ΜΠΟΡΩ ΕΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΓΙΑ ΣΑΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Βρέθηκε να φιλιέται με πάθος μ’ ένα τεράστιο ψάρι. Με το που εμφανίστηκε μπροστά της έβγαλε επιθετικά τη γλώσσα και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Ήταν η λίμνη; Τα όνειρα υγρασίας που έφτιαχνε; Ο Ψaρης πάντως δεν εμφανίστηκε- υπήρχε. Όσο την έσφιγγε, κοκκίνιζαν τα μάτια του. Τα λέπια του σκληρά τη ματώναν. Τα πράγματα στο δωμάτιο πέταγαν. Ο χώρος άδειαζε. Αυτή θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις- κυρίως ονόματα. Τώρα δα γδαρμένη, αλλά χωρίς πόνο, κολυμπά, απολαμβάνει την ανάσα με τα βράγχια. «Εραστή… δεν έχω πια βάρος. Πότε πέθανε η μάνα μου; Το  φανταζόμουν γκρι, μα είναι γαλανό ως και το αίμα μου. Απλά κάνει πολύ κρύο... Η υγρασία είναι;» [στίχοι από τη συλλογή του Νίκου  Κυριακίδη ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ, εκδόσεις ARS POETICA 2013 – ART by



ΕΑΡ
«Μύρο άγγιξα», είπε, «απόμεινα ολότελα μόνος».
Ήρθε μια μέλισσα να του κάνει παρέα
Τον τρόμαξε
Την έδιωξε, μετά από τσακωμό.
Τα σπίτια σφράγιζαν την ευτυχία απ’ τη βροχή
Αυτός δεν είχε πόρτα
Τα παράθυρα είχαν κάγκελα ,όχι τζάμια.
Ο δρόμος δεν γλιστρούσε, το νερό ήταν πια παχύ
Όμορφο να είσαι έξω
Ηθικό να μη φυλακίζεις την ευτυχία,
σε σπίτια.
«Μπορώ έως και να δακρύσω για εσάς,
ενδιαφέρεται κανείς ;»
Η σιωπή της αυτάρκειας...
Χαιρετούν μολαταύτα όλοι,
-ως είπε ο ποιητής Σαχτούρης-
στρατιωτικά και όλοι- ακίνητοι- οι εχθροί της
την ομορφιά της φθοράς
που χλωμή μοσχοβολάει.

«MY OLD FLAME»
Ήταν γυάλινο.
φουσκωμένο απ’ το φτύμα
πλημμυρισμένο στο αίμα
«Εδώ μέσα δεν μπαίνεις, σε βάζουνε».
Οι γυναίκες είναι τόσο πολύ αθώες
στη μοιχεία τους κυρίως,
εκεί που ξεδιάντροπα
γίνονται μωρά.
«Φτύσε μου στο πρόσωπο τη φωνή σου
ξέρασέ μου στο χαλί τα μάτια σου,
δώσε μου πάλι δανεικά…»
Το μόνο αληθινό σαν τον θάνατο
είναι οι άδειες κουβέντες,
των άδειων ρολογιών
«…κολύμπησέ με πριν κάθε άλλον.
Οι φλέβες σου είναι τα πιστοποιητικά μου.
Θα ποντάρω στο λάθος άλογο
το αντίτιμο της σκλαβιάς μου.
Θα τρελαθώ στην άκρη της σκάλας
που ανεβοκατεβαίνω».

ΤΑ ΔΟΚΑΡΙΑ
[αἰὼν παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη –Ηράκλειτος]

Η βασιλεία
είναι του παιδιού...
Όμορφο να ζεις ανάμεσά τους
μέσα στη σοφία τους
με τις εκπλήξεις τους
-τυχαιότητα-
με τον όγκο που δίνουν στην επιβίωσή μας.
Κι αν έρθουν και άλλες απόλυτες απογοητεύσεις,
ένας άστεγος κι ένας με πρησμένη κοιλιά,
θα βγάλουν τη γλώσσα στις εμπειρίες,
θα χλευάσουν τις παροιμίες.
Μέσα στο λόφο της κοπριάς
θα βαφτούν και θα φλερτάρουν.

ΠΑΖΛ
Στη λεωφόρο σταυρώνουν ένα αγόρι, μπροστά στη μάνα του.
Κατέβηκαν και πήραν τα εργαλεία απ’ τη καρότσα.
Το δέντρο πνιγμένο στο απέραντο μπετόν
τα πλακάκια ιδρωμένα.
Κατέβασαν τσεκούρι,
μιαν αξίνα, φτυάρι, το ψαλίδι του κουρέματος.
Πρώτα βέβαια του πήραν αίμα
-Επιβεβαίωση-
«Πονάω» φώναζε το αφτί
το χέρι ψιλοχάιδευε το πεζοδρόμιο χωρίς τα δάχτυλα
«Καθήκια» είπε το δόντι
«Όχι μπροστά της» αυτό, από το δεξί του μάτι.
Τα γένια προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη γριά
αλλά εκείνη δεν έβλεπε
τίποτε.
Ούτε μάλλον ήταν εκεί.
Είχε πάει ντάλα μεσημέρι,
κατ’ ευθείαν στο μνήμα του.

FOR AN OLD BITCH (For an old bitch gone in the teeth,
For a blotched civilization - Ezra Pound)


Τα ξύλινα τείχη,
σπέρμα μάταια χαρισμένο.
Τα πιτσιρίκια,
θυσία σε μια γαλλίδα πόρνη.
Ισότητα
Όπως πείνα.
Ελευθερία
Όπως σηψαιμία.
Αδελφότητα
Όπως τύφος.
Διαφορά όπως Διαφορά.
Κρυώνει ο άνθρωπος απόψε
Δε διαβάζει κάτι
Δεν ερεθίζεται από κάτι.
Σιωπηλά περνάει
Απέναντι.
(Για κάποιους ακόμη, σκοτωμένους μετανάστες στο βόρειο Αιγαίο)

ΑΓΑΠΟΥΣΕ
Αγαπούσε, σπάνια μεν,
αλλά αγαπούσε.
Ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;
Την είδαν στον κήπο·
μιλούσε χωρίς να κινεί τα χείλη
του εξηγούσε τα μπερδέματά της
του έδινε κάποιες απ' τις αγωνίες της
γινόταν πολύ μικρούλα.
Περίμενε να την πιάσει εκείνη
η γλυκιά κούραση
αυτή του λεωφορείου στο σχόλασμα.
Πού πήγαν οι θυμωμένοι;
Πόσο υπομονή έχουν ακόμη οι ανυπόμονοι;
Κρατιέται από κάποια μεσημέρια.
Έχει ανάγκη να θαρρεί
πως βρίσκεται στη μέση.
Μισούσε βουβά
περίμενε να το πει
κάποιος άλλος
με λόγια, με αιτίες, με σχόλια.
Τον άκουγε και χαμογελούσε.
Χωρίς να κινεί τα χείλη.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ
Το τρένο πάντα μυρίζει
σώματα, για μια «μη αναστρέψιμη»  διαδικασία
η πορεία δεν είναι ποτέ η ίδια
τα σώματα το νιώθουν: εκρήγνυνται.
Ο πόνος , η προσμονή
με τη μορφή ιδρώτα.
«Αγνοούν»  κάποιοι το σώμα.
Δεν ακούν δεν μυρίζουν δεν γεύονται.
Το τρένο με πάει βόρεια
στην αυταπάτη,
«μη αναστρέψιμη»  κι αυτή.

ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΡΩΙΝΑ
Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων πραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ’ αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο «ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανά συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ’ τα δεκαπέντε μου χρόνια.

ΓΩΝΙΕΣ και ΠΑΥΣΕΙΣ
Πετάει
Με τα ταξίδια στα χέρια
Συντροφιά με το γελάκι της
Διαφανής
-Προσοχή στο στόμα της-
Περίεργα τα δάχτυλά της
Πού και πού αρνιέται να πιστέψει
Ρωτάει συχνά
Τα ίδια πράγματα
Τα πρωινά
Πιστεύει
Τα βράδια
Δυσπιστεί
Κολυμπάει
Για τις ποσότητες
Ντρέπεται
Στα τζάμια γυρνά την πλάτη


[Νίκος Κυριακίδης, από την ποιητική συλλογή ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ARS POETICA 2013]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις