ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΕΠΙΘΥΜΙΑ!.. ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΝΟΙΧΤΟ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ:

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ:  Γυναίκα ημίγυμνη καρφιτσωμένη στην άμμο την φιλάει ο αφρός στη φτέρνα κι ο άνεμος  παίζει με τη θηλή της τον οίστρο στροβιλίζοντας στα φτερωτά του δάχτυλα. ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΑΙΜΑ:  αν τις λέξεις μου δεν εξημέρωνα τη γλώσσα δεν δωροδοκούσα για να με συγκαλύψει και τον τροχό αν δεν έκρυβα απ’ τα παλιά μου μαχαίρια, τούτο το Ποίημα θα πνιγόταν στο αίμα… A CAPELLA: Κλείσε τελείως τη μουσική και μη μιλάς!.. Μέχρι να βρει η φωνή σου τη συχνότητα που θα θρυμματίσει της καρδιάς μου το κρύσταλλο. ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ: Τις μοναχικές νύχτες που το φεγγάρι γεμίζει, είναι αδύνατον να σηκώσεις τον ουρανό. Βαρύ το ταβάνι. ΤΟ ΕΝΑ: Ω μοναξιά μοναδική και αδιαίρετη όσο κι αν ο Έρωτας σε εξαπατά, η ηδονή σε παραπλανεί, το φύλο σε παγιδεύει, θα πεθαίνεις αλυσοδεμένη με το ομόκλινο ψέμα σου!.. ΧΑΡΑΚΙΡΙ: Κάθε ποίημα είναι ένα αποτυχημένο χαρακίρι. Ξεκινάς με τη βεβαιότητα ότι κρατάς την πιο αιχμηρή λέξη και καταλήγεις ν’ αναρωτιέσαι, αν το επόμενο θα σε λυτρώσει με κάποια που κόβει καλύτερα… Ωστόσο βρες τη λέξη και πέταξε την στο γιαλό, αν βρεις φωτιά, αλόγιστα να πέσεις μαζί να περπατήσουμε στης νύχτας τον κρατήρα!.. [στιχοι Λίλιαν Μπουράνη – ART by Loui Jover]



η Ποίηση ευχαριστεί που καλέσατε. αυτή τη στιγμή όλες οι γραμμές είναι κατειλημμένες από ερωτηματικά, αγωνίες και αβεβαιότητες που επιμόνως ζητούν τις πρώτες βοήθειες… και πάλι θα συγκεντρώσω τα ξεστρατισμένα όνειρα στη θαλπωρή της μητρικής τους ουτοπίας για να τα προφυλάξω από την πείνα του ανέφικτου…


ΒΟΡΕΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Καρδιά μου
πόλη
μακρινή και φωταγωγημένη
σε ονείρου
μυστική γεωγραφία
ακόμα
αχαρτογράφητη.
Καρδιά μου, ποτάμι.
Δέλτα του Νείλου
δίκλωνο
που χύνεσαι στη θάλασσα
από δυο πληγές ισόβαθες
Καρδιά μου, εγκοπή.
Χαραμάδα θλίψης
σ’ εξώφυλλο χαμόγελο.
Καρδιά μου, επιθυμία.
Ορίζοντα πετρόχτιστε.
Του ανέμου πέρασμα
ανοιχτό
και βορεινό παράθυρο.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
ενύπνιο λεπτό, αραχνοΰφαντο,
με τις ρόγες των δαχτύλων
-χωρίς χέρια-
του φιλιού το ανασάλεμα
-χωρίς στόμα-
πλέκω, γυμνέ λογισμέ μου
για να σκεπάσω το σώμα
της ολονύκτιας
απουσίας σου.

Ταυτοποίηση DNA
Γεννάω πάντα ένα παιδί
στη μέση του χειμώνα
μελανιασμένο από την υποξαιμία,
υπέρβαρο,
με μια τρύπα την καρδιά.
Κατεβαίνει με τα πόδια
από την μήτρα του εγκεφάλου μου
στο δεξί μου χέρι,
γλιστράει αιμόφυρτο
πάνω στο άσπρο χαρτί και κλαίει
με εκκωφαντικούς υπό-ηχους.
Γεννάω πάντα ένα παιδί
χορτάτο, θηλασμένο ήδη
με το γάλα της ανησυχίας μου
που μιλάει την γλώσσα της αβύσσου
και νοσταλγεί εμπειρίες
που δεν έζησε ποτέ.
Γεννάω πάντα ένα παιδί
μεγαλύτερο από μένα
σε ηλικία,
γεμάτο ρυτίδες,
θρομβωμένες φλέβες
και αρθρώσεις που φλεγμαίνουν.
Δεν το παίρνω ποτέ αγκαλιά
ούτε το κοιτώ στα μάτια
από φόβο μήπως ανακαλύψω
πως στην πραγματικότητα
εκείνο με γέννησε!

ΡΩΓΜΗ
Είμαι ένας καθρέφτης
που κάποιος ιδιόρρυθμος
κρέμασε στο κενό
για να το διακοσμήσει.
Παρακαλώ πολύ
μην προκαλείτε άσκοπες δονήσεις.
Δεν είναι που χάνω πότε-πότε
την ισορροπία μου.
Είναι που φοβάμαι
μήπως ξυπνήσει η ρωγμή που κουβαλώ
και με θρυμματίσει.

ΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
Ακούω ένα γέλιο γάργαρο
κι ύστερα ένα υπόκωφο κλάμα.
Βήματα νευρικά στο πλακάκι
από γυναικεία τακούνια
τακ! τακ! τακ!
συντονίζονται στην ταχυπαλμία μου.
Μαντεύω το σκοτάδι
και την ανήσυχη ανάσα ενός αγριμιού.
Τον εγκλεισμό μιας απόπειρας φυγής.
Κάποιος φωνάζει για βοήθεια.
Τι κρίμα πάντα!
Κλειδωμένη στο διπλανό δωμάτιο
προσποιούμαι την απουσία μου

ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μικρή η μέρα
κι ακατάδεχτη στις ονειροπολήσεις.
Περνάει από μπροστά σου βιαστική,
πολυάσχολη,
προσηλωμένη στην οικονομία
της επανάληψης.
Επτά βήματα απαράλλαχτα
από Δευτέρα ως Κυριακή
κι ο τακτικός χρόνος παράμερα
διπλώνει με σπουδή
την κοινοτοπία του
πάνω σε τόπια και τόπια ονείρων.
Στενόχωρο δωμάτιο
η έμπνευση του καθημερινού.
Σε περιορίζει στο ελάχιστο
κι εσύ να λαχταράς
να αυτοσχεδιάσεις το άπειρο
αγκαλιά μ’ ένα ξυπόλυτο θαύμα.

Μόνο τότε που με φίλησες
θυμάμαι,
χόρεψα βαλς τον Κόσμο
σ’ ένα λεπτό του αιώνα,
ποιητική αδεία.

inner spaces
Καθώς θα σκύβεις πάνω μου
θα σε αφήσω,
από έναν κήπο μυστικό
να κλέψεις,
την εύφορη υγρασία
και τα ακριβά φωνήεντα
που εξόρυξαν
κάποιες βαθιές,
υπόγειές μου ανάσες.
Το ρίγος του σεισμού
και τις ρωγμές
να ψαύσεις
στο δέρμα, στα υποδόρια,
στα κόκαλα,
ως την φλέβα.
Κι από το πιο μεγάλο ρήγμα μου
ψηλά απ’ το στήθος
μέχρι τους λαγόνες,
τη θέα θα σου δείξω.
Εκεί που ανοίγομαι στα δυο
αν βρεις φωτιά,
αλόγιστα να πέσεις.
Μ α ζ ί
να περπατήσουμε
στης νύχτας τον κρατήρα.

ΔΙΑΡΡΗΞΗ
Κλείδωσα δυο φορές την πόρτα και πέταξα τα κλειδιά.
Εκείνο τον μαντρότοιχο στην αυλή ακόμα πιο ψηλό τον έχτισα.
Ο έρωτας που περιμένω,
δεν θα μπει σα νοικοκύρης σ΄ αυτό το σπίτι.
Θέλω να κάνει διάρρηξη.

ΕΡΩΤΙΚΟ
Τις φλέβες που ακουμπάς
σαν τίποτα να μη συμβαίνει
παίζοντας με τα δάχτυλα
τον άναρχο σφυγμό τους,
χίλιες φορές τις έκοψαν
του έρωτα οι κοφτερές λεπίδες
κι άλλες τόσες τις έραψα μόνη
μόνη! ακούς;
με γρήγορες ραφές
να μην προλάβει ο πόνος
να χυθεί ζεστός στο πάτωμα
και χάσω τις «αισθήσεις».
Μα πάντα επιζώ
για την επόμενη σφαγή μου
από κάποιο χέρι αγαπημένο,
σαν τώρα το δικό σου
που αφήνω –τάχα- ανυποψίαστη
να με διατρέχει,
να με εξερευνά
και να με δοκιμάζει.

Σαν σε φωνάζω έρωτα
γυαλίζει το μαχαίρι.

ΠΡΩΙΝΗ ΥΓΡΑΣΙΑ
Όλες της νύχτας
οι παγωμένες ευχές,
και τα κρύα σώματα
των ορφανών δρόμων,
έρχονται το πρωί
να πεθάνουν στο παραθύρι μου.
Την ώρα που ζεσταίνω το κουράγιο
να σου πω «καλημέρα»,
από μέσα,
δακρύζουν τα τζάμια.

ΑΓΑΛΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Πάνω στον άσπρο της λαιμό
φτερουγίζει ανεπαίσθητα
ενός φιλιού
η θνήσκουσα προσδοκία.
Το μπούστο θρυμματισμένο
από ρωγμή χαδιού
που κοντοστάθηκε στην πρόθεση,
καταρρέει μυστικά
πίσω από λόγο υπερήφανο
και οι λαγόνες ηττημένοι
συστρέφονται και οπισθοχωρούν.

Γυναίκα αποσιωπητική.
Ελλείπουσα.
Καμπύλη ανοικτή
στο ελάχιστο ενδεχόμενο.
Ολόσωμο άγαλμα
σε στάση ηδυπαθή
ποζάρει στον χρόνο,
λίγο πριν συμβιβαστεί
με ένα ευγενικό χειροφίλημα.

Ιnterludio
Γνέφε μου εσύ
κι εγώ θα έρχομαι
με βήμα νυχτερινό,
απείθαρχο,
να σε βρίσκω,
στου παραπτώματος
την ακρινή νησίδα.
Ώρα μοιραία, συντελειακή
που πλημμυρίζουν
οι όχθες του παράλογου
κι οι αποφάσεις κλυδωνίζονται
στα ρεύματα
τις πιο τρελής λιποταξίας.
Γυμνή κι αποσιωπητική
σαν τελεία,
να με διαιρείς
και να με πολλαπλασιάζεις
μες του οριστικού
τον σαρκοβόρο οίστρο.
Να με συνθέτεις,
να με χορογραφείς,
με αυθαίρετες κινήσεις
Δημιουργού,
ανάμεσα
σε δυο επικά,
μονόπρακτα θανάτου.
Και το ξημέρωμα
σαν παραμύθι ηδονικό,
χωρίς αφήγηση,
ολόκληρη να μ’ αφήνεις
να ναυαγώ,
μέσα στης απουσίας σου
το αλμυρό αρχιπέλαγος.

Bonsai
Φύτεψέ με
σε μια γλάστρα μικρού,
περιορισμένου χώρου,
αβαθή- όσο γίνεται-
να μην μπορεί να αποδράσει
κανένα πλεούμενο όνειρο
απ’ τις ακτογραμμές
του πραγματικού
και συρμάτωσε
τις ατίθασες επιθυμίες μου
για να δείχνουν ακίνδυνες
σαν ήδη εκπληρωμένες.
Δες με τοπίο εικαστικό,
ημιτελές
σαν κάποιος να μην πρόλαβε
ή να μην πήρε την ευθύνη
να το ολοκληρώσει
και βγάλε με έξω απ΄το παράθυρο
θέα μιμητική του υπαρκτού,
αντικατοπτρισμό διαφυγής
πίσω απ’ την κλειδωμένη σταθερότητα
των τοίχων.
Αν τύχει και βλαστήσουν,
εκεί ανάμεσα Μάρτη-Απρίλη,
οι αντοχές μου
και βρεις πως παρεκκλίνω
απ’ το λιτό, ισορροπημένο κάδρο
που με προόριζες,
με χέρι λεπτεπίλεπτο μα κοφτερό,
ψαλίδισέ μου τις απρόβλεπτες
προεκτάσεις.
Να γίνω δέντρο μικροσκοπικό
για να χωρώ
στους εσωτερικούς σου κήπους.
Φιγούρα αφαιρετική,
σε σχήμα γυναίκας
που θα κοσμεί
το κάλλος του ανέφικτου,
χωρίς να υπάρξει ποτέ Γυναίκα
μα ούτε και Μπονσάι.

ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Μίλα λοιπόν!
Πες κάτι
για να νυστάξει το δωμάτιο.
Βρες μια λέξη
-ας είναι πέτρα-
και πέταξέ την στο νερό
να την μαζέψει η καληνύχτα
με το συρτό της δίχτυ.
Άσε ένα ρήμα βοηθητικό,
σακχαρόπηκτο,
στο στόμα της αϋπνίας,
μήπως το καταπιούν
οι αφρισμένες ώρες
και ησυχάσουν.
Έχω έναν πόθο πειρατικό,
-μαύρη σημαία στο στέρνο μου-
που άρπαξε το τιμόνι
και μια ανταρσία στο κορμί
που με κλίνει επικίνδυνα
στου «άνευ»
την πιο πλάγια πτώση.
Γι αυτό μίλα!
Μη φοβάσαι!
Κάποιας δικής μου Οδύσσειας
η νύχτα απαγγέλει αποσπάσματα
κι αθώες ραψωδίες.
Εσύ δεν κινδυνεύεις!
Αύριο, όλα ανήκουστα.
Δεμένα στο κατάρτι.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ
Θάνατος είναι
οι μεσήλικες γυναίκες
που γράφουν ποιήματα
στης σιωπής
τα καταπατημένα περιθώρια.
Το ψεύδος
που λύνει το στηθόδεσμο
πίσω απ’ το παραβάν.
Θάνατος είναι
η κερδοσκοπία
του χαμένου χρόνου.
Η αντισεισμική μόνωση
των ορόφων.
Ο διασκελισμός
μεταξύ συρμού
και αποβάθρας.
Το κενό
που –μόλις-
δεν πρόσεξες.
[Λίλιαν Μπουράνη: ΤΟ ΒΟΡΕΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, ΤΟ ΕΝΑ, ΧΑΡΑΚΙΡΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ και εν μέρει το ΜΠΟΝΣΑΪ είναι από τη συλλογή ΕΡΩΜΑΤΑ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012, τα υπόλοιπα από τα ιστολόγια της ποιήτριας (ΜΙΚΡΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ και ΑΧΘΟΦΟΡΟΙ ΛΕΞΕΙΣ όπου τις αναρτήσεις υπέγραφε με το ψευδώνυμο ΠΑΝΔΩΡΑ]  

ΠΡΟΣΚΥΝΩ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΑΝΑΠΑΙΣΤΟΥΣ:

Προσκυνώ την αγάπη. Τους χαλκούς αχειροποίητων αγαλμάτων. Την κρουστή πολυφωνία των κυμβάλων που αλαλάζουν σε γλώσσα ακατάληπτη ορφικής μέθης, προσκυνώ… Προσκυνώ των ρημάτων τους μετρικούς ανάπαιστους από το Σ ως το Ω με δυο υφέσεις στα γόνατα χαίνουσες, προσκυνώ!.. Προσκυνώ του Ωρωπού τους καλπασμούς με τα νεκρά άλογα. Των ερετών την ανήκεστη αδράνεια. Των φτερών, προσκυνώ τα λαμπρά αλουμίνια που ποντίστηκαν στο Ικάριο και με βρήκε το Σάββατο να σέρνομαι με την άτρακτο κάτω απ’ την άρση της τελείας. [ΓΟΝΥΚΛΙΣΙΑ από τη συλλογή της Λίλιαν Μπουράνη ΕΡΩΜΑΤΑ, εκδόσεις Μανδραγόρας2012 – και άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ εδώ]  
http://tadefimeros.blogspot.gr/2016/06/blog-post.html

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις