ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΡΙΧΝΩ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΝΑ ’ΡΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ:

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν η Αναπνοή από χάδι σε χάδι… Ξαφνικά ένιωσε τα πόδια της ανάλαφρα. Έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε στο υπόλοιπο σώμα, να της ψιθυρίζει την ευλογιά της αιώρησης. Η μυσταγωγία των αισθήσεων είχε στήσει χορό… Άνοιξε τα μάτια. Μύριζε λιβάνι τριαντάφυλλο και λέξεις αγκαλιάς. Είσαι άγγελος τελικά, είπε και μια σταγόνα μέλι κύλισε σ ένα κλαδί που άνθισε μες το καταχείμωνο. Δώσε μου μια λέξη -της φώναξε- δώσε μου μια λέξη, να μη μαραθεί ο ανθός μου! «Ερώτημα…» αποκρίθηκε, ερώτημα… κι έσταξε μιαν ακόμη μελοσταγόνα και γίναν ταίρι κι άνθισε το δέντρο από τη ρίζα ως τη κορφή και το διπλανό και το πιο πέρα δέντρο κι όλη η πλαγιά γελούσε…  στίχοι και εικόνα με την υπογραφή: Νικολέττα Μαγιεμέλι]



Κι εσύ ποθητή μου μάγισσα ζητάς ατόφια όνειρα για να υφάνεις μόλις δυο πήχες ύφασμα απ’ του χρησμού το φίλεμα
Τις νύχτες,
μόλις νυστάξει το κοπάδι
ρίχνω ένα ποίημα πάνω μου
κι ανεμίζω τις ρούγες
Μαζεύω φύλλα κι υποψίες
μέλι και σκίρτημα
ανάσες και σιωπές
απ’ τις βαβυλώνιες αυλές
του υποθετικού.
Φίλημα πουθενά
κι εσύ
-ποθητή μου μάγισσα-
ζητάς ατόφια όνειρα
για να υφάνεις
μόλις δυο πήχες ύφασμα
απ΄ του χρησμού
το φίλεμα…
……………………………………
Αισθάνθηκε τη σοφία του χρόνου να ρέει σε κάθε κύτταρο,
στην φλέβα, σε κάθε διεσταλμένο πόρο.
Είμαι το νερό στα χέρια σου,
πλάσε με!

Η παύση από στίχο σε στίχο.
Ή αναπνοή από χάδι σε χάδι.

Μια πεταλούδα στη βουλή του ανέμου.
Το δάκρυ του ελαφιού, το δέρμα της ψυχής…
Γιατί η ψυχή ντύνεται το δέρμα νεογέννητου μωρού,
σαν αγγίζει την αύρα σου!
Φωτεινή μου συννεφιά,
θαρρώ πως τα μάτια σου βάπτισαν θάλασσες,
στην κολυμπήθρα τ ουρανού.
Σκίρτημα πυρρόχρωμο,
πάρε με σαν προσευχή στων αιώνων τους ανήλιαγους κήπους,
να φωτίσεις τ’ ανείπωτα.
Γιατί εσύ κοντυλένιε μου,
εσύ αποκρίθηκες σ όλα τα ρωτήματα των ανέμων.
Το κυανό της ίριδας, το λευκό του κρίνου, την ώχρα του ηλίανθου ξάπλωσες δίπλα στο άλικο ρόδο μιας αργοπορημένης άνοιξης.
Άκου!
Άκουσε το τραγούδι της πιστής σου ερωτευμένης.
Δοξάζω το φως, που υπάρχεις.
Σε καλώ…
Έλα να μάθουμε πως θωρεί ο ένας τον κόσμο του άλλου,
στους κύκλους της σελήνης.
Αναρρίγησα στο καθρέφτισμα του ολόγιομου.
Στα μελανά νερά με τις μυριάδες πυγολαμπίδες
να χορεύουν στην επιφάνεια της λίμνης,
αντίκρισα την εικόνα.
Μια νύμφη αναδυόμενη από μεσαιωνικά σπλάχνα μαγείας,
ν αναγεννιέται προσφέροντας βαλσαμόμελο
σε δρόμο ελ-αιώνων…
Σήμερα γιορτάζει ο έρωτας κι είναι ψέμα…
Εσαεί γιορτινός.
Είπα να τον ζωγραφίσω σ ένα χάρτινο καραβάκι,
τόσο μικρό που να χωρά στην εσοχή των ματιών σου.
Δάκρυσες;
Σπεύδω στο γαλάζιο ταξίδι της σταγόνας,
που αγρυπνά την μουσική στο μι του μοναδικού,
στο νι του ονόματος,
στο γράμμα φι του φτερού του.
Φυσάει…
Ένα παιδί θα σου χαρίζω στο κέντρο της θάλασσας του θήτα,
να παίζει, να θρέφεται, να ξαποσταίνει,
ώσπου να μοιάζει το θήτα με το χάος που κοιμήθηκε
μετά την ένωση, στην αγκαλιά του απείρου.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο έρωτας κι είπε να μείνει…
 
Να ξαπλώσουμε αντικριστά τα αινίγματα στάζοντας μελιχνάρι στο πλησίασμα
Έρωτας θα πει ν’ ανοίγεσαι με ευθεία φτιάχνοντας το δικό σου κύκλο

«Θα ήθελα μια μέρα να μου διαβάσεις ένα παραμύθι».
Του είπε…
Να σε καρτερώ ανθοστόλιστη σε κερένιο κήπο.
Ο ήλιος ν’ ανταμώνει τη γραμμή του ορίζοντα.
Τα σύννεφα να κλέβουν μήλα απ΄τις Εσπερίδες,
να λούζουν τις χρυσαφένιες στέγες.
Ν’ ανοίξω την πόρτα σαν σε παντομίμα.
Κουβέντα να μη γλιστρήσει
κι ένας γυμνός ακροβάτης
να διανύει την απόσταση των ματιών,
στάζοντας μελιχνάρι στο πλησίασμα.
Να σε πάρω απ το χέρι σιωπηρά,
να ξαπλώσουμε αντικριστά τα αινίγματα,
στις μουσικές των άστρων.
Κι αν θελήσω να πω,
μη μ αφήσεις.
Άγγιξε μου τα χείλη με τ’ ακροδάχτυλα.
Ψηλάφισε τις λέξεις,
κράτησέ τες κλειδωμένες
μ’ ένα χαμόγελο.
Γαλάζιο νερό τα μάτια σου,
καθρέφτης που βαθαίνει
σα μπαίνω ποτάμι μέσα τους
Σου φιλώ τα χέρια,
τ’ ακουμπώ στη μνήμη
θολώνει η εικόνα.
Σσσςςς…
Ψιθυρίζεις μ ένα χάδι.
Σε μυρίζω
στα χείλη,
στο μέτωπο,
στο λαιμό.
Με φιλάς…
Τρεμάμενη φλόγα
στη πνοή του Θεού,
στο φίλεμα της φωτιάς,
στην αύρα απ το αγιόκλημα.
Ένας γρίφος
που διψώ να λύνω
κι άλυτος να μένει.
Πηγή
να μη χορταίνω να πίνω.
Της θάλασσας ήχος
η φωνή σου
ερωτεύσιμη,
εύθραυστη

Εκείνο το βράδυ λίκνιζα πέπλα
μπροστά στη χλωμή ολόγιομη.
Να γύρω στον ώμο σου ήθελα.
Με το ένα χέρι να μελετώ σφυγμό,
με το άλλο να πειράζω
τη γραμμή των χειλιών,
σα ζωγράφος που γήτευσε
το κόκκινο έξω απ τον καμβά.
Θυμάσαι εκείνον τον μπλε πίνακα;
Tώρα ξέρω γιατί χάθηκα,
για να σε βρίσκω στα μάτια της Ίριδας.
…………………………………………
«Σβήνει ο κόσμος -σου είπε-
κι είμαι παιδί ακόμα, πες μου ένα παραμύθι…»
Χαμογέλασες, σαν παιδικό όνειρο κι αποκρίθηκες:
«Μια φορά κι έναν καιρό, με πήρες από το χέρι,
με κερί, μουσική και στίχο. Ξαπλώσαμε αντικριστά
και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στη γη.
Μνήμες και φόβοι σού θόλωναν τα μάτια.
Πήγες να μιλήσεις, μα σου έκλεψα το λόγο μ’ ένα χάδι.
Εσύ ήσουν ποτάμι κι εγώ…»
Κι εσύ γαλάζιο μελάνι στην πένα και στα πινέλα της,
να γράφει τον έρωτα για τον έρωτα.
-Κι ύστερα;
-Ύστερα τα παραμύθια κοιμήθηκαν το ένα στην αγκαλιά του άλλου.’
-Και πως ξύπνησαν;’
-Στην αγάπη ψυχή μου, στην αγάπη…
Έρωτας θα πει να ανοίγεσαι με ευθεία

φτιάχνοντας το δικό σου κύκλο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις