΣ ΛΕΥΤΕΡΩΜΕΝΑ
Κάθε πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε
με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα όλα μαζί πέταξαν
γι αλλού τα πουλιά
είτε άνοιγε
είτε έκλεινε τα μάτια
τρεμόσβηναν
λαμπυρίδες ονείρου.

Σκέπασε
το ένα σήμερα το άλλο
στο σωλήνα
του πηγαδιού
γλίστρησαν.

Ο ύπνος στένευε ολοένα.

Άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι.
Ξεχυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης.
Κανείς δεν άκουγε.
Μόνον ο ύπνος.
 
ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ
Οι πόροι των τοίχων
γίνονται ερωτηματικά.

Χιονίζει
σ’ ένα μαχαίρι.

Το μαχαίρι διασχίζει
των αοράτων
τα βουνά
μέχρι τον ύπνο.

Βλασταίνουν μουρμουρητά
κραυγές
πρόσωπα σαλεύουν νερά

o ουρανός... άσε τον ουρανό! Στραβός
σαν μονόκλ κάποιου λόρδου αυλικού!

Η λεμονιά
η λεμονιά ταξιδεύει
φεύγει
όπως όλα  στον κόσμο
και ξανάρχεται
όπως όλα
στον κήπο μου.

Λυγμός στο χέρι
φαγώνει τα οστά
το δέρμα απομένει
σχήμα.
 
ΣΤΟΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ
Το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.
Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας 
κι ο τεχνικός 
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο
ο πρώτος τού λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν                                                                                                             
ο λύκος
το παιδί
κι η μάγισσα

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

Το ουρλιαχτό του άντρα 
χτυπά στο στέρνο του 
γλείφει το στέρνο του τρώει 
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
και περνάει στο συσσίτιο της επομένης.

Ο ΣΥΡΙΓΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
Η κούραση της θάλασσας
κουρνιάζει στ’ αφτί μου
ισχνό γερο γονιού
θρόισμα.
Σίγασε ο συριγμός των ονείρων
το αίμα τους πίνοντας.
Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω

ΠΤΩΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Άκουγα ασπρόμαυρα αμερικάνικα τραγούδια
όταν παρασταθήκατε στην πτώση ενός ποιήματος
οι περαστικοί συνοδηγοί

να γλιστρά να σβήνει μες σε υπόγεια νερά
όπως φιλί που δόθηκε σε ξένον ύπνο.

Χόρεψε η καρδιά
ψηλά πάνω από τ’ αυτοκίνητο

μ’ αγαπήσατε

κι ύστερα
η μουσική σταμάτησε.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι αλλού.

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο.

Ο ύπνος στένευε ολοένα.
Άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι.
Χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης.

Κανείς δεν άκουγε.

Μόνον ο ύπνος.

Τα δρομολόγια του Τρένου, που ξεκινούν ποτέ χωρίς επαρκή λόγο, παρά δικαιο-λογώντας με την ύπαρξη τους εκείνα τα ταξίδια που μας επιστρέφουν στη ρίζα της ποίησης, βρίσκουν στην ποίηση της Ρωξάνης πρωτογενή, κινητήρια δύναμη. Η ίδια λέει για τον εαυτό της: γεννήθηκα στη Λεμεσό της Κύπρου. Φοίτησα στο Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Χαϊδελβέργης και σπούδασα σκηνογραφία/ ενδυματολογία στην Αθήνα. Το πρώτο βιβλίο μου  με ποιήματα εκδόθηκε ιδιωτικά το 2000 και είχε τον τίτλο «Ποιήματα 1991-1999». Αρκετά από τα ποιήματα που έγραψα από τότε μέχρι σήμερα περιλαμβάνονται στις συλλογές μου «Ψεύτης Ύπνος» και «Το Άγαλμά μου είναι οι Άλλοι», οι οποίες παραμένουν ανέκδοτες

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις