ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Το νερό θα είναι και μέσα σου, πολύ πριν περάσει το δέρμα σου, χωρίς να επιπλέεις αλλά σα γνήσιος κάτοικος των βυθών, που σε πολλά μέρη είναι απ’ τα ψηλότερα βουνά. Θα πέφτεις, η κίνηση στην πτώση θα ’ρχεται από μόνη της αρμονικά σα δοξάρι, η ταχύτητα θα χαθεί παραχωρώντας τη θέση της στο μοναδικό σου τότε μέγεθος τη βεβαιότητα που και εσύ ακόμα θα ξέρεις αφού δε θα ξυπνήσεις για να θυμηθείς τον ύπνο σου, όπως όλη η σκέψη του ύπνου μαζεύεται τη στιγμή που ξυπνάς… (εκεί) οι γυναίκες ανάμεσα στα αγριολούλουδα είναι λυπητερές, δεν μπορούν να τρέξουν, ταιριάζουν όπως σκύβουνε στο  τοπίο, διαρκώς πεθαίνουν. Το γεωμετρικό κέντρο των κινήσεων τους είναι γερασμένο κιόλας, επιτρέπει σποραδικές μονάχα ματιές, βλέπεις εύκολα το τοπίο χωρίς την παρουσία τους, πέντε λεπτά αργότερα και πριν…  [αποσπάσματα από τη συλλογή του Σωτήρη Κακίση ΣΥΡΜΑΤΑ, εκδόσεις ΕΓΝΑΤΙΑ σειρά ΤΡΑΜ Θεσσαλονίκη 1978 – ART by michael maier]


ΕΧΩ ΚΙ ΕΓΩ ΤΙΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΜΟΥ
είστε τόσο παράξενη φίλη μου. Σας είδα, θυμήθηκα αμέσως τα χαρακτηριστικά της, καθώς κι ότι δε μου κρατάτε κακία. Τον τελευταίο καιρό βγαίνω, περνάω κι εγώ την αρρώστια μου στο πόδι. Στηρίζομαι στο μπράτσο σας που δεν είναι ξένο. Έχετε γυναικεία φωνή όταν μιλάτε, σας συμπληρώνει αυτό, αν και το παρουσιαστικό σας είναι από μόνο του δυνατό. Ξέρω πώς ψάχνετε, μήπως είδατε τον κόπο μου μέχρι να σας φτάσω, να κάτι που σας διέφυγε.
φίλη μου, έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου, προσπαθώ να περπατάω κι επιθυμώ να σας προλαβαίνω. Μου αρέσουν τα ρούχα σας, είναι ταιριασμένα στο κορμί σου, τα φοράτε άραγε μόνη σας;
Έχω υπόψη μου πως είστε κι εσείς  ορφανή. Ο παππούς σας, αν δεν κάνω λάθος, πέθανε πρόπερσι, τι άνθρωπος, τον θυμάμαι σχεδόν τ’ απογεύματα, έκλαιγε συχνά. Μην τραβάτε το χέρι σας, δεν σας αφήνω ακόμη
Ο άνδρας μου λέει πως ο παππούς σας είχε πατέρα, δεν ήταν σαν κι εσάς. Τυφλώθηκε όμως μετά το γάμο του, όπως κι εσείς. Γιατί άραγε σας στεναχωρεί το θέμα; Κι εγώ άλλωστε ακούω άσχημα, ιδίως τη φωνή μου.
Προχωρήστε ίσια. Έχω την εντύπωση ότι οι τυφλοί βλέπουνε τουλάχιστον τα σκαλοπάτια, δεν είναι δα και σπουδαίο πράμα, ούτε σε αξία, ούτε σε μέγεθος, γίνανε περισσότερο από αδιαφορία. Λέω να σας αφήσω, με περιμένουν, ξέρετε ίσως τη γωνία που στέκομαι. Μετά θα συνεχίσετε, θα σας προλάβει άλλωστε κάποιος ενώ πηγαίνετε. Ξεκουράστε εντωμεταξύ τη μορφή σας, το χέρι του μπορεί να είναι βαρύτερο. Τι κρίμα που χάσατε τόσο νωρίς τον παππού σας. Έχει πεθάνει; 
Ο άνδρας μου σας συμπονάει κι αυτός, φίλη μου.  Εδώ σας αποχωρίζομαι, μπα, θα σταθείτε λοιπόν μαζί μου;
Ας είναι, μείνετε όμως σιωπηλή, προσπαθήστε να μην βλέπετε, έτσι; 
Απ’ το πρωί πολλαπλασιάζει τα βλέφαρα, προσπάθεια που δεν έχει σημασία γιατί η εικόνα δεν μεγαλώνει:
Νομίζει πως θα καταφέρνει νέες κινήσεις έτσι, ίσως ανακαλύψει την αιτία της σκιάς, επειδή όμως τελικά σχηματίστηκε κύκλος η σκιά έπαψε να υπάρχει και τα πράγματα μείνανε χωρίς διαστάσεις ώσπου δεν γνώριζες την αρχή τους. Τα ’χασε!..

Για να κοιτάω τα σύρματα στέκομαι εδώ, ο καθένας που χάνουμε κι άλλο κενό μας αφήνει. Αλλιώς γινόμαστε μετά, όταν τελειώνει ο θάνατός του και ξεπαγώνουμε τα χέρια του.
Δεν τους ξεχνάμε που ήτανε ζωντανοί και φιλιόμαστε στο στόμα

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ (ήτανε δυο-τρεις στιγμές από το χρώμα των μαλλιών του):
Πενήντα επτά ετών είναι ο αρχιτέκτονας, κυκλοφορεί σα βροχή ανάμεσα στα σχέδια του, η Γη υποχωρεί κάτω του, δεν μπορεί πια να ξαπλώνει, τίποτα δεν έχτισε. Ο αρχιτέκτονας είναι ηθοποιός!

ΟΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΧΑΝΟΝΤΑΙ, ΕΧΟΥΝΕ ΚΙ ΑΥΤΕΣ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ, ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΟΥΣ, ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ:
Τα τηλεφωνικά καλώδια είναι γεμάτα από απελπισμένες κουβέντες, όχι πολύ δραματικές, αλλά δυνατές και συγχρονισμένες. Είναι περισσότερο κουβέντες ανδρικές, από ανθρώπους που ψάχνουν, τυφλά, χωρίς να βλέπει κανείς τα πρόσωπά τους, την ίδια στιγμή δικές τους και ξένες
Μαζεύονται σιγά-σιγά στα μπλε κέντρα των συνδιαλέξεων και σταματάνε στις γωνίες των δρόμων, λαχανιασμένες, και μετά τις νύχτες, όταν τα τηλεφωνήματα μειώνονται, σαν τους εργάτες γύρω απ’ το μαγκάλι, οι ίδιες οι κουβέντες στριμώχνονται ανακούρκουδα να θυμηθούν τους ανθρώπους και τα στόματα, τις ώρες που κρατηθήκανε μετέωρες
Οι κουβέντες λοιπόν δεν χάνονται, έχουνε κι αυτές τον τόπο τους, τις ψυχές τους, τη σημασία τους…

Λυπόμουνα τους χειριστές των ασανσέρ γιατί ήτανε τυλιγμένοι στην πραγματική μοναξιά. Μερικές φορές ψάχνανε για κάποιο χαμόγελο κι άλλοτε, χωρίς διάθεση, μένανε αμίλητοι, με τα δάχτυλα στα κουμπιά, παρατηρώντας τα παπούτσια
Η ζωή τους φαγώθηκε εκεί, πάνω στο καθισματάκι που ανοιγόκλεινε, ακίνητη

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα τη συλλογή του Σωτήρη Κακίση ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ - για την αντιγραφή και την επικόλληση: ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΣΤΟΝ ΙΛΙΓΓΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – κ ART ά SOS - ART WORKS by Michael Maier   

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις