ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ, Βεατρίκη, ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΚΑΘΕ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΟΥ (εμένα προσωπικώς με φάγανε οι δρόμοι σου κι ούτε ένα Ποίημα):

Ο καθένας με την ομπρέλα του, όμως εγώ μη μπορώντας χωρίς τη βροχή σου τρελαίνομαι πάλι με στίχους SMS που συμβολίζουν Κυριακές παρόλο που ξέρω πως έρχεται Δευτέρα! Δεν μπορώ όμως πιο πολύ να σ’ αγαπήσω!.. Τι να την κάνεις άλλωστε εσύ τη σημερινή αγάπη μου ενόσω όλα τα ιστιοφόρα των ναυπηγείων μου άλλαξαν καιρό, ενόσω πνίγηκαν τα νησιά μου κι οι μετοχές μου έπιασαν πάτο-  Πες μου τώρα κάτι, στείλε μια σταγόνα σου, έστω ηλεκτρονική, χωρίς συμβολισμούς και προεκτάσεις κι εγώ θα την πιστέψω την εποχή των βροχών τώρα, που μετρώντας μέρες και χρόνια, βλέπω, τρομάζοντας, πόση ζωή άφησα απ’ έξω [Η ΛΥΡΙΚΗ ΠΛΑΝΗ του Μάριου Μαρκίδη στον τίτλο της ανάρτησης και παραποίηση στίχων από το ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ του στο εισαγωγικό σημείωμα – ART by WAGNEROVA Barbara] 


ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΟ
Πρώτος να περάσει μέσα ο δεκαπενταετής πλοίαρχος
ύστερα να μπει σκονισμένος ο Ιβανόης αφήνοντας τ’ άλογό του στην πόρτα
Ο καλός μας επίσκοπος Μυριήλ να καθίσει σ’ αυτή την καρέκλα
καθ’ ον χρόνον ο Μάριος
θα ξεδιπλώσει μια βουτηγμένη στο αίμα του σημαία
προς απόδειξιν
της προδοσίας του βασιλόφρονος παππού του

Ο Τομ Σώγιερ, το πειραχτήρι, θα πετάξει ένα ποντίκι στο παράθυρο
και θα βγει να τον κυνηγήσει με τη σκούπα η κυρία Θεναρδιέρου
η γριά Φραγκογιαννού
(που έχει χρόνια να μιλήσει στις γειτόνισσες)
κι η ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα

- Τόσο πολύ τους σκέπτομαι ώστε θα με βαρέθηκαν

ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΙΗΜΑ
Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ
Αυτή είναι η ιστορία ενός χαρταετού
που δεν είχα ποτέ.
Μπορεί να έπαιζα στα μάρμαρα του Θησείου που άλλο δεν είχαν
στο μυαλό τους παρά μόνο πώς
–με χρόνια με καιρούς–
θα ξαναγύριζαν στο χώμα
Μπορεί να ήταν δικό μου το σινεμά Κόσμος (μηχανουργείο νομίζω σήμερα)
που έσβησε μια Κυριακή απόγεμα τα φώτα του κι επρόβαλε
το έργο Παπούτσι από τον τόπο σου

Μπορεί να έφτανε και το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας οπότε άρχιζε να
υποκύπτει το καλοκαίρι και μου αγόραζαν     
κάθε χρόνο ένα τόπι
και παγωτό Έβγα και μαλλί της γριάς
Το βράδυ στρώναμε να κοιμηθούμε στη ταράτσα κι άκουγα το τραμ
να κατεβαίνει την οδό Ερμού τρικλίζοντας
Χτυπώντας ένα γλυκό καμπανάκι μόλις φρέναρε στους Αγίους Ασωμάτους
σα να το περίμεναν προκειμένου να συντάξουν την αναφορά τους
            οι λυμφατικοί άγιοι

Τι άλλο θυμάμαι;
Θυμάμαι το Σινεάκ όπου ο Άμποτ έπαιζε μισή ώρα σφαλιάρες με τον κουτό Κοστέλο
ενώ λίγα λεπτά κατόπιν έρχονταν τα Επίκαιρα κι ο γενναίος εθνικός μας στρατός
            τσάκιζε τους συμμορίτες
καθ’ ην ώραν η βασίλισσα Φρειδερίκη εγκαινίαζε αράδα παιδουπόλεις
όπου χαρούμενα ορφανά φιλούσαν το χέρι της μ’ ευγνωμοσύνη

Θυμάμαι επιπροσθέτως το βιβλιοπωλείο Αετός στην οδό Βουκουρεστίου
που κάθε τρίτη του μηνός
– όταν κατέφθανε η σύνταξη–
η χοντρή γιαγιά μου αποκτούσε κύρος στον Οίκο των Άσερ και τότε είχαμε Μόγλη
            το παιδί της ζούγκλας, Δασκάλα με τα χρυσά μάτια και Φιλέας Φογκ
Σιρκούφ τον Θαλασσινό
Βουγ Ζαργάλ
και λουκουμάδες κατά την επιστροφή στο Ζαχαροπλαστείον ο Κρίνος

Θυμάμαι τις μπλε κόλλες που μου έντυναν κάθε Σεπτέμβρη τα τετράδια.
Τις ετικέτες με το όνομά μου, την πλάκα και το κοντύλι μου, τις πένες
χήνες μου, την απέραντη απελπισία μου όταν άπλωνε τρίχες το μελάνι

Θυμάμαι μια φορά που έλειψε γα λίγες μέρες η μάνα μου και νόμισα
            πως εγώ έφταιγα
Τις γκαζές μου, τα μολυβένια στρατιωτάκια μου, τις χαλκομανίες μου,
            τη δασκάλα μου δεσποινίς Ουρανία
– σαράντα χρόνια άκλιτη
Όλα αυτά θυμάμαι πως τα είχα:
Μα χαρταετό δεν αμόλυσα ποτέ.

ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
Ο καλύτερός μου φίλος έφυγε
χωρίς προειδοποίηση
είχα βέβαια κι εγώ τις δουλειές μου, τα συμφέροντά μου να φροντίσω,
εν ενί λόγω τις σκοτούρες μου.
Μάθαινα πως είχε κι αυτός τις δικές του.
Κάνεις έτσι τα δάχτυλά σου
μετράς μια μέρα το επί του συνόλου και βλέπεις τρομάζοντας
πόση ζωή
άφησες απέξω.
Φυσικά, δεν είπε ποτέ (τόσα χρόνια φιλίας!) μια καλή κουβέντα
για τα ποιήματά μου.
Φυσικά, έπαιζε καλύτερη μπάλα.
Τον βλέπω να διαλέγει με αντικειμενικά κριτήρια την ενδεκάδα του
κι εμένα να με βιδώνει στην κερκίδα.
Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο παιδιόθεν.
Ούτε ένα σήμα, ούτε ένας υπαινιγμός ότι φεύγοντας με σκέφτηκε
ότι του άρεσαν κάποιες ντρίπλες μου
ότι συμβούλευε -έστω κι αργά- να με συμπεριλάβουν στην ομάδα.
Καθ’ όσον με αφορά δεν άφησε πίσω του διαθήκη.
Αν όχι για τη θέση τού εξτρέμ, ούτε για τη θέση τού μπακ διατύπωσε γνώμη.
Δεν είχα σταθερότητα, δεν με εμπιστευόταν στο γήπεδο.
Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο
Άντε να πνιγείς εκεί που πας, όπου κι αν πας, δεν σε χρειάζομαι
δεν έχω κατ’ ελάχιστον την ανάγκη σου
μπορώ να τα βγάλω πέρα και μόνος μου με τον διαιτητή
βλέπω ολοκάθαρα το γκολπόστ.
Κι όμως, για κάποια αδιευκρίνιστη στα ποιήματά μου αιτία,
για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σε έκανε μέχρι τούδε αειθαλή
παρά την επαίσχυντη αναχώρησή σου
συμβαίνει
να μου λείπεις.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις