Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΥ ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΑ:

Θα σε σκοτώσει το τσιγάρο (είπες)… Το τραμ Πατήσια-Λάρισα το νι πριν τα φωνήεντα το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου, ένας φαντάρος Κώστας απ’ τον 'Εβρο (είπα) θα με σκοτώσει επίσης… Το σπουδαίο όμως είναι ότι η Ποίηση δε θα με κάνει ψηλότερη, ομορφότερη, δεν θα εξαφανίσει κιλά και κυτταρίτιδα. Δεν είναι Ζεροβιτάλ ούτε υποκαθιστά τα φιαλίδια της μαντάμ Ασλάν. Δεν θα προκαλέσει δραματικές εξομολογήσεις, ούτε θα με σώσει από βιοψίες. Το κατάλαβα νωρίς, το κρατάω και συνεχίζω την εξαίσια καθημερινότητα που με περιλαμβάνει… Γιατί σε σχίζει η Ποίηση, σε διαπερνά, σ’ αφήνει έκθαμβο, θηλαστικό σε παχνί να ψελλίζεις Ωσαννα…   [Γλυκερία Μπασδέκη]




Δεν είμαι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο να μιλήσω για το πώς γράφεται η ρημάδα (η ποίηση). Αγνοώ τους βαθύτερους ψυχικούς (ή άλλους) μηχανισμούς που σε αναγκάζουν να γράφεις. Από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο μου μεσολάβησαν είκοσι τρία χρόνια δημιουργικής απραξίας –τα ποιήματα δεν είχαν καμιά ανάγκη, ζούσαν στην κοιλιά μου, έπιναν αμνιακό κι έκαναν κωλοτούμπες–ευτυχισμένα στην αναμονή τους. Δεν τα έβγαλα με το ζόρι – ξύπνησα ένα πρωί κι έσπασαν τα νερά. Αυτό ήταν. Αυτό είναι. Στα είκοσι ενζενί πρωτοτόκος, στα σαράντα τρία υπερήλιξ δευτεροτόκος – ελπίζω σ’ ένα βίο Σάρας, γιατί όχι;.

Όταν η Μαστοράκη γράφει «κι ήταν ωραία, και αχρεία Θε μου», όταν ο Στεριάδης βρίσκεται «στην κατάσταση Ολυμπιακός Πειραιώς», όταν ο Γιώργος Μαρκόπουλος  μιλάει για «Γλώσσα ανθρώπινη σε μικρή λεκανίτσα», όταν ο Κοντός δηλώνει «Ήτανε Μάρτιος και είχα απολέσει την όρασή μου» κι ο Κακναβάτος αναφωνεί «σε νίκησα Ιουστινιανέ διακοσμητή», η φιλολογία πάει περίπατο κι οι ειδήμονες ρουφάνε το αυγό τους. Σε σχίζει η ποίηση, σε διαπερνά, σ’ αφήνει έκθαμβο θηλαστικό σε παχνί να ψελλίζεις ωσαννά. Ποιήματα, στίχοι, αποσπάσματα και εγκόλπια, που μπορεί και να σε ανατινάξουν αν δεν προσέξεις. Ποιήτριες νεκρές και ζώσες, ποιητές από το επέκεινα ή το παρόν που μπορεί να μην πληρώνουν το νοίκι σου, αλλά επί της ουσίας ευθύνονται για την επόμενή σου μέρα. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτούς τους ανθρώπους. Ο Στεριάδης είναι ο Βασιλάκης μου, η Μαστοράκη είναι η Τζένη – δεν είναι μόνον τα ποιήματα, είναι η ζωή που μου χάρισαν (εν αγνοία τους…), είναι ένα οικείο σύμπαν που ζει μαζί μου ως παράλληλη οικογένεια. Η ποίηση είναι οι ποιητές – στο τραπέζι, στο κομοδίνο, στην τσάντα, κάτω από τους πολεμιστές Γκορμίτι και τα κομμένα κεφάλια της Πόλυ Πόκετ. Έως κρυπτομνησίας –κάποτε είχα κάνει ερωτική εξομολόγηση ξεπατικώνοντας τη μισή Τζούλια του Γιάννη Ζέρβα– το κατάλαβα τρεις μέρες αργότερα.

Μελετώ με την ίδια ευλάβεια λογοτεχνία, κόμικς, περιοδικά ποικίλης ύλης – δεν υποτιμώ καθόλου τα γκαλά των εφοπλιστικών οικογενειών, τις εγκυμοσύνες της Μενεγάκη, τα νέα της οικογένειας Ρουβά. Με εμπνέει εξίσου η Μαριγώ Λαιμού και η Ζαν Μορώ, μ’ ένα μηχανισμό που ποτέ μου δεν μπόρεσα να ερμηνεύσω. Ίσως τα πανίσχυρα αντιβιοτικά που κατάπια στην εφηβεία μου εξακολουθούν να είναι δραστικά – και Φιλύρας και Παράσχος και Σαραντάρης και Μυρτιώτισσα και Παπαδιαμάντης και Ντεμπόρ και Πλαθ και Πάρκερ και Χειμωνάς και Ντοστογιέφσκυ και Μπρότιγκαν και Λάρκιν και Μήτσορα και Σωτηροπούλου και Σαχτούρης και Σολωμός και Κάλβος κι όλος ο Σοκόλης μαζί με την εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου και τον Ελευθερουδάκη και την ιστορία του ελληνικού έθνους. Δεν κινδυνεύει κανείς από τη Σούπερ Κατερίνα αν έχει κάνει πριν μια μεγάλη βόλτα στον κήπο του Καρούζου. Μιλάω εκ πείρας.

Μ’ αρέσουν οι παραγγελίες – τα φασόν. Σπανιότατα κάθομαι να γράψω αυθορμήτως. Μ’ αρέσει να υπάρχει ο παραγγελιοδόχος, ο πελάτης. Λειτουργώ εξαιρετικά έτσι. Στο πρώτο μου βιβλίο, πρώτα έκλεισα ραντεβού με τον εκδότη και μετά το έγραψα, στο Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε –με μικρές διαφοροποιήσεις– και στο πρόσφατο δεύτερο. Τα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο μέιλ. Υπήρχαν βέβαια στο κεφάλι μου, αλλά στο χαρτί έπεσαν μετά το άκουσμα της μαγικής λέξης «παραγγελία». Μάλλον είμαι βαθιά υπαλληλική φύση, λειτουργώ μόνο με ντεντ-λάινς, με προθεσμίες, με όρια λέξεων – είναι ένας τρόπος να πολεμώ την πολύ καλά κρυμμένη τεμπελιά μου. Ευχαριστώ, λοιπόν, εκ βάθους καρδίας τους αναθέτες – τους αγαπώ (σχεδόν) για όσα με αναγκάζουν.

Πριν εφτά-οχτώ χρόνια ξεφύλλιζα την Ελευθεροτυπία. Ο Σαχτούρης έκλεινε τα ογδόντα πέντε κι ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος μιλούσε για τον Κληρονόμο πουλιών, το ντοκιμαντέρ για τον ποιητή, που θα προβαλλόταν το ίδιο βράδυ. Απ’ όλη την καταχώρηση το βλέμμα μου εστίασε σε μια φωτογραφία. Ένας παλιός καθρέφτης, πάνω του αγαπημένες φωτογραφίες:  ο Ντύλαν Τόμας, ο Κάφκα, ο Μπέκετ, ο Καρούζος. Στη βάση του καθρέφτη ένα ζευγάρι κεριά, ένα πράσινο χνουδωτό παιχνίδι (δεινόσαυρος; xελωνονιντζάκι;) κι ένα άσπρο κουτί –το όνομα διακρινόταν με δυσκολία–, Duphalac, λακτουλόζη της φαρμακευτικής εταιρίας Solvay. Έβαλα τα κλάματα. Ο κύριος Μίλτος έπινε Duphalac, o κύριος Μίλτος έγραφε την Οικογένεια Στουπάθη και έπινε το φαρμακάκι του.
Ίσως τελικά η ποίηση να είναι το Duphalac δίπλα στη φωτογραφία του Ντύλαν Τόμας κι ένα χελωνονιντζάκι παραδίπλα.

Ίσως πάλι και να μην είναι αυτό. Δεν ξέρω. Ελπίζω πως κάποια στιγμή θα μάθω –  ή δε θα μάθω.

[ΠΗΓΗ: Γλυκερία Μπασδέκη, Η Ποίηση δεν θα με κάνει ψηλότερη – αναρτήθηκε στην ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΨΗΦΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – Η Γλυκερία Μπασδέκη έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές (εκδ. Πλέθρον, 1989) και Σύρε καλέ την άλυσον (εκδ. Ενδυμίων, 2012, εκδόσεις Bibliotheque, 2014). Κείμενά της δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά]




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις