Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ, ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΑΠΟ ΠΟΙΑ ΑΒΥΣΣΟ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις. Αυτές ξέρουν πως γεννιούνται τα παιδιά. Από ποια άβυσσο έρχονται τα ποιήματα. Αυτές ξέρουν το πάνω και το κάτω. Αλλιώς, δεν εξηγούνται τόσα ξενύχτια και τόσοι καφέδες. Τόση Δημιουργία και τόσοι Πατέρες της Εκκλησίας. Τόσοι στρατιώτες στις διαδηλώσεις, χρώματος τρόμου. Τόσες διαλέξεις και τόση κατήχηση.  Η δύναμή μου είναι οι λέξεις. Όταν παίρνω το χάπι μου όταν χάνομαι  όταν πεθαίνω όταν έχει αιώνια πένθιμη πανσέληνο
κι όλα τα μπακάλικα της οικουμένης είναι κλειστά και δεν μπορείς να αγοράσεις πια τίποτε ούτε κρασί ούτε πάθη. Η δύναμή μου είναι οι λέξεις. Θεϊκέ θάνατε βαρβάτε. Αυτές σου βγάζουν τη γλώσσα. Αυτές κινούνται και σκεπάζουν τα πάντα. Αυτές κάνουν τα κορίτσια να κλειδώνονται στα δωμάτια και να κλαίν. Αυτές φυτρώνουν σαν σκιερά λουλούδια στην κόλαση. Αυτές σφραγίζουν την αιωνιότητα της φθοράς. Τα ωραία ποιητικά ελληνικά του γύφτου που μαζεύει παλιοσίδερα συλλαβών και δαγκωμένα φιλιά για να αρματώσει τον κόρφο της κυράς του…
 (αλλά… ) Θα έρθει μια εποχή που όλοι θα γράφουν και δεν θα διαβάζει κανείς. Θα ονειρεύονται άνδρες οι γυναίκες και οι άνδρες θα ετοιμάζουν φυσικές καταστροφές. Τα αρνάκια θα πλαγιάζουν με λύκους και τα έργα τέχνης θα βγάλουν φτερά… [τάδε έφη ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ, Αδέσποτος Σκύλος των Κοινωνικών Δικτύων στο ιστολόγιο περί παντός του αισθητού χωρίς φόβο αλλά με πάθος - κι άλλες αναλαμπές  δικές του –κομμάτια να γίνουν- στην αποσπασματική αποδελτίωση που ακολουθεί με ΚΛΙΚ ή και χωρίς] 


Αντωνάκου ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ αδέσποτοι (κομμάτια να γίνει Αρχιτεκτονική βαθέως Έρωτος)
Είναι πράγματα που δεν μπορώ να τα εμπιστευτώ σε κανένα και γιαυτό τα εμπιστεύομαι σε όλους. Γράφοντας και ξεγράφοντας αυτό το αχτιδωτό παραλήρημα της αδιακρισίας των ιδιωτικών μας στιγμών.
Το σκηνικό από πυκνούς σωρούς άστρων που θάφτηκαν μέσα στην εικαστική γνάθο της γραμματοσειράς.
Μπροστά σαυτό το αλληγορικό φόντο της θέας προς το μέσα Σώμα το βλέμμα του άλλου κατανοεί πως η ποίηση είναι ο ζουρλομανδύας της γλώσσας και πως κάθε εξομολόγηση είναι νοσταλγία μέλλοντος και παραγωγή καύσιμης ερωτικής ύλης για τις ανάγκες του παρόντος.
Ιστορίες πλεγμένες με φωνές πνευμάτων και τσόφλια αυγών που άφησαν πίσω τους οι αλαφιασμένοι προλετάριοι κάθε ορμόνης που κρυφακούει την κελαρυστή γύμνια της νεότητας.
Οράματα που τα κλιμακώνει η επανάληψη της θέασης της αβύσσου. Ο πόνος που ξετρυπώνει πεισματωδώς απ’ τα ορμητήρια της σάρκας κερδίζοντας ένα πολλαπλάσιο ανθρωπιάς μαγαρισμένης απ’ την μελαγχολική αλληγορία των σκέψεων.
Θεωρίες ανανεώσιμης ενέργειας γραπτών μηνυμάτων στο υπερπέραν του άλλου. Κι όλα αυτά για τη μια και μοναδική στιγμή που αξίζει να ζήσεις.
Για ολόκληρη τη φιλοσοφία της ζωής που μοιάζει ιδιότροπη απείραχτη γεροντοκόρη που θρηνεί τον αγάμητο παρθενικό της υμένα. Σπουδαία, σοβαρή και συμβατική όσο το αυτονόητο και άλλο τόσο διαδραστική με το γραμμικό χρόνο όσο η ανάγκη για ερμηνεία.
Τα ίδια τα ποιητικά μας λογάκια που ξεφουρνίζονται καθημερινώς μας μαθαίνουν φιλοσοφία και σκέψη. Διάγνωση που ο γυμνός εαυτός αλέθει για να βγάλει αλεύρι και να ταΐσει με ψωμάκι ομορφιάς το φροϋδικό παραπέτασμα.
Η επικίνδυνη πλάνη του νοήματος που αναθέτει στους υποτελείς του ρομαντισμού την ονειροπόληση στις όμορφες αστροφεγγιές.
Η γριά κότα υπεραξία που έχει το ζουμί και τρυπώνει στις υποθέσεις μας και γίνεται ο εκδότης της απλήρωτης εργασίας μας και κάθε τόσο φανερώνει την κρυφή σχέση ανάμεσα στο μέτρο των αγαθών και το μέτρο της ζωής, δηλαδή ανάμεσα στο χρόνο και το χρήμα.
Ανάμεσα στο χώρο που επιμελώς χτίζουμε εμείς για να ανακατέψουμε αυτά τα υλικά που θα συνθέσουν τις προσόψεις της κόλασης και του παραδείσου. Την αρχιτεκτονική βαθέως έρωτος.

Μα το ιδεώδες της παρθενίας είναι το ιδεώδες εκείνων που θέλουν να ξεπαρθενεύουν.
Έχω τη δημιουργική ελευθερία να ενδώσω σ’ αυτή τη βέβηλη τελειότητα του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ολοκληρωτισμός της σεξουαλικότητας καθρεφτίζεται στα πράγματα που πιάνουν τα χέρια μας. Η έκφραση, πιάνουν τα χέρια του, έχει άπειρη ερωτική σημασία και φορτίζει κάθε τόσο τη γενναιόδωρη συνεισφορά του εραστή της ζωής με νόημα. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στα ποιήματα, όταν είναι εξιδανικευμένα όντα, βγάζουν ένα σπαστικό ήχο. Εδώ το πνεύμα παθαίνει κράμπες και ο ψεύτης ποιητής της πόζας γίνεται υπάλληλος γραφείου. Ο εραστής ψόφησε προ πολλού. Κι όταν το ποίημα δεν το γράφει ο εραστής αλλά ο γραφειοκράτης το τρώει η μαρμάγκα μιας ψόφιας ανθολογίας ή ο άκαμπτος σιαγών της νεκρόφιλης ακαδημίας. Το ποίημα μπορεί να είναι στρατευμένο, καυλωμένο, μεθυσμένο και να είναι απόλυτα εξαίσιο και ιαματικό. Μπορεί να είναι ακόμα και βλαμμένο και ανεπρόκοπο και να είναι αληθινό και καλό και φρέσκο. Δεν μπορεί όμως να γραφτεί καλό ποίημα με την πατέντα της θεωρίας. Ή με το συναισθηματικό οίστρο των νοικοκυραίων που θέλουν να ξεδώσουν. Όσοι ξεδίνουν γράφοντας, συνήθως ανακυκλώνουν κλάψες ή κλέβουν φτασμένους άλλους κλαψιάρηδες που τους συγκίνησε η κλάψα τους. Αν πάσχει από κάτι σήμερα η ποίηση είναι η πρωτοτυπία. Δεν είναι κακό να γράφουν όλοι. Κακό είναι το καρμπόν. Η πόζα. Εκεί που τα ποιήματα ξεπέφτουν στην εαυτολογία και στα αυτοπορτραίτα και τα αυτολιβανίσματα. Εκεί που πάνω απ’ το ποίημα βασιλεύει το ματαιόδοξο εγώ όχι με όρους έντασης και δημιουργίας αλλά με όρους ελιτίστικης μαλακίας. Κάποιοι κύριοι και κάποιες κυρίες δεν παύουν να συνταγογραφούν κανόνες και πολιτικές ορθότητες για τα παιδάκια που ετοιμάζονται για βραβείο. Για τα παιδάκια που ανακυκλώνουν αυτό το εκδοτικό σύστημα της καψούρας για δόξα, τελετές και πεισιθάνατες απαγγελίες. Πουθενά εκεί δε θα βρεις αυτή την ανήσυχη καρδούλα που χτυπά ζυγίζοντας τις απαιτήσεις της συνείδησης και της τέχνης. Μονάχα νεκρές λατρείες που οδηγούν σε αντιμαχόμενους θεούς. Εξυπνάδες μιας ευφυΐας που γουργουρίζει απ’ το λίπος του ναρκισσισμού. Εκεί γύρω από ανθρώπινα κουφάρια και σκεπασμένα φέρετρα και ελεημοσύνες και σβάστικες και χωροφύλακες και καραβανάδες. Εκεί γύρω απ’ την απόλυτη φτώχεια και τον απόλυτο πλούτο ο τυφλός σπεσιαλίστας της ποιητικής τέχνης καμώνεται τον πονεμένο. Κι αφήνει κουλουριασμένη την ποιητική του κουράδα εκεί που πρέπει ν’ αφήσει ένα αστροπελέκι. Περήφανος πάντα για το αρχαίο κάλος, για το έθνος, για τον ηρωισμό, που σ’ αυτή τη λαβωμένη χώρα έχουν εκφυλιστεί σε φασισμό. Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές.

ΤΟ ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το πιο σύντομο ποίημα είναι απροσδιόριστο και απροσπέλαστο. Είναι μονόφθαλμο και χνουδωτό. Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σαν τα άπειρα μικρά σοφά μερμήγκια. Δεν παραδίδεται ολότελα όπως οι όμορφες στο κρεβάτι αλλά αφήνει πίσω υποψίες για τα ντροπαλά βλέμματα της αγάπης. Αφήνει πίσω λίγο αίμα σαν χτυπημένο ελάφι. Και συγκινεί ίσως κάποιους πληγωμένους θανάσιμα που έχουν όλη τη θλίψη της γης μεσ’ τα μάτια τους. Και το ζεστό χτυποκάρδι της καύλας στα υγρά τους καλούπια

Τέχνη είναι να στεγάζεις τους απόντες μέσα στη γραφή
Τέχνη είναι να κρατάς τη γιορτή όχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος. Τέχνη είναι μια φευγαλέα επαφή με το σώμα του πλάσματος που ποθούμε. Να ζητάς απ’ το δέρμα να δώσει μιαν απάντηση. Τέχνη είναι το αίτημα της ανταπόκρισης. Η παραδείσια περιοχή των λεπτών και λαθραίων σημείων. Τέχνη είναι τα ασήμαντα θέματα που ξεφτίζουν. Το φιτίλι που καπνίζει τη σπιρτάδα στην ατμόσφαιρα. Τέχνη είναι η ζούρλια ν’ αγαπήσεις τη γριά που θα γίνεις κάποτε. Το ανάερο σφυράκι που θα σου καρφώσει στο γόνατο την εμμονή του θανάτου. Τ’ ακροαστικά, οι γρίπες που θα αθροίσουν τις δύσκολες εποχές. Τέχνη είναι η ανθρωπίλα που φινίρει τις αντιφάσεις. Οι άνθρωποι που θα περιθάλψεις με τις πιο γενναίες μεταφορές

Ω θεία καφεΐνη, δωρήτρια ποιημάτων και σειρήνων λογοτεχνικών.
Ουσία εσύ που δεν έχεις μαλλιά, νύχια, δέρμα
αλλά ένα θερμό ενυδρείο.
Ω καφεΐνη, ιερό θηρίο των σπηλαίων της αϋπνίας μου.
Που μου κρατάς την πληγή ανοιχτή
και με βάζεις να γράφω μεσ’ τη γλυφή αναπνιά
και μεσ’ τη φαρμακωμένη νύχτα.
Και ξυπνώ πάντα πρωί σα ληξίαρχος
φτιάχνοντας στην κουζίνα τον καφέ που σε περιέχει.
Παλεύοντας να σε γλυκάνω λίγο
για να περάσεις εύκολα στα σπλάχνα μου.
Να μπεις στο αίμα μου
για να ποτίσεις λίγο πάθος το δειλό καρδιοχτύπι,
να φτάσεις ανενόχλητη εκεί στην άβυσσο του μυαλού
να ξυπνήσεις φαντάσματα
και γυμνές αμήχανες κοπέλες.
Να ξυπνήσεις του ποιητή ανυποψίαστες πτυχές.
Με δίκοπο σπαθί τα τεντωμένα νεύρα.
Ω καφεΐνη παγκόσμια βιομηχανία συμφερόντων,
που με τραβάς σαν εργάτη στις μηχανές σου
και στ’ αλήτικα αγριόχορτα της αγρύπνιας μου


ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ
Είμαστε σπρωγμένοι μες στη φυλλωσιά ενός νυχτερινού θρήνου. Λίγοι μπορούν να μας καταλάβουν και λίγους μπορούμε να καταλάβουμε. Απέναντι σε κάθε συγγραφική ασέβεια η σάρκα κοσμογραφεί το ανθρώπινο πνεύμα που βρωμίζει και σήπεται.
Η σάρκα, θλιβερή στη λογοτεχνία, ασθενής για τη θρησκεία είναι πρωτίστως εύθραυστη. Οι ιμπεράτωρες του θρησκευτικού αλφάβητου μεθόδευσαν το σχίσμα του ανθρώπου από τη φύση. Μνημόνευσαν δολίως κάθε φαντασιακό απόκριμα της επιθυμίας.
Ο Άγιος Αντώνιος σπάραζε απ’ τις γυμνές και τα θηρία που αποχαλινωμένα τάρασσαν τα όνειρά του. Κάθυγρος πεταγόταν απ’ τον ύπνο του γιατί ζητούσε το θηλυκό.
Ακόμα και στην πιο ανυπόληπτη ερημιά και στην πιο μακάβρια απομόνωση ο ερημίτης έμενε απροστάτευτος απ’ τον πειρασμό και τις εφόδους του διαβόλου. Ούτε η σοφία που θα ανέμενε κανείς από ένα θεοσεβές γερόντιο ήταν ικανή τον προστατέψει.
Η φαντασίωση της γυναίκας-θηρίο μαζί με τους θηλυκούς δαίμονες και τις μάγισσες υπήρξε ο κορυφαίος παροξυσμός της χριστιανικής μυθογραφίας.
Η θυγατέρα της Εύας με τις δυο τρύπες ανάμεσα στα σκέλη υπήρξε ο οχετός όλων των διαστροφών. Μόνο ο ρόλος της ως μητέρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα τον υποδυθεί με γενναιότητα υπό το βλέμμα της υποδειγματικής παρθένου, της επιτρέπει να εξαγοράσει την αμαρτία της και να σωθεί.
Η εξευτελιστική εικόνα του οχετού, υγρού και βρόμικου τόπου κάθε ακαθαρσίας, αποκαλύπτει το μίσος αλλά και τον καταπιεσμένο πόθο για το άλλο φύλλο, ενός κλήρου καταδικασμένου στην αγνότητα.
Μέσα σ’ ένα αμιγώς κανιβαλικό τελετουργικό το: Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, πίετε εξ αυτού πάντες…, λειτουργούσε ως θεώρημα πάνω στη σάρκα του αφοσιωμένου στο θεό αρσενικού που υπέφερε το μαρτύριο μιας παρά φύσιν εγκράτειας.
Η παρότρυνση προς το θεοφαγικό όργιο ήταν ο δρόμος που οδηγούσε εκτός ερωτισμού.
Μόνο μια θρησκεία βασανιστών και ιεροεξεταστών μπορούσε να στρεβλώσει τόσο την ερωτική πρακτική μετατρέποντάς την σε κάτι τερατωδώς άσεμνο.
Η θρησκεία εμφανίζεται ως μανιακή παραμόρφωση του έρωτα, σε βαθμό που να μετατρέπεται σε καταπιεσμένη πορνογραφία. Εγκράτεια και πνευματική χωροφυλακή.
Απ’ τον πορνογράφο εξομολογητή περάσαμε αισίως στον πορνογράφο ψυχολόγο. Ο μοντέρνος ιμπεριαλισμός της ομοιομορφίας απαιτεί ανανέωση της εξατομικευμένης κατανάλωσης θείας πορνογραφίας.
Απ’ τα ράσα που δεν διαθέτουν την απαραίτητη σχισμή για να ξεσπαθώσει η σκληρή στύση του τράγου που είναι κρυμμένος πίσω απ’ τις τρίχες του, περνάμε στον αποστειρωμένο γιάπη που δίνει συμβουλές με όλη την υπεροψία του ιεροφάντη της κακογαμίας.

Πάντα με το αζημίωτο και πάντα με μετρητά οι πιστοί λαδώνουν το εντεράκι των υπαλλήλων του θεού, βάζοντας μέσο για να πιάσουν μια καλή θέση στον παράδεισο.


Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Αντώνη Αντωνάκου από το προσωπικό του ιστολόγιο: ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ http://dromos.wordpress.com/

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις