ΚΙ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΣΦΟΝΔΥΛΙ

Καθόμουνα λέει σ’ ένα παγκάκι μέσα Σεπτεμβρίου θα ’τανε, τα παιδιά κάναν φιγούρες με τα ποδήλατα, τι τέλειες αναρτήσεις, σβούριζαν μπρος στο κούτσαυλο κεφάλι μου, τινάζονταν φανταχτερά μες στο ζελέ του δειλινού στην πλατεία Ναυαρίνο…
κλώτσαγαν κάτι μπαλόνια τα νήπια, τα πιο μεγάλα παίζαν μήλα, κάτω απ’ τη μιλιά θα πέσει δεν έβγαζα, τρώγανε κίντερ με γλείφανε πατόκορφα, μίστερ θειούλη πε μας ένα παραμύθι…
γιατί σου πέφτουν τα μαλλιά; γιατί σου πρήζεται η κοιλιά; πως έφτιαξες αυτήν την κόκκινη θηλιά;
πρέπει να γούρλωσα τσιρίξαν, τότε πέρασε με βοή ένα όρνιο ένα αερόπλανο, σήκωσα ψηλά τα βατραχίσια μάτια χύθηκαν στον αιθέρα, για πότε ήρθε τρεμόπαιξε ψιθυριστά ένα όνομα στα χείλη που κένταγε μήνες ο νους μου στο μαντήλι που φούντωσε τη φλόγα στο καντήλι…
κι είδα κι είδα τον ουρανό σφοντύλι [Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΦΙΝΔΥΛΙ του Σάκη Σερέφα – ART by…]



ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΛΕΝΤΑΕΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
σατέν η πόλη
σκιέρ η γαλήνη
στην παραλιακή

ο δρόμος σου Νύχτα,
σ’ εξαργυρώνει
στην άλλη στροφή

σε κερδίζει αυτός
που τα βράδια μονάχος
γλεντάει στο φως

ας ρίξω Τετάρτη
να κλείσω τα μάτια
να βάλω το ράδιο

κι αν φλογιστούμε
κερνάς βενζίνη
για να ’ρθω κι αύριο

ΘΛΙΨΗ
το πιο αλλόκοτο πένθος, άκου
κλυδωνίζεται σαν κρύσταλλα σε υπόγειο

θυμίζει μάτια όταν βουλιάζουν ακίνητα στο βλέμμα τους,
απ’ την σκιά που ήρεμα σηκώνεται και φεύγει
στη μέση του έργου σε προβολή απογευματινή
και πάει στο φως, σπάνιες εκτροπές του φόβου
σε μέρες ζουρλές που σπάζουν
χαράματα την πόρτα μπαίνοντας, χοντρές
χοντρές μπαλαρίνες, ανάπηρο κρέας
που κατουρά την πόλη κι αχνίζουν σταθμοί

τρόποι του πόνου να σκορπιέται σε γιορτή
σαν άμμος στη μασχάλη δυο χρόνια πριν

αναδύεται περήφανο στις σκάλες
μέχρι τα υψηλά υπόγεια
και το λένε θλίψη

ΔΥΣΠΡΟΣΙΤΟΣ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟΣ ΠΟΘΟΣ
είναι δίπλα μου ξαπλωμένη
και διαβάζει

έξω απ’ το λυόμενο
στην ταράτσα του νησιώτικου σπιτιού
η μπουγάδα χτυπιέται στον άνεμο
κι αναχωρεί το σχήμα της

απέναντι τα βουνά λεία
και ίσια η θάλασσα είναι

ενώ πέρα στο βάθος ζεστά
τα σύννεφα παραθερίζουν τους πόθους τους
εμφανίζομαι συννεφής, ξάφνου εξόριστος

κι από κει την βλέπω την ορέγομαι και γράφω


ΛΕΖΑΝΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
η Σοφία
αναταράζεται σύγκορμη
δίχως πάθος, απ’ τον πόνο
όταν σέρνομαι πάνω της

είναι πολύ ζεστή η αγκαλιά της
πολύ τρυφερή,
η Σοφία είναι καλή
και συντροφική στα χάδια της

με τα ίδια δάχτυλα επίσης,
φτιάχνει απλά κοσμήματα
από πηλό και ξερούς σπόρους λουλουδιών
που μαζεύει με στοργή σε σπιρτόκουτα

μικρές χειροποίητες ομορφιές
σαν ερωτόλογα δίχως ήχο:
λέξεις που δεν πρόφερε ποτέ της

ΦΙΛΙ ΜΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ
τι στόμα ήταν-αίφνης απόψε αυτό
απύθμενο
αλανιάρικο
αδηφάγο
με τίποτα δεν χόρταινε

και τι γλώσσα ήταν αυτή απόψε
άστατη
περιηγήτρια
σβέλτη
έτοιμη να διδάξει την αταξία

δεν είσαι κορίτσι εσύ
ψιλοβρόχι απάνω σε λαμαρίνα είσαι:
ταλανίζεις σιγανά

ΑΠ’ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ
Στον παλιό καναπέ καθισμένη
μ’ ένα φως αλογόνου λουσμένη
την κλωστή της περνά σιωπηλά
απ’ το τίποτα

το σκοτάδι της γνέφει απ’ το τζάμι
τα πλοκάμια του πετά μα δεν φτάνει ως
το άπληστο πλάσμα, γαντζωμένο γερά
απ’ το τίποτα

με το μάτι θολό μελετώ στα κρυφά
την ανήλεη μάχη όπου πάντα νικά
όποιος κάθε αυγή τη ζωή αρχινά
απ’ το τίποτα

δες το στέρνο πώς λιανίζει σκεβρό τη νυχτιά
δες τους ήρωες κιρσούς μες στα αίματα τα πηχτά
τώρα κοίτα τα ψεύτικα δόντια, χασμουριούνται και κόβουν μπουκιά
απ’ το τίποτα

«έι!» της κάνω «από που έμαθες πώς
να ημερεύεις το σκότος να βόσκει απ’ τη χούφτα σου φως:; «
κι αυτή μου απαντά γελαστά
«απ’ το τίποτα!»

ΑΥΤΟΝΟΜΑ ΧΕΡΙΑ
στο σκοτάδι
πιασμένοι χέρι χέρι
κι η οθόνη μπροστά

σε χαϊδεύω με τον αντίχειρα
σημαίνει «μ’ αρέσεις» «νιώθω όμορφα»

σφίξιμο δυνατό των χεριών: μια βίαιη σκηνή
στο έργο

ο δείκτης μου χαριεντίζεται στην παλάμη σου;
νόημα κρυφό: «θέλω παιχνίδια»

το υπόλοιπο σώμα
παρακολουθεί ατάραχο το έργο
και ρίχνει μέσα του
πατατάκια

ΨΥΧΗ ΦΡΑΠΕ
Ώσπου φτάσαμε στα πρώτα φανάρια?
θέλει να περιμένεις ώρα εκεί, όπως η μύγα
περιμένει τη σειρά της πάνω στο κουμπί του πτώματος
χωρίς εκνευρισμό. Μια σκυλίτσα
διέσχιζε την εθνική κουτσαίνοντας
κι έδειχνε σα χρησμό το κολί της
πως το νόημα του Πάσχα
είναι η μετακίνηση της αγωνίας
μες στο κουτί της με ορμή
από γωνία σε γωνία, κάτι σαν ψυχή φραπέ
όλο αφρούς. Όσο πάει
η Πεζώ τα βελτιώνει τα φρένα της.

ΜΕΛΙΣΣΑ
Όλα ξεκινήσαν από ένα σου βλέμμα που με γέμισε μ’ ελπίδες―μια
ώρα σ’ έτρωγα με τα μάτια, ωσότου ανταμείφθηκα. Όμως δεν
πρόλαβα να το χαρώ, ήρθε καινούργιος κόσμος στο τραπέζι σου,
στριμώχτηκες, άλλαξες θέση και σ’ έκρυψε τελείως μια κολόνα που
υψωνόταν μες στους καπνούς. Πάνω που ξαναμμένος κατέστρωνα τη
νέα μου στρατηγική ζυγίζοντας μ’ ακρίβεια τα κάλλη σου στο νου μου,
με καθήλωσε η πρώτη οπτασία: σ’ έναν ερειπωμένο πύργο σε μπουντρούμι 
κρύο σκοτεινό μ’ αράχνες και σκορπιούς να μπήγω τα δόντια μου στην
βελουδένια πλάτη σου μασώντας λαίμαργα μες στον ακράτητό μου
πόθο μαύρα βατράχια π’ αναβρύζουν από μέσα της κοάζοντας.
Άναψα τσιγάρο να συνέλθω και τότε μου σφηνώθηκε απρόσκλητη
άλλη εικόνα: να την τσιτώνω ανάσκελα δεμένη σε μια τάβλα μαραγκού
και με πριόνι μανιακό να κόβω τα τρυφερά νυχάκια των ποδιών της
και να τα κάνω δείπνο εκλεκτό. Δεν κράτησε πολύ κι είχα τον χρόνο να
σκεφτώ (τσιμπώντας αφηρημένα μιαν ελιά) πως πάει τέλειωσε ήταν μια
φάρσα του μυαλού, αφού με άλλους τρόπους έχω μάθει τον πόθο μου
ν’ ασκώ―ας πούμε φαντάσου σε μιαν έρημη ακρογιαλιά καταμεσήμερο 
κι Αιγαίο, στρατηγός εγώ σε άδεια με μακό, να την υιοθετώ, να της μαθαίνω
αλφάβητο προπαίδεια μαγειρική και δώστου ν’ ασβεστλωνουμε αυλές και
κυπαρίσσια, δυόσμο να σπέρνουμε παντού τρελή ροδιά να βγαίνει.
Αφέθηκα, το κύμα μούσκευε τις κάλτσες μου κάτω απ’ το τραπέζι, έτοιμος 
ήμουν να σαλπάρω μα ήρθε όραμα φοβερό και τρομερό να με τραντάξει:
ήμαστε λέει σ’ έναν στάβλο χαϊδευόμαστε μες στ΄άχυρα ξάφνου εσύ
γλιστρώντας ανεπαίσθητα την χούφτα σου πάνω στα τσίνουρα του ζώου
που κοιμάται, ξεριζώνεις τους βολβούς μιας φοραδίτσας και τους καρφώνεις 
μαλακά στις μπροστινές οπλές του χωρίς να το ξυπνήσεις. Μετά το
καβαλάς αιμόφυρτο και χάνεσαι στη νύχτα.
Ούτε κρασί κατάλαβα, ούτε μεζέ, ούτε παρέα―μπήκα στ’ αμάξι μου και
γύρισα χλωμός σαν φάντασμα στο σπίτι.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις