ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ Κικής Δημουλά: Θαύματα ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ σε ΧΛΟΗ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:

Βάλε το ρολόι σου στη συνεχή ώρα του έρωτα. Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων ν’ ακούνε μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου. Να αποφασίζεις αφού προηγουμένως συμβουλευτείς αρώματα ενστικτωδών λουλουδιών και τη θαυμαστή επιδεξιότητα στην αιώρηση που έχουν τα αστέρια. Ένα καινούργιο σώμα να κάθεσαι στα μίλια του και να χαϊδεύεις τις αέρινες ρυτίδες της θαλάσσης. Να βλέπεις όνειρα,  να έχεις τη γεύση του τέλους: πρόσωπα έργα και ημέρες, όλα θυελλώδη, όλα στην ίδια ακύμαντη γαλήνη. Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως! Εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις δοσολογία- θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη!!! [σπουδή στην επινοημένη ευχετική ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ με σπαράγματα στίχων της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ σχεδόν απ’ όλες τις συλλογές της με τυχαία σειρά, έτσι για να μπεις στο δύσκολο κεφάλαιο του «άνευ σημασίας». Ό,τι για σένα θα έχει σημασία για τους άλλους θα είναι άνευ και τούμπλαλιν. Γι’ αυτό να φέρνεις αλλαγές στη φιλοσοφία της κάθε μέρας σβήνοντας ολότελα δια της εις άτοπον λήθης κάθε προηγούμενη φιλοσοφία που είχανε τα πράγματα πριν γίνουν σπουδασμένα! Τινάγματα του Μέσα Βίου Έξω δηλαδή, με εντολοδόχο την Κική Δημουλά που μας προστάζει λυρικά: Μεταφερθείτε παραπλεύρως στην Εφηβεία της Λήθης Τελευταίου Σώματος  – ART by Vordoni Erietta]


 (παρθένος ΥΔΡΟΧΟΟΣ με τον ΑΙΓΟΚΕΡΟ του  στον ΤΟΞΟΤΗ σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και σκορπιό. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά-σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν – ακολουθούν ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ως ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ σε μικρές θανατηφόρες δόσεις… με εκλάμψεις λυρισμού Κικής Δημουλά, ΤΙΝΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑ ΒΙΟΥ ΕΞΩ για να μεταφερθούμε παραπλεύρως στην ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ερήμην Τελευταίου Σώματος)

1η ΕΝΤΟΛΗ]: Όλα τα προκληθέντα να θυμάσαι και να ξεχνάς τον πρόξενό τους – ποιος ήτανε, τι ήταν. Απ’ το συρτάρι όπου φυλάσσονται τα αζήτητα, κάθε πρωί να παίρνεις ένα στην τύχη, να το προσαρμόζεις στο κενό σου. Ζήτα τη βοήθεια των ονείρων, δίχως συμβιβασμούς με αναμνήσεις λες και είναι κληρονομική η πραγματικότητα. Γιατί όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.



2η ΕΝΤΟΛΗ]:  Αβέβαια ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου. Αν δεν τρωθείς πού θα σε βρει η αγάπη. Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου. Να φεύγεις κάθε τόσο αφήνοντας μια λέξη κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας… Απ’ ό,τι άργησε να ’ρθει κι από ό,τι δεν ήρθε χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας…. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε επί της γης τα μόνα πλάσματα που κλαίμε… Γι αυτό ήταν ή επί τας ορκίσου κάθε φορά που αρχίζει το κυνήγι του αβέβαιου. Κι όταν, σε νυχτωμένο δάσος στου ανέμου τα μουγκρίσματα οι φόβοι σου θα δίνουνε στους φόβους σου κουράγιο, μην ακούς στο κλάμα σου τι ψεύδονται οι αδένες τάχα πως νίπτουν δάκρυα τας χείρας. Δεν είναι δάκρυα. Λέξεις ξαναχτυπούν καιρό επιφυλαγμένες στο αλάτι τους.

3η ΕΝΤΟΛΗ]:  Πάψε να ριγείς δυνατά. Θα σ’ ακούσει η διπλανή πραγματικότητα, αυτή που ομοιοκαταληκτεί με το «ροδόσταμο στη στύση των ονείρων σου».  Ν’ αφήνεις κάπως ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα γιατί θα  έρθουνε κι άλλα μ’ άλλες ονειροπολήσεις. Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια, χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών, ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια με ταλαντεύσεις ελαφρότητας και η αιδώς μ’ ένα πολύ σκιστό στο πλάι κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει μ’ έναν νοσταλγό μετανάστη λόγο. Σαν ομπρελάκι  χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας.

4η ΕΝΤΟΛΗ]: Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα  χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι. Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε σκοτώσω. Εκείνο να μην παύει. Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο πουλάκι έλα μέσα.

5η ΕΝΤΟΛΗ]:  Αν ακούς στον ύπνο σου επίμονα χτυπήματα στην πόρταμπορεί να είναι πάλι ο πόθος άφραγκος, που χτυπά γιατί ήρθε η ώρα της αμοιβής του.  Κι αν δεις το ποίημα έκθετο, τάχα πως νίπτει δάκρυα τας χείρας του, οι λέξεις άθλιες δε λένε να φυσήξουν και τη θυσία μας εμφυσούν στην άπνοια τους. Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά σου, φτωχικά αλλά τίμια!   Αλλού κοιμάται αυτή κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν. Μόνο καμιά φορά σε πειραματισμούς την παρασύρει η περιέργεια – όφις προγενέστερος και πιο φανατικός απ’ τον νερόβραστον εκείνον με το μήλο… Δοκίμασε, σου λέει η μοναξιά σου, μη φοβάσαι, δεν έχεις τι να χάσεις! Και σε πείθει να κουλουριάζεται πνιχτά, να τρίβεται σα γάτα ανεπαίσθητη πάνω στο διαθέσιμο αέρα που αφήνεις προσπερνώντας. Απόλαυση πολύ μοναχικότερη από τη στέρησή της!

6η ΕΝΤΟΛΗ]: Εμβολιάσου με ενδιαφέρον και κίνδυνο!  Ρίξε για σήμερα όλη την ευθύνη στο δόλιο φίλημα που σου ’στειλε κάποια νοσταλγία. Να διαλέξεις τις καλύτερες προτάσεις συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του θεάματος. Θα διαλέξεις, αλλά μετά πώς σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου;  Ενώ εκείνο το «έτυχε», τι πούπουλο; Στην αρχή βέβαια, γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες. Κατά βάθος είναι πάλι σαν να διάλεξες
«γόρδια κοσμητικά επίθετα στο μίσχο του ποιήματος»…
Άμα διαλέξεις κάτι, γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής. Μόνον πρόσεξε. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.

7η ΕΝΤΟΛΗ]: Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί  εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη φοβάσαι. Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου. Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις.


8η ΕΝΤΟΛΗ]: Αν βλέπεις πως είχες μισοανθίσει το πρωί, σημαίνει πως εγείρει απαιτήσεις η αφοσίωσή σου σε βάσανα.  Αίμα αν ονειρεύεσαι, δικής σου ή παλιάς πληγής ονείρου, γρήγορα θα επανασυνδεθείς με αξιωματούχο εν ενεργεία χωρισμό.  Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν…  Πως ήσουνα εχθρός μου δεν το ήξερες. Οι λέξεις σου το είπαν. Σ’ εκείνες πούλησε ο έρως το σεισμό του κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δεν μ’ αγαπούσες…. Ένα μόνο δεν θα σου δώσει το όνειρο των λέξεων, το όριο ως πού να κινδυνέψεις τον αναστεναγμό σου. Με λέξεις τύφλωσε κι ο Οιδίποδας τη μάνα ενοχή του - λες και δεν είναι εκ γενετής τυφλός ο πόθος. 

9η ΕΝΤΟΛΗ]:  Σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακούγονταν πια βιολί…  μέσα από καμιά φωτογραφική μηχανή δεν μπορούσε να περάσει φως, κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει, με τη σεισμική λύσσα των απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας Θεέ μου, Θεέ μου».


10η ΕΝΤΟΛΗ]:  Μη γίνεσαι τυραννική στις αναμνήσεις. Μην τις τρομάζεις το πρωί. Θα είναι σαν να τις βάζεις να γδυθούν μπροστά σε ξένο. Ξένη τους θα είσαι κι εσύ έτσι όπως αλλάζεις με το χρόνο. Ξένος κι ο χώρος κι ας γεννήθηκαν εδώ. Οι αναμνήσεις που απομένουν μόνο θελήματα του ποδαριού αναλαμβάνουν, να μεταφέρουν χαιρετίσματα και χρόνια πολλά, που στέλνει κάποιο «τέλος» σε συμπολεμιστή του. Ξέχασέ της. Διαβαίνουν τη στοά της ηχούς και αναστενάζοντας θυμούνται εξαίσια λάθη της νεότητας… Πέρασε τόσο σώμα… Αλλά μετά από τόσα έτη, μετά από τόσο σώμα σαν κάτι να έχει αλλάξει απ’ τη μεριά των αγαλμάτων που αγάπησα. Όσες φορές τα πλησιάζει η σκέψη μου και το άγγιγμά μου εξ αποστάσεως διατρέχει την ποθητή απόκρυφη ζωντάνιά τους που άλλοτε μου έδιναν με λάγνα προθυμία τώρα μόνο το μάρμαρο με αφήνουν. Ναι μεν διαχυτικό αλλά η περίπτυξή του σάμπως μελλοντικά να με ποθεί. Και κάτι κρύο παγωμένο με ποθεί.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1ο ]:  Μην εμπιστεύεσαι ούτε την ψυχή σου!!!  Καθότι ήρθε πρόσφυγας από την άλωση της ανυπαρξίας και το όνομα ψυχή δεν είναι δικό της. Ανήκε σε μια έννοια πεθαμένη προ των εγκοσμίων. Μιλώ για τότε που η άγνωστη υπό το πλαστό όνομα ψυχή ξεβράστηκε μισοπνιγμένη άπνους στις έρημες ακτές της σαρκός μας. Εκεί τη βρήκε πεσμένη μπρούμυτα το σώμα καθώς περιπατούσε κατά μήκος της μελαγχολικής εκτάσεως του. Αναστατώθηκε, γονάτισε, δεν ήξερε, περί φιλιού ιδέαν δεν είχε! Άνοιξε τις οδηγίες των ενστίκτων… Βλέπε φιλί ζωής! Το βρήκε, της το έδωσε! Του άρεσε! Τη φίλησε ξανά! Άρχισε να συνέρχεται εκείνη. Το σώμα θαμπωμένο απ’ τη σεμνή αοριστία της μορφής της, απ’ το λιτό ολιγαρκές περίγραμμά της, απνευστί την προσέλαβε οικιακή βοηθό του. Σατανική εκείνη μελιστάλαχτα το κυρίευε… Ολίγον κατ’ ολίγον έρως πλατωνικός ετράφη εντός του σώματος για την ωραία αφανέρωτη. Έτρεμε μην του φύγει η ψυχή. Για να την δέσει έσφαλε να την κάνει συνεταίρο. Α΄ το ανόητο, έβαλε το κεφάλαιο κι εκείνη όλο κι όλο τον εξωραϊσμό….. Σώμα δε με άκουσες! Στο είπα: πρόσεχέ την! Όπως βλέπω αυτή το πάει για αθανασία. Αχ που να ’κοβε τη γλώσσα της η γρουσούζα η πρόβλεψή μου! Ιδού εσύ κλουβάκι χωματένιο κι η ψυχή μας πουλί πετούμενο στον άπιαστο ουρανό

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2ο Είδες; Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά σου με τους στίχους (από τις συλλογές της Δημουλά. Φτωχικά αλλά τίμια. Αλλού κοιμάται αυτή κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν. Μόνο καμιά φορά σε πειραματισμούς την παρασύρει η περιέργεια –όφις προγενέστερος και πιο φανατικός απ’ τον νερόβραστον εκείνον με το μήλο! Δοκίμασε σου λέει η μοναξιά σου, μη φοβάσαι, δεν έχεις τι να χάσεις! Και σε πείθει να κουλουριάζεται πνιχτά, να τρίβεται σαν γάτα ανεπαίσθητη πάνω στο διαθέσιμο αέρα που αφήνεις προσπερνώντας. Απόλαυση πολύ μοναχικότερη από τη στέρησή της.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις